βιβλίο επισκεπτών 07
(Απόσπασμα) – του Δημήτρη Μουζάκη*
Ένα βράδυ –βράδυ θα πρέπει να ‘ταν, μιας και τοίχος που δε νιώθει το φεγγάρι δεν υπήρξε ποτέ- το δωμάτιο του τοίχου επισκέφθηκε για πρώτη φορά ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν από τους ανθρώπους που ως τώρα είχε ακούσει. Ο άνθρωπος αυτός φερόταν αλλόκοτα, ανακάτωνε το δωμάτιο, ψαχούλευε το καθετί που υπήρχε μέσα του, ανοιγόκλεινε συρτάρια, περιεργαζόταν θήκες και θηκούλες, ψηλαφούσε τον ίδιο τον τοίχο σπιθαμή προς σπιθαμή και τον αναστάτωνε. «Κλέφτης», σκέφτηκε ο τοίχος και τρομοκρατήθηκε- και τότε, συνέβη κάτι το καταπληκτικό. Ο άνθρωπος που ψαχούλευε με τόση μανία το δωμάτιο είπε: «Ναι, κλέφτης». «Ακούστηκα;», αναρωτήθηκε σαστισμένος ο τοίχος. «Ναι», αποκρίθηκε πανήρεμος ο κλέφτης, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα την επιδρομή του.
«Αν δεν φύγεις, κλέφτη», σκέφτηκε θυμωμένα και αποφασιστικά ο τοίχος, «θα τρίξω τα τούβλα μου με όλη μου τη δύναμη. Οι άνθρωποι που ζουν μέσα μου θα νομίσουν ότι γίνεται σεισμός, θα ξυπνήσουν και τότε…». Ο κλέφτης δεν φάνηκε να ταράζεται. Με ξεκάθαρη φωνή και, δίχως να πάψει στιγμή να αναζητά, είπε στον τοίχο: «Κανείς δε ζει μέσα σου». «Χα», κάγχασε ο τοίχος με τη σκέψη του. «Και ποιοι είναι όλοι αυτοί που ακούω ολημερίς –και καμιά φορά το βράδυ- να μιλούν και να στενάζουν, να κλαίνε και να γιορτάζουν, να γεννούν, να μισούν και ν’ αγαπούνε;». «Απ’ έξω σου έρχονται καημένε όλες οι φωνές», είπε ο κλέφτης, «εδώ μέσα μήτ’ έζησε μήτε θα ζήσει κανείς ποτέ».
Ο τοίχος δεν πίστεψε τον κλέφτη. Πήρε βαθιά ανάσα από τα ρουθούνια της επιφάνειάς του κι έτριξε μ’ όση δύναμη είχε τα τούβλα του για να ξυπνήσει τους ανθρώπους, μια και δυο και τρεις φορές. Αποκαμωμένος, περίμενε ν’ ακούσει την αφύπνιση που θα έδιωχνε τον κλέφτη. Όμως δεν σάλεψε κανείς. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε, τότε, τον τοίχο. Ώστε ήταν αλήθεια; Όλα έρχονταν απ’ έξω; Μέσα στο δωμάτιο, το δικό του δωμάτιο, δεν έζησε ποτέ κανείς; Κι ετούτος, ο κλέφτης, τι γύρευε με τέτοια επιμονή μες στο δωμάτιο;
*Ο Δημήτρης Μουζάκης είναι ποιητής. Το απόσπασμα ανήκει στο διήγημα «Ο τοίχος», της συλλογής ποιημάτων «Αυτάρεσκη Σιωπή» (Εκδ. Ενδυμίων, 2009).
Ένα ποίημα της Άννας Γρίβα*
για μαγκωμένα χαμόγελα
και αναβολές του ποτέ
επ’ αόριστον
η μητέρα πήρε στα χέρια της το περίστροφο το ψωμί την αγωνία
ύστερα είπε πως οι μέρες που περνούν κόβουν τον ήλιο στα δυο
ανοίγει τα μάτια της τις δέκα αγκαλιές της από αγάπη μόνο
δε χωρά κανείς στην αγκαλιά της μικρή κοριτσάκι η μητέρα
μικρή άνεμος και νοσταλγία που σβήνει
τιμωρία που δεν ξέρεις για τι και για ποιον
δε χωρά κανείς στην αγκαλιά της νεκρή η μητέρα
δεν υπάρχει το φιλί της
γυμνή μέσα στο κόκκινο φουστάνι της
κρεμά μια μια τις μνήμες στα μανίκια
και σέρνει το βάρος φωνές παράπονα
αντέχει το χρόνο
όχι πια
η μελωδία πάνω στο χώμα
την ακούει όποτε γαντζώνεται η νύχτα στα μαλλιά της
δεν έχουμε λόγο ν’ αντιστεκόμαστε στις μελωδίες
όσα δίνουν κι όσα παίρνουν ένας κόκκος στους ανέμους
μια μαύρη κηλίδα δεν της αρέσουν τα χρώματα
κηλίδα
και οι μέρες κόβουν τον ήλιο στα δυο
τεμάχιο της μοίρας μου το μαχαίρι
μητέρα ακούω άγγελος καταστροφής το άγγιγμά της
μητέρα όχι πια
δεν με περιμένει κι εγώ πονώ που δε μπορώ να την αγγίξω
πορφυρή αποκρουστική όσο ποτέ δεν είδε
ταξιδεύει και φθάνει πάντα στο τελευταίο λάθος της
είναι καταδίωξη και τη φοβάμαι
φεύγει γυρνά δε γυρνά στριφογυρνά
μα είναι πάντα μέσα στο βρώμικο τζάμι και με κοιτά
η αντανάκλασή της με τη μορφή μωρού ή γάτας
όσα χρόνια κι αν περάσουν
στα χέρια μου έχω μια πληγή μεγάλη σαν τα μάτια της
*Ποίημα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή της Άννας Γρίβα, “Η φωνή του σκοτωμένου” από τις Εκδόσεις Χαραμάδα
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.