ημερολόγιο ανάγνωσης 08
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Είναι δυο-τρεις εβδομάδες τώρα, μπορεί και λίγο παραπάνω, που έχω βρεθεί μπερδεμένος και αμήχανος ανάμεσα σε πολλά βιβλία (μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, τουριστικούς οδηγούς και δοκίμια) που τα διαβάζω συγχρόνως και το ένα πιάνω για ν’ αφήσω το άλλο χωρίς να το έχω προηγουμένως τελειώσει και χωρίς κανενός τελικά την ανάγνωση να κατορθώνω να ολοκληρώσω. Ξεφυλλίζοντας νοερά τα, έτσι κι αλλιώς, μη καταγεγραμμένα ως επί το πλείστον αναγνωστικά μου χρονικά εύκολα διαπιστώνω πως δεν είναι δα και η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο και γι’ αυτό δεν ανησυχώ ιδιαιτέρως – για να μην πω ότι την απολαμβάνω κιόλας λίγο τούτη την αναγνωστική αναρχία. Παρατηρώ όμως, με σχετική αμηχανία, ότι όλο και συχνότερα, σε σχέση με το παρελθόν, αφήνω βιβλία μισοτελειωμένα για να πιάσω στο χέρι μου κάποια άλλα που τα είχα κι εκείνα μισαρχινισμένα ή που μια διάθεση της στιγμής με έκανε να τα κατεβάσω αίφνης από το ράφι της βιβλιοθήκης μου ή από τον πάγκο κάποιου βιβλιοπωλείου.
Έτσι είχα ήδη στο κομοδίνο μου, που σημαίνει έτοιμο προς ανάγνωση, μεταξύ πολλών άλλων βιβλίων και το πιο πρόσφατο βιβλίο τού Εδουάρδο Γκαλεάνο «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε κατά τα τέλη του 2009 από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση της Ισμήνης Κανσή. Όταν όμως ξεφυλλίζοντάς το λίγο πιο προσεκτικά απ’ όσο είχα κάνει μες στο βιβλιοπωλείο διαπίστωσα τον ιδιότυπο τρόπο σύνθεσής του, σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως καλύτερα να διαβάσω προηγουμένως ένα άλλο βιβλίο του ουρουγουανού συγγραφέα, πιο συμβατικό ενδεχομένως, και κατόπιν να βυθιστώ στους πρισματικούς του καθρέφτες. Σημειώνω εδώ, για όποιον δεν έχει διαβάσει το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ότι οι «Καθρέφτες» αποτελούνται από εξακόσιες περίπου μικρές ιστορίες που, βαλμένες σε χρονολογική και θεματική σειρά, επιχειρούν να ανασυστήσουν την ελλείπουσα συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας από τη στιγμή της πρώτης της εμφάνισης επί της γης έως σήμερα.
Παρασκευή. Εμπιστευόμενος, λοιπόν, την τύχη, αφού δεν γνώριζα καθόλου τον συγγραφέα και επίτηδες δεν θέλησα, για την ώρα, να μάθω κάτι γι’ αυτόν, παράγγειλα στα τυφλά, μέσω internet, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» του ιδίου (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μελίνας Παναγιωτίδου) το οποίο λίγες μέρες αργότερα έφτασε στην πόρτα μου για να στρωθώ αμέσως στο διάβασμα και να διαπιστώσω πως και αυτό το βιβλίο μοιάζει να είναι συνθεμένο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι «Καθρέφτες»! Μικρές ιστορίες ως επί το πλείστον, μικρά δοκίμια, ανέκδοτα, αφορισμοί, σχόλια, πεζά ποιήματα συνθέτουν όλα μαζί ένα βιβλίο που, προφανώς, υπερβαίνει τις γνωστές κατηγοριοποιήσεις και που διαρκώς αγνοεί και υπερβαίνει τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και δημοσιογραφίας, χρονικού και αυτοβιογραφίας, αφήγησης και στοχασμού.
Στη μία σελίδα διαβάζουμε, φερ’ ειπείν, την ιστορία ενός γέρου που διαρρήκτες τού έκλεψαν, κατά λάθος, την κασέλα όπου φυλούσε την ερωτική αλληλογραφία τού πολυτάραχου παρελθόντος του και βάλθηκαν, στη συνέχεια, αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, να του ταχυδρομούν στη διεύθυνση του σπιτιού του μία επιστολή κάθε εβδομάδα· λίγες σελίδες παρακάτω βρίσκουμε μια συλλογή μικρών αγγελιών από ουρουγουανές εφημερίδες του 1840: «Πωλείται νέγρα ημίαιμος, της φυλής Καμπίντα έναντι 430 πέσος. Έχει γνώσεις ραπτικής και σιδερώματος», «Πωλείται νεαρά τροφός, λεχώ. Δίδεται άνευ του νεογνού και διαθέτει άφθονον και καλόν γάλα»· και ακόμη πιο κάτω μια σειρά σκέψεων για την ευημερία των αριθμών και των οικονομικών δεικτών και τη δυστυχία των ανθρώπων κι ένα καίριο ερώτημα: «Πού ακριβώς μπορεί να εισπράξει κανείς το Κατά Κεφαλήν Εισόδημα;».
Τα θέματα αυτού του γοητευτικού, ευκολοδιάβαστου και συγχρόνως στοχαστικού, «Βιβλίου των εναγκαλισμών» είναι άλλοτε η πολιτική πρακτική των ηγετών και των κρατών και άλλοτε η σύγχρονη κοινωνία και οι άνθρωποι που ζουν και πεθαίνουν σε αυτήν, άλλοτε η θρησκεία και άλλοτε ο έρωτας, κάποτε τα όνειρα, συχνότερα η ιστορία των λαών της Λατινικής Αμερικής και τα προσωπικά βιώματα του ίδιου του συγγραφέα – πάνω απ’ όλα η καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τις αλλεπάλληλες ήττες και τη διαρκή ομορφιά της. Και ό,τι τελικά χαρίζει ενότητα σε αυτές τις διαφορετικές ιστορίες και τους ποικίλους στοχασμούς είναι, απ’ τη μία, το ύφος του Εδουάρδο Γκαλεάνο, που χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα και απολαυστική προφορικότητα (που διατηρείται και στην ελληνική του μετάφραση) και από ένα έξοχο χιούμορ, και από την άλλη, και κυρίως, η βαθιά ανθρωπιστική ματιά και διάθεσή του.
Τρίτη. Και το νέο βιβλίο του Γκαλεάνο, οι «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε το 2008 στα ισπανικά και το 2009 στη γλώσσα μας, έχει παρόμοια δομή με το «Βιβλίο των εναγκαλισμών» με μία όμως σημαντική διαφορά: την απρόσμενη ενότητα και συνάφεια που χαρακτηρίζει ολόκληρο το βιβλίο. Γιατί παρόλο που το θεματικό εύρος των «Καθρεφτών» εκτείνεται χρονικά από τη δημιουργία του σύμπαντος έως την εποχή μας και καλύπτει τοπικά κάθε περιοχή της γης και κάθε ανθρώπινη ομάδα, ούτε στιγμή ο αναγνώστης δεν χάνεται μέσα στο πολυποίκιλο και τεράστιο αυτό υλικό· από τη μία επειδή διατηρείται και στις εξακόσιες σύντομες αυτές ιστορίες (αποκλειστικά ιστορίες σε αυτό το βιβλίο) ένας κοινός αφηγηματικός τόνος και από την άλλη επειδή η οπτική γωνία παραμένει σε κάθε περίπτωση η ίδια. Ο Γκαλεάνο αφηγείται την ιστορία της ανθρωπότητας όπως τη βίωσαν και τη βιώνουν οι ηττημένοι και συντριμμένοι από τον βηματισμό της ιστορίας, εκείνοι που ποτέ δεν παίρνουν τον λόγο – αλλά κάποτε παίρνουν τα όπλα.
Διαβάζουμε λοιπόν την ιστορία του κόσμου όπως θα την αφηγούνταν, αν είχαν τη δυνατότητα, οι καταπιεσμένοι και τρομοκρατημένοι των αιώνων: εκείνοι που έχτισαν τις πυραμίδες, οι γυναίκες της Αφρικής με τα ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα, οι γυναίκες της Ιαπωνίας με τα παραμορφωμένα πόδια, οι γυναίκες των μουσουλμάνων με τα καλυμμένα πρόσωπα, οι γυναίκες της Δύσης, οι δούλοι από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, τα παιδιά που εργάζονται, τα παιδιά που κακοποιούνται, τα παιδιά που υφίστανται τις ποικίλες εκπαιδευτικές πρακτικές των ενηλίκων, οι Εβραίοι κάποτε και οι Παλαιστίνιοι σήμερα, οι μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι, οι τσιγγάνοι, οι μουσουλμάνοι της Ισπανίας. Σε αυτή την προγραμματική και, ασφαλώς, ιδιοσυγκρασιακή στόχευση του συγγραφέα υπέρ των αδυνάτων έγκειται και η μόνη, ίσως, αδυναμία ενός κατά τ’ άλλα εξαιρετικού βιβλίου, καθώς είναι υπεύθυνη για την έλλειψη από τους «Καθρέφτες» του απολαυστικού χιούμορ του «Βιβλίου των εναγκαλισμών» αλλά και για τη διατύπωση ορισμένων αφελών ως και εξοργιστικών απόψεων, χαρακτηριστικών μιας μερίδας της αριστεράς που αποφεύγει συστηματικά να σκέφτεται με τους όρους του παρόντος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Εγώ γράφω για όσους δεν μπορούν να με διαβάσουν. Οι κάτω, εκείνοι που περιμένουν εδώ και αιώνες στην ουρά της ιστορίας, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν τι να διαβάσουν.
Όταν αποκαρδιώνομαι, μου κάνει καλό να θυμάμαι ένα μάθημα αξιοπρέπειας της τέχνης που πήρα χρόνια πριν σε ένα θέατρο της Ασίζης, στην Ιταλία. Είχαμε πάει με την Ελένα να δούμε ένα θέαμα παντομίμας και δεν υπήρχε ψυχή. Εκείνη κι εγώ ήμαστε οι μοναδικοί θεατές. Όταν έσβησαν τα φώτα, προστέθηκαν ο ταξιθέτης και η ταμίας. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, οι ηθοποιοί, πολυπληθέστεροι από το κοινό, δούλεψαν σαν να έδρεπαν τη δόξα μιας πρεμιέρας σε κατάμεστη αίθουσα. Εκτέλεσαν το έργο τους δοσμένοι ολότελα, ολόθυμα, ψυχή τε και σώματι· και ήταν αριστούργημα.
Τα χειροκροτήματά μας αντήχησαν στην ερημιά της αίθουσας. Χειροκροτήσαμε, ώσπου κατακοκκίνισαν τα χέρια μας.”
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» (μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου), εκδ. Κέδρος]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Συμβουλευτείτε οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια. Ρωτήστε ποια ήταν η πρώτη χώρα που κατήργησε τη δουλεία. Η εγκυκλοπαίδεια θα σας απαντήσει: η Αγγλία.
Η αλήθεια είναι ότι μια ωραία μέρα η Βρετανική Αυτοκρατορία, παγκόσμια πρωταθλήτρια του δουλεμπορίου, άλλαξε γνώμη όταν κάνοντας λογαριασμό συνειδητοποίησε πως η αγοραπωλησία ανθρώπων δεν απέφερε πλέον κέρδη. Το Λονδίνο ανακάλυψε το 1807 πως η δουλεία ήταν κάτι κακό, αλλά επειδή η είδηση δεν έπεισε κανένα, αναγκάστηκε να την επαναλάβει δυο φορές, τριάντα χρόνια αργότερα.
Είναι επίσης αλήθεια πως η Γαλλική Επανάσταση είχε ελευθερώσει τους σκλάβους στις αποικίες, όμως το διάγγελμα, που ονομάστηκε αθάνατο, απεβίωσε λίγο αργότερα, δολοφονημένο από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Η πρώτη πραγματικά ελεύθερη χώρα υπήρξε η Αϊτή. Κατήργησε τη δουλεία τρία χρόνια πριν από την Αγγλία, μια νύχτα που τη φώτιζε ο ήλιος της φωτιάς, καθώς γιόρταζε την πρόσφατα κερδισμένη ανεξαρτησία της, και ξανάπαιρνε το ξεχασμένο ινδιάνικο όνομά της.”
[Eduardo Galeano, «Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (μτφ. Ισμήνη Κανσή), εκδ. Πάπυρος]
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.