προδημοσίευση: ένα χαμόγελο στο σκοτάδι
Δημήτρης Στρεμμένος
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι και άλλες ιστορίες
Χαραμάδα, 2010
Απόσπασμα από το διήγημα “ένα χαμόγελο στο σκοτάδι”
…μπήκε μέσα της με βία. Σκαρφαλωμένος πάνω της σαν άγριο θηρίο έτοιμο να την κατασπαράξει, μούγκριζε και βρυχόταν. Με το ένα χέρι του κρατούσε σφιχτά τις παλάμες της πίσω από το κεφάλι, ενώ με το άλλο πίεζε με δύναμη το στήθος της. Προσπαθούσε να ρουφήξει από μέσα της όλο της το “είναι”, τη ζωντάνια, τα όνειρα, την ψυχή της ίσως. Δάγκωνε, έγλειφε, ζούλαγε το κορμί της θέλοντας να το σπάσει. Κι αυτή, σαν άψυχη κούκλα, είχε αφεθεί στη βία του.
Συνέχιζε να μπαινοβγαίνει μέσα της, πότε γρήγορα, έντονα, και άλλοτε πιο αργά, σχεδόν ερωτικά. Εκείνη παρέμενε παθητική. Με μάτια ορθάνοιχτα να τον κοιτούν και στόμα μισόκλειστο, σαν κάτι να ήθελε να πει μα δεν προλάβαινε. Έμοιαζε χαμένη σ’ ένα όνειρο δίχως τέλος, δίχως ξύπνημα.
Ένα μυρμήγκιασμα διέσχισε τη σπονδυλική του στήλη. Δάχτυλα σφίχτηκαν, τένοντες τραβήχτηκαν κι ένα μουγκρητό ικανοποίησης συνόδεψε την ολοκλήρωσή του.
Τελείωσε μέσα της, πλημμυρίζοντας τον κόλπο της με τα ερωτικά του υγρά. Έμεινε για λίγο ακόμα χωμένος στο σώμα της, στραγγίζοντας από το μυαλό και την καρδιά του κάθε τύψη και αγωνία της καθημερινότητας. Τη φίλησε στο μέτωπο, μετά στα μάτια, κι έπειτα ξάπλωσε στο πλάι της ανασαίνοντας βαριά. Ήρεμος, ανακουφισμένος.
Ξαπλωμένος στο πλευρό της, ονειρεύτηκε ότι ήσαν ζευγάρι, από χρόνια ερωτευμένοι. Ότι είχε κάνει έρωτα στη γυναίκα του και όχι σε μιαν άγνωστη που έφερε στο σπίτι του γυρνώντας από το ξενύχτι. Ένιωσε μια θαλπωρή, μια ζεστασιά που κατέκλυσε το γυμνό του κορμί. Το όνειρό του γέμισε από λόγια. Λέξεις που δήλωναν ότι τον αγαπούσε και ότι και αυτός την αγαπούσε κι ένα χαμόγελο φανερώθηκε στα χείλη του, ενώ ακόμα κοιμόταν. Ήταν ευτυχισμένος στα χέρια του Μορφέα.
Το όνειρο διέκοψε η σειρήνα ενός περιπολικού. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι κι έτρεξε προς το παράθυρο. Είδε το αυτοκίνητο της αστυνομίας να πλησιάζει βουίζοντας και τρέχοντας σαν δαιμονισμένο. Έκλεισε τα μάτια περιμένοντάς το να σταματήσει μπροστά από την πολυκατοικία του, εκείνο όμως συνέχισε ακάθεκτο, ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα καθώς κυνηγούσε κάποιον άγνωστο εχθρό. Απέμεινε να κοιτά έξω από το παράθυρο μέχρις ότου η σειρήνα του έπαψε να ακούγεται και τα φώτα της χάθηκαν από τα μάτια του.
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου», αναφώνησε υψώνοντας το βλέμμα προς τον ουρανό ή καλύτερα προς ένα μικρό κομμάτι ουρανού. Είχε βγάλει το σώμα του αρκετά έξω από το παράθυρο, προκειμένου να μπορέσει, ανάμεσα στις πολυκατοικίες που υψώνονταν τριγύρω του, τα μακρόστενα γεμάτα βρεγμένα ρούχα μπαλκόνια και τις πολύχρωμες τέντες, να δει τον νυχτερινό ουρανό.
Ένα μικρό, σκούρο μπλε, κομμάτι, με τριγωνικό σχήμα, στην πιο απομακρυσμένη γωνία τού οποίου φιλοξενούσε ένα μικρό αστέρι. Δεν ήταν παρά ένα μικρό φωτάκι, μονάχο στον ουρανό όσο κι εκείνος στη γη. Το δικό του αστέρι, το δικό του κρυφό μέρος ενός απέραντου διαστήματος, γεμάτου αστέρια και πλανήτες, κομήτες και νεφελώματα, γαλαξίες και μαύρες τρύπες. Δεν θυμάται πόσα ατελείωτα βράδια είχε κάτσει στο παράθυρό του, ισορροπώντας στο κενό, παρέα με τον μικρό φωτεινό φίλο του.
Έκλεινε το δεξί του μάτι και το έβαζε ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρά του. Το κρατούσε ανάμεσά τους σαν πολύτιμο πετράδι, ένα μικρό διαμάντι ίσως. Άλλες φορές πάλι, το έκλεινε στη γροθιά του θέλοντας να το λιώσει, να το κάνει μέρος του εαυτού του. Αντίθετα, όταν ο καιρός ήταν άσχημος κι ο ουρανός συννεφιασμένος κρατούσε το παράθυρο κλειστό και το παντζούρι κατεβασμένο. Φοβόταν να κοιτάξει τον «ουρανό του» χωρίς το «αστέρι του», το σημείο αναφοράς της ύπαρξής του.
Ήταν αργά το βράδυ. Η αγαπημένη του ώρα. Η πόλη είχε από καιρό κουρνιάσει στην άγνοιά της, δίχως τύψεις και δισταγμούς. Η σιωπή είχε απλωθεί παντού, μουδιάζοντας τα όνειρα και τις αισθήσεις. Ένιωθε τώρα ο μόνος κάτοικος αυτής της πόλης. Του άρεσε αυτή η σκέψη της μοναξιάς, αποζητούσε τη μοναξιά. Ταξίδευε με τα μάτια στην άδεια λεωφόρο που περνούσε μπροστά από το διαμέρισμά του, πλημμυρισμένη στο φως των δημόσιων προβολέων. Αυτό το κίτρινο φως, το γεμάτο αρρώστιες, που σου φέρνει στο νου εμετό, βλέννες και πύον, ανάμικτα με αηδία και πόνο. Το σιχαίνεται αυτό το φως. Ξεκόλλησε με μανία ένα κομμάτι μάρμαρο από το γείσο του παραθύρου του και το εκσφενδόνισε με δύναμη προς την πιο κοντινή λάμπα. Αστόχησε, αλλά ως δια μαγείας, η λάμπα έσβησε. Θα κάηκε μάλλον.
(συνεχίζεται… στο βιβλίο)
One Response to “προδημοσίευση: ένα χαμόγελο στο σκοτάδι”
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.
Добрый день! jose@tehnon.ru” rel=”nofollow”>……
с ув….