συνέντευξη 07: Paul Kearney
Paul Kearney, συνέντευξη στην Ευθ. Δεσποτάκη
O Paul Kearney έχει περγαμηνές και σταθερή (αν όχι ζηλευτή) πορεία στη σύγχρονη σκηνή του φανταστικού. Οι ιστορίες του δεν είναι μόνο καλό φανταστικό, αλλά ειναι και καλή λογοτεχνία και η ανάγνωση των βιβλίων του στο πρωτότυπο μπορεί να είναι μια πολύ επικοδομιτική ασχολία. Οι λογοτεχνικές του ικανότητες είναι φανερές και στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Kearney “The Ten Thousand”:
“By the sea, Rictus had been born, and now it was by the sea that he would die.
He had thrown away his shield and sat on a tussock of yellow marram grass, with the cold grey sand between his toes and a blinding white lace of foam from the incoming tide blazing bright as snow in his eyes.
If he lifted his head there was real snow to be seen also, on the shoulders of Mount Panjaeos to the west. Eternal snow, in whose drifts the god Gaenion had his forge, and had hammered out the hearts of stars.
As good a place as any to make an end.
He felt the blood ooze from his side, a slow promise, a sneer. It made him smile. I know that, he thought. I know these things. The point has been made. A spearhead from Gan Burian has made it.
He still had his sword, such as it was, a cheap, soft-iron bargain he ‘d picked up more out of a sense of decorum than anything else. Like all men, he knew his real weapon was the spear.”
“Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ.”
Κατ’ αρχήν, πείτε μας λίγα πράγματα για το «Ten Thousand» που θα θέλατε εμείς να γνωρίζουμε, πριν το διαβάσουμε.
Είναι η ιστορία ενός στρατού, ενός σώματος ανδρών που τους ενώνει ο πόλεμος. Οι στρατιώτες αυτοί, εξαιτίας των περιστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζουν, πρέπει να αποφασίσουν τι άνδρες θέλουν να είναι. Είναι αρκετά ωμή ιστορία, βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα της Ανάβασης, αλλά με κάποιες δικές μου ανατροπές. Και είναι τοποθετημένη σε έναν εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο.
Ως Ελληνίδα με κέντρισε ιδιαίτερα η ιδέα της ανάγνωσης ενός φανταστικού σκηνικού που μοιάζει αρχαιοελληνικό. Ως συγγραφέα, τι σας έκανε να δημιουργήσετε έναν τέτοιο κόσμο; Τι σας τράβηξε ώστε να γράψετε το φανταστικό είδωλο της Ανάβασης;
Πιστεύω πως είναι μια από τις καλύτερες ιστορίες του κόσμου. Η στιγμή που οι Έλληνες βλέπουν από μακριά τη θάλασσα και φωνάζουν το «Θάλαττα! Θάλαττα!» είναι από τις πιο εντυπωσιακές τόσο της λογοτεχνίας όσο και της Ιστορίας. Πάντοτε με γοήτευε η Αρχαία Ιστορία, όχι μόνο ο κόσμος των Ελλήνων αλλά και εκείνος των Αχαιμενιδών Περσών. Ήταν κάτι που κάποιες φορές μοιάζει πολύ κοντινό σε μας, από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του έχει νοστιμίσει τον πολιτισμό που έχουμε σήμερα κι όμως ταυτόχρονα ένα άλλο μέρος του είναι εξωτικά ανοίκειο. Σκέφτηκα ότι αυτή η εξωτικότητα μπορούσε να τονιστεί και να διακριθεί, να χρησιμοποιηθεί ως η κινητήριος δύναμη της ιστορίας. Έτσι, τη στιγμή που ο λαός των Macht στον κόσμο του «Ten Thousand» είναι διακριτά ανθρώπινος, οι υπόλοιπες φυλές του βιβλίου ανήκουν στην πραγματικότητα σε άλλο είδος. Ήταν ένας τρόπος να αναπαράγω την απομόνωση των Αχαιμενιδών, όπως επίσης και να τονίσω τις διαφορές που είχαν αυτές οι δύο κουλτούρες.
Κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο η φήμη ότι θα έχουμε δύο νέα βιβλία μετά το «Ten Thousand»: το «Corvus» και το «Kings of Morning». Θα μπορούσατε να μας κάνετε να τα περιμένουμε με ανυπομονησία, λέγοντας μας λίγα λόγια γι’ αυτά;
Αυτή την εποχή γράφω το «Corvus». Δε θα ήθελα να αποκαλύψω πολλά, αλλά αρκεί να σας πω ότι τα επόμενα δύο βιβλία θα είναι επίσης εμπνευσμένα από επεισόδια της Ελληνικής και Περσικής Ιστορίας. Σκοπεύω να ερευνήσω τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την καριέρα του Αλέξανδρου. Ο Rictus, ο πρωταγωνιστής του «Ten Thousand», θα βρίσκεται και στα δύο επόμενα βιβλία, αν και θα εμφανίζεται μεγαλύτερος στην ηλικία και πιο ώριμος ως άνθρωπος.
Οι προσωπικές σας εμπειρίες ως μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών) πόσο σας βοηθούν όταν γράφετε;
Πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να είχα γράψει τα βιβλία που έχω γράψει, χωρίς αυτές τις εμπειρίες. Φορούσα στολή για περίπου εννέα χρόνια κι αυτό μου έδωσε μια ιδέα σχετικά με το πώς δουλεύουν οι στρατιώτες και πώς λειτουργούν τα μεγάλα σώματα ανδρών. Κι επιπλέον η πεζοπορία στα βουνά με βοήθησε να οπτικοποιήσω τη σκληρή καταπόνηση από το παρατεταμένο ταξίδι διαμέσου της υπαίθρου, μέσα σε ένα άγριο τοπίο -τον στυλοβάτη μεγάλου μέρους της λογοτεχνίας του φανταστικού, πρέπει να τονίσω.
Συνήθως τα φανταστικά μοτίβα έχουν μια ψευδο-μεσαιωνική απόχρωση. Αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, με όλο και περισσότερους συγγραφείς να δοκιμάζουν διαφορετικές εποχές για την κοσμοπλασία τους, όπως η βικτωριανή σειρά Gentelmen Bastards του Scott Lynch ή η ναπολεόντεια σειρά Temeraire της Naomi Novik. Φαίνεται πως σας αρέσει αυτό το νέο “κύμα”, λαμβάνοντας υπόψη το Macht (ψευδο-αρχαιοελληνικό) και το Monarchies of God (ψευδο-Αναγεννησιακό) σκηνικό. Ποια ήταν η αιτία που σας οδήγησε σε αυτήν την επιλογή;
Οι Macht ήταν μια ιδέα που κυοφορείτο στο μυαλό μου για πολύ καιρό, από τότε που διάβασα τις νουβέλες της Mary Renault. Αλλά το «Monarchies of God» είναι πολύ παλιότερο. Το «Hawkwood’s Voyage» (σ.τ.Μ.: το πρώτο βιβλίο της σειράς) εκδόθηκε πριν από δεκατρία χρόνια, οπότε αν υπάρχει νέα «κύμα», τότε εγώ το ξεκίνησα! Σοβαρά τώρα, αγαπούσα πάντοτε την ιστορία της Αναγέννησης το ίδιο με την Αρχαία. Έχεις ατσάλι και μπαρούτι να συνυπάρχουν, τις απαρχές της πραγματικής επιστήμης, μια αμφισβήτηση της θρησκείας και μαζικούς πολέμους μεταξύ δύσης και ανατολής, δύο διαφορετικές πίστεις, δύο διαφορετικά συστήματα αξιών. Είναι πολύ πιο δυναμικό από το στάνταρ μεσαιωνικό μοτίβο της πλειοψηφίας της φανταστικής λογοτεχνίας.
Η υψηλή ποιότητα της γραφής σας εξαίρεται σε όλες τις κριτικές που έχουν γίνει στο έργο σας κι αυτό μπορώ να πω ότι αποτελεί και προσωπική μου εμπειρία. Το βρίσκετε εύκολο να ανταποκρίνεστε στην απαίτηση των αναγνωστών σας για υψηλής ποιότητας γραφή;
Στ’ αλήθεια δε μπορώ να πω πώς γράφω. Απλά προσπαθώ να πω μια ιστορία και μου βγαίνει όπως μου βγαίνει. Πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα να γράψω με άλλον τρόπο. Ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει τη γραφή μου είναι ο χρόνος. Αν με πιέζει κάποια προθεσμία, πρέπει να προσέξω και να μην πιέσω την ιστορία να τελειώσει. Κάποιες φορές, είμαι τόσο βυθισμένος στην κατασκευή μιας παραγράφου, που ο ρυθμός του κεφαλαίου μπορεί να υποφέρει. Ίσως να είναι ένα σημάδι των ετών που περνούν από πάνω μου!
Λέγεται ότι οι συγγραφείς είναι σαν τους θεούς: δημιουργούν και καταστρέφουν. Αλλά κάθε τόσο ξεχωρίζει ένας χαρακτήρας, όπως ο Corfe Cear-Inaf στο «Monarchies of God», που, με δικά σας λόγια, “καταλαμβάνει τα βιβλία πιάνοντάς με εξαπίνης”. Πώς αισθάνεστε όταν ένας χαρακτήρας είναι τόσο ζωντανός ώστε ακόμη και ο ίδιος του ο δημιουργός δεν μπορεί να τον ελέγξει;
Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να νιώσει ένας συγγραφέας -το πιστεύω πραγματικά αυτό. Γιατί όταν συμβαίνει, είναι σχεδόν σα να μη γράφεις εσύ την ιστορία – είναι σα να είσαι ο «αγωγός» των γεγονότων. Δε συμβαίνει συχνά, αλλά όταν συμβαίνει, μετατρέπει τη συγγραφή στην καλύτερη δουλειά του κόσμου.
Υπάρχει κάτι που πραγματικά να σας αρέσει ή πραγματικά να μη σας αρέσει στη διεθνή φανταστική σκηνή, όπως αυτή παρουσιάζεται στις μέρες μας;
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δε διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ. Ρίχνω μια ματιά σε κάποιο, από καιρού εις καιρόν, και περιστασιακά κάποιος φίλος με καταπιέζει να διαβάσω ένα, αλλά το βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσω το είδος με πραγματική ευχαρίστηση -συνεχώς συγκρίνω αυτό που διαβάζω με αυτά που γράφω εγώ. Έχοντας αυτό υπόψην, πιστεύω πραγματικά ότι τα σκουπίδια της λογοτεχνίας του φανταστικού που εκδίδονται αντιστοιχούν σε μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου της απ’ όσο θα έπρεπε.
Ποια βιβλία πιστεύετε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει ένας πρωτάρης αναγνώστης του φανταστικού;
Τα κλασσικά -Τόλκιν, Στέφεν Ντόναλντσον, Τζούλιαν Μέι, Τζακ Βανς, Τζον Κρόουλυ. Αυτοί ήταν πραγματικοί αριστοτέχνες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες της νεότητάς μου, που με έκαναν να ξεκινήσω να διαβάζω. Είναι πραγματικοί συγγραφείς, που ξέρουν πώς να πουν μια ιστορία με όμορφο, γοργό ρυθμό, και που ταυτόχρονα έχουν τις αφηγηματικές ικανότητες να την κάνουν να ξεχωρίσει.
Και, τέλος, ποιες είναι οι ευχές σας για το 2010;
Να τελειώσω το «Corvus» στην ώρα του!
Ο Paul Kearney γεννήθηκε στο Ballymena της Βόρειας Ιρλανδίας, το 1967 και σπούδασε στο Lincoln College της Οξφόρδης. Είναι μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών). Έχει ζήσει στην Κοπεγχάγη, το Νιού Τζέρσεϊ και το Καιμπριτζσάιρ, αλλά προς το παρόν το σπίτι του βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα στο County Down, με τη σύζυγό του, δύο σκυλιά, μια φθαρμένη βάρκα, και πάρα πολλά βιβλία. Bιβλίoγραφία: The Way to Babylon (1992), A Different Kingdom (1993), Riding the Unicorn (1994), η πενταλογία The Monarchies of God (Hawkwood’s Voyage-1995, The Heretic Kings-1996, The Iron Wars-1999, The Second Empire-2000, Ships From the West-2002), η διλογία The Sea Beggars (The Mark of Ran-2004, This Forsaken Earth-2002), The Ten Thousand (2008, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας των Macht).
Ακολουθεί η κριτική της Ευθυμίας για το τελευταίο βιβλίο του Paul Kearney.
Paul Kearney
The Ten Thousand
Solaris (UK), 2008
Μ’ αρέσουν τα βιβλία που μπορώ να τα καταλάβω άνετα. Κι όταν λέω καταλάβω εννοώ σε όλα τα επίπεδα της λέξης, από την συνειδητή εγκεφαλική κατανόηση έως το υποσυνείδητο ψυχανέμισμα του ενστίκτου. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται το ότι τελικά, ο Λόγος είναι εκείνο που μας εκφράζει, που μας κρατάει σε συνοχή με εκείνο που εκφράζει τους άλλους.
Τι συμβαίνει λοιπόν με κάποια βιβλία, που, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένα σε ξένη γλώσσα -σε ξένο Λόγο-, εγώ τα καταλαβαίνω άνετα; Τι παραπάνω έχουν αυτά; Τι παραπάνω έχει από ένα ιστορικό μυθιστόρημα Έλληνα συγγραφέα η φάνταζυ νουβέλα «The Ten Thousand», του Ιρλανδού Paul Kearney;
Μη με κοιτάτε λοξά, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ούσα γνωστή αρνητίς της στρατιωτικής λογοτεχνίας, το άτιμο το βιβλίο αυτό με κέρδισε. Κι όχι απλώς με κέρδισε, το κατάλαβα κιόλας.
Μυστήριο. Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα να διαβάσει military fantasy (δηλαδή φανταστική λογοτεχνία που έχει για κύριο θέμα την στρατιωτική πλευρά μιας ιστορίας) και μάλιστα κάτι που μοιάζει με την Κάθοδο των Μυρίων σε εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο, σε γλώσσα ξένη από τη δική της κι όμως να της αρέσει; Το σκέφτηκα πολύ και βρήκα μερικούς υπόπτους για το έγκλημα. Ας πούμε, το ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικά αληθοφανές και καταπληκτικό στις περιγραφές των μαχών και των συνήθειων των στρατιωτών, σε σημείο να σε παρασύρει. Ή η σύλληψη της θεάς των μισθοφόρων, που λέγεται Antimone κι είναι η θεότητα που κλαίει τους νεκρούς στα πεδία των μαχών. Ή η χρήση ελληνικών αυτούσιων λέξεων όπως ο ωθισμός (othismos) ή η αιχμή (aichme) μέσα στο αγγλικό κείμενο.
Αλλά τελικά δεν πρέπει να είναι μόνο αυτά. Πρέπει να είναι κι η ίδια η απατηλή ελληνικότητα του κειμένου, των ανθρώπων που περιγράφονται, των καταστάσεων τις οποίες υποσυνείδητα αναγνωρίζω ως οικίες. Πρέπει να είναι το άρωμα κι όχι μόνο ο Λόγος που με κάνει να το καταλαβαίνω αυτό το βιβλίο, να το Καταλαβαίνω σε όλα του τα επίπεδα. Ακόμη και σε ‘κείνα στα οποία δεν αρκεί το ένστικτό μου για να τα συλλάβω.
One Response to “συνέντευξη 07: Paul Kearney”
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.
Buy:Levitra.Soma.VPXL.Cialis Professional.Viagra Professional.Propecia.Cialis Soft Tabs.Cialis Super Active+.Viagra Soft Tabs.Super Active ED Pack.Maxaman.Tramadol.Viagra Super Force.Viagra.Viagra Super Active+.Zithromax.Cialis….