διαβάζοντας παράλληλα 08
από τον Νεκτάριο Λαμπρόπουλο
Ζαν Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις (Άγρα, 2003)
Σώτη Τριανταφύλλου, Ο χρόνος πάλι (Πατάκης, 2009)
Παρόλο που τα περισσότερα βιβλία, ώς έναν βαθμό, μπορούν να θεωρηθούν αυτοβιογραφικά, μια «καθαρή» αυτοβιογραφία ίσως φωτίζει (ή κρύβει αν το θελήσει ο συγγραφέας της) καλύτερα τις λεπτομέρειες τις ζωής και του χαρακτήρα του. Πόσο μάλλον αν ο συγγραφέας της είναι και κατ’ επάγγελμα συγγραφέας. Και οι δυο αυτοβιογραφίες στις οποίες θα αναφερθώ παρακάτω είναι απολαυστικές.
«Οι λέξεις» του Σαρτρ θεωρούνται ήδη ένα κλασικό κείμενο που έχει επηρεάσει την ίδια τη φόρμα της αυτοβιογραφίας όσο ελάχιστα βιβλία. Κατά τον ίδιο ήταν το πλέον λογοτεχνικό κείμενό του. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που όπως διατείνεται ήταν και το τελευταίο.
Περιγράφει τη ζωή και, κυρίως, το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίχθηκε η ζωή του μικρού Ζαν-Πωλ. Ο ίδιος γίνεται ήρωας των βιβλίων που διαβάζει, παρα-γράφει νέες ιστορίες και η γραφή και η ανάγνωση είναι ένα μέσο για να βρίσκεται στο επίκεντρο. Οι «μεγάλοι» είναι ο στόχος και πρέπει με κάθε τρόπο να είναι ο αγαπημένος τους. Η έλλειψη του πατέρα και η επακόλουθη αντικατάστασή του από τον παππού του είναι αφορμή για να ασχοληθεί εντονότερα με το γράψιμο.
Αντίθετα στο βιβλίο -και στη ζωή- της Τριανταφύλλου, οι γονείς είναι εκείνοι που εμποδίζουν την ανάπτυξή και την ελευθερία της, με εξαίρεση τον θείο που της αφήνει κληρονομιά τη βιβλιοθήκη του. Το βιβλίο της μπορεί να διαβαστεί από οποιοδήποτε σημείο, από τη μέση, αρχή ή τέλος και πάλι τούμπα. Μικρά, σπονδυλωτά κείμενα, αυτόνομα τις περισσότερες φορές, γλυκά σφηνάκια που σε κρατούν σε εγρήγορση χωρίς να σε κουράσουν.
Από την άλλη, το βιβλίο του Σαρτρ απαιτεί αυτοσυγκέντρωση. Είναι όντως λογοτεχνία κεντημένη στο χαρτί, οι παρομοιώσεις και ο λόγος του είναι εξαιρετικά. Όμως η συνέχεια και η ροή που έχει, δεν πρέπει να αφεθούν σε κανένα σημείο γιατί ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει το νόημα και να ξαναρχίσει από την αρχή.
Στα κοινά των δυο βιογραφιών, και επακόλουθα και των ζωών των συγγραφέων, θα πρέπει να προστεθεί πως ήταν παιδιά που δεν φαίνεται να αντιμετώπισαν προβλήματα επιβίωσης, με υψηλό -για τα δεδομένα της εποχής- βιοτικό επίπεδο και καλλιεργημένο περίγυρο.
Όμως ενώ η Τριανταφύλλου κάνει την επανάστασή της απέναντι στους γονείς και τα καθιερωμένα, ο Σαρτρ προσπαθεί να κυριαρχήσει στα δεδομένα χωρίς να θέλει να τα αλλάξει. Είναι χαρακτηριστικό πως έζησε αρκετά χρόνια με τη μητέρα του – γεγονός που απορρίπτει μετά βδελυγμίας η Τριανταφύλλου.
Μια βασική ακόμα διαφορά είναι πως ο Σαρτρ σταματά την αφήγησή του σε μια εφηβική ηλικία και σε ό,τι αφορά στον «παρόντα» χρόνο κάνει έμμεσες αναφορές με λογοτεχνικό τρόπο. Η Τριανταφύλλου συνεχίζει να αυτοβιογραφεί μέχρι το σήμερα, αφορίζοντας ό,τι δεν αγαπά.
Βλέποντας τα βιβλία τους από την μεριά των θνητών και προσπερνώντας τη λογοτεχνική τους αξία, γνωρίζουμε ότι στον Σαρτρ προσάπτουν σήμερα κακεντρέχεια και ναρκισσισμό – είναι πολλοί που υποστηρίζουν ανοιχτά πως ο Καμύ τον υποσκέλιζε σαν συγγραφέας χωρίς καν να προσπαθήσει και πως η αρνητική στάση τού Σαρτρ οφειλόταν σε αυτή την ανασφάλεια. Στην Τριανταφύλλου πως έκανε μια επανάσταση εκ του ασφαλούς και πως είναι πλέον δήθεν. Έφτασαν στο σημείο να ρίξουν αυγά σε παρουσίαση βιβλίου της, κατηγορώντας τη για φιλοεργοδοτική στάση στο θέμα των απολύσεων στον Πατάκη (σημ.: εκδοτικός οίκος που εκδίδει πλέον τα βιβλία της Τριανταφύλλου), επιβεβαιώνοντας την αρτηριοσκληρωτική και ενίοτε φασίζουσα συμπεριφορά της «αριστεράς».
Δυστυχώς κάποιοι ξεχνούν πως ο συγγραφέας είναι κι αυτός άνθρωπος και δικαιούται γνώμης, έστω κι αν αυτή δεν αρέσει. Η οργή για την αριστερά και τις αγκυλώσεις της είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο, κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν βλέπουμε εμφανώς στο βιβλίο του θεωρητικού και υπαρξιστή Σαρτρ. Η προσήλωση στον παππού του, θα πίστευε κανείς, πως προετοιμάζει ένα παιδί αφοσιωμένο και υπάκουο. Αργότερα όλα άλλαξαν. Η Σώτη Τριανταφύλλου μεγαλώνοντας «ομολογεί» πως γίνεται πιο συντηρητική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εναγκαλίζεται με το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία και, προπαντός, Οικογένεια. Η Μουσική και τα Ταξίδια είναι οι θεότητες που ακολουθεί πιστά μέχρι και σήμερα.
Δυστυχώς στον Σαρτρ, που παραδέχεται πόσο υπερφίαλος ήταν, δεν διακρίνει κάποιος ανθρωπισμό, αλλά μοιάζει σαν να κοιτάζει τους πάντες αφ’ υψηλού. Η Τριανταφύλλου, στην άλλη πλευρά, είναι απόλυτα συναισθηματική και όλο το βιβλίο αποπνέει μια τρυφερότητα και μια ευγένεια – εκτός από τα σημεία όπου πρωταγωνιστούν οι γονείς και η Αριστερά και η πικρία παίρνει τη θέση τους. Το βιβλίο της, αν και μεγαλύτερο σε όγκο από του Σαρτρ, ρουφιέται απνευστί και διαβάζεται εύκολα σε δυο μέρες. Σε κερδίζει και ανακαλύπτεις σελίδα τη σελίδα κάτι νέο ή κάτι όμορφα γραμμένο. Υπάρχουν ολόκληρα διηγήματα και «ασκήσεις ύφους» που το καθένα τους έχει τη δική του λογοτεχνική αξία.
Ο Σαρτρ είναι, όμως, τόσο εγωιστής που, αν δεν δοθείς ολόκληρος στην ανάγνωση, σε βασανίζει και σε υποχρεώνει να τον διαβάσεις ξανά και ξανά. Θέλει να είναι ο άρχοντας του δίπολου συγγραφέας-αναγνώστης και, αν θες να μάθεις περισσότερα γι’ αυτόν, θα πρέπει να τον διαβάσεις με απόλυτη προσοχή.
Και τα δυο βιβλία συστήνονται ανεπιφύλακτα και ίσως είναι ιδιαιτέρως χρήσιμα για επίδοξους συγγραφείς. Ίσως τους χρειαστούν όταν ετοιμάζουν κάποτε τη δική τους αυτοβιογραφία.
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.