Welcome to Bookmarks magazine. Please add Bookmarks to your bookmarks! Our site is currently under contrsuction.
FAIL (the browser should render some flash content, not this).

ημερόλογιο ανάγνωσης 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:25 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Τετάρτη. Οι ποικίλες εμμονές και συνήθειες της αναγνωστικής μου πρακτικής συγκροτούν όλες μαζί μια αναγνωστική θεωρία η οποία δεν υπάρχει μεν πουθενά με συνοχή και σαφήνεια διατυπωμένη, αλλά καθορίζει αποφασιστικά τον τρόπο που διαβάζω και περιγράφω τη διαδικασία αυτή. Κεντρική θέση στην αναγνωστική μου αυτή θεωρία καταλαμβάνει η αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα τα βιβλία είναι ταξιδιωτικά (όχι μόνο τα Άρλεκιν δηλαδή). Με την έννοια ότι κάθε βιβλίο απαιτεί από τον αναγνώστη (ή προκαλεί στον αναγνώστη) μια νοητική και ψυχική μετατόπιση στον χώρο και, ενδεχομένως, στον χρόνο που λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη ενός πραγματικού ταξιδιού. Μετριοπαθώς, επομένως, εκφράζομαι όταν χαρακτηρίζω κάθε βιβλίο ταξιδιωτικό (εκτός, βέβαια, από τα εγχειρίδια αυτοβοήθειας), ενώ αυτό που θα έπρεπε να πω είναι πως κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι ή, έστω, ένα ταξιδιωτικό μέσο, όπως το πλοίο και τ’ αεροπλάνο.

Πέμπτη. Το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη» (εκδ. Ίνδικτος), που μου γέννησε χθες, καθώς το διάβαζα, τις προηγούμενες σκέψεις, είναι, πάντως, ένα πραγματικό ταξιδιωτικό βιβλίο – ένα στοχαστικό ταξιδιωτικό αφήγημα θα το χαρακτήριζα ακριβέστερα, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει (και συμπληρώνει) τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του από τη σύντομη διαμονή του στην αμερικανική μητρόπολη. Όταν άξιζε ακόμα να τον διαβάζει κανείς, το 1924, ο Λουί Αραγκόν είχε ξεκινήσει μια περιπλάνηση στο Παρίσι με σκοπό να το ανακαλύψει εκ νέου μέσα από τη μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας του. Η αφήγηση της περιπλάνησής του κυκλοφόρησε σε βιβλίο δυο χρόνια αργότερα με τον τίτλο «Ένας Παριζιάνος χωρικός» (στα ελληνικά κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τον Στέφανο Κ. Κουμανούδη από τις εκδόσεις Ύψιλον). Ο Γιάννης Κιουρτσάκης επιλέγει να μιλήσει στο δικό του βιβλίο από τη σκοπιά του χωρικού, από τη σκοπιά δηλαδή του ανθρώπου που εμπιστεύεται περισσότερο τις αισθήσεις και την πρωτογενή εμπειρία και λιγότερο τις εκ των προτέρων σχηματισμένες αντιλήψεις και μιλάει με τη δική του φωνή.

Παρασκευή. Μιλάει για την εμπειρία του ταξιδευτή που παραμένει και σήμερα μια συγκλονιστική περιπέτεια, έστω κι αν το αεροπλάνο δεν αφήνει χρόνο στον επιβάτη του να συνειδητοποιήσει τη διανυθείσα απόσταση· έστω κι αν η ομοιομορφία των αεροδρομίων, των ξενοδοχείων, των αυτοκινητοδρόμων και των πολυκαταστημάτων κάνει αδιόρατες τις διαφορές από τόπο σε τόπο· έστω κι αν οι γνώσεις μας για τον κόσμο είναι πια τόσες που σχεδόν αποκλείουν την έκπληξη. Το ταξίδι, όμως, όταν δεν είναι μια ανώφελη μετακίνηση, μπορεί να γίνει μια εκγύμναση του βλέμματος να δει πέρα από την ομοιότητα και βαθύτερα στον άλλο τόπο. Όπως το διατυπώνει και ο Ίταλο Καλβίνο με αφορμή ένα ταξίδι του στην Ιαπωνία: «Βλέπω σημαίνει αντιλαμβάνομαι τις διαφορές και μόλις οι διαφορές ομοιογενοποιηθούν στην προβλεπόμενη καθημερινότητα, το βλέμμα τρέχει πάνω σε μια λεία και χωρίς προεξοχές επιφάνεια. Τα ταξίδια δεν χρησιμεύουν και πολύ για την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά για να σε βοηθήσουν να επαναδραστηριοποιήσεις για μια στιγμή τη χρήση των ματιών σου, την οπτική ανάγνωση του κόσμου».

Σάββατο. Ένα ταξίδι όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως γίνεται φανερό στο βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη, δεν είναι ίδιο με οποιοδήποτε άλλο ταξίδι. Καταρχάς γιατί η χώρα αυτή δεν είναι εύκολο ή δεν είναι καν δυνατόν να γίνει αντιληπτή στην ενότητά της. «Αυτή είναι η Αμερική», διαβάζουμε στο βιβλίο, «ο κόσμος όπου συμβιώνουν οι πιο παράταιροι, οι πιο απόμακροι κόσμοι». Από τη μία, λόγου χάριν, η συντηρητική πουριτανική Αμερική της ενδοχώρας και από την άλλη ο κόσμος των πανεπιστημίων, της έρευνας και της αμφισβήτησης· από τη μία η Αμερική του χρήματος, της υπερκατανάλωσης και του αμερικάνικου ονείρου κι από την άλλη εκείνη του Χένρι Μίλερ και των ομοίων του, που προτιμάνε να πεθάνουν της πείνας στην Ευρώπη παρά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κι όμως είναι εκεί ακριβώς, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, που ο Έλληνας έχει τη δυνατότητα να δει τα χαρακτηριστικά της Ευρώπης καθαρότερα, λόγω της απόστασης και της διαφοράς, και να δει, επιτέλους, κι αυτή την Ελλάδα ως μέρος της Ευρώπης.

Κυριακή. Κάθε λόγος για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί παρά να καταλήξει να είναι ένας στοχασμός για τον σύγχρονο κόσμο ολόκληρο και για τον άνθρωπο της εποχής μας συνολικά. Έτσι συμβαίνει στον «Χωρικό στη Νέα Υόρκη» όπου διαβάζουμε: «Το έχω πει και θα το ξαναπώ: εδώ δεν μιλάω μόνο για την Αμερική· μιλάω για τη σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, όπως μας δίνει απλώς την ευκαιρία να τη διαβάσουμε πιο καθαρά η Αμερική». Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στο «Λος Άντζελες», στο τετράγωνο βιβλίο των εκδόσεων Μελάνι που περιέχει κείμενα από τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», που δεν κυκλοφορούν πια, και φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου από την Πόλη των Αγγέλων. Από την κατακόρυφη Νέα Υόρκη, λοιπόν, στο οριζόντιο Λος Άντζελες (σελ. 42 του βιβλίου): πρόκειται πάντα για την ίδια χώρα, πρόκειται πάντα για τον σύγχρονο άνθρωπο και τις πόλεις όπου ζει, αλλά μοιάζει να ‘ναι δυο διαφορετικοί κόσμοι.

Δευτέρα. Το Λος Άντζελες που αποτυπώνει στις φωτογραφίες του ο Πέτρος Νικόλτσος απέχει πολύ από εκείνο που βλέπουμε στις ταινίες και στα σήριαλ της τηλεόρασης ή από εκείνο που έρχεται στον νου μας όταν σκεφτόμαστε το Hollywood και την Disneyland ή τις παραλίες με τις ξύλινες προβλήτες και τους γλάρους. Το Λος Άντζελες που βρίσκουμε στις σελίδες του βιβλίου είναι ασπρόμαυρο, πλημμυρισμένο στον καυτό, φονικό ήλιο της Καλιφόρνιας και κρυμμένο στις πυκνές σκιές των κτιρίων. Τα κτίρια μοιάζουν έρημα και ακατοίκητα, άσχημα και σαν εγκαταλειμμένα, τα αυτοκίνητα παλιά και τα ανθρώπινα πρόσωπα ξένα στον χώρο όπου βρίσκονται, δεν κοιτάζουν τον φακό, δεν κοιτάζονται ούτε μεταξύ τους· και παντού σκουπίδια, παράταιρα αντικείμενα, έρημοι δρόμοι, έρημα πάρκινγκ, έρημα σπίτια, ένα δέντρο, μια σημαία, ένα δημόσιο τηλέφωνο, μια διαφημιστική πινακίδα. Στην πόλη κυριαρχεί μια διαρκής αίσθηση μοναξιάς κι ένας φόβος για κάτι άγνωστο μα που αναπόφευκτα πρόκειται να συμβεί.

Τρίτη. Τα κείμενα της Σώτης Τριανταφύλλου που συνοδεύουν τις φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου, αν και δεν έχουν γραφτεί γι’ αυτόν ειδικά τον σκοπό κι είναι μάλιστα αρκετά παλαιότερα από αυτές, τις υπομνηματίζουν ωστόσο εγκυρότατα και φωτίζουν τη ζωή της πόλης από διαφορετικές πλευρές και με ποικίλους τρόπους – συνδυάζοντας την κοινωνιολογική ματιά: «Η πόλη δεν έχει βάθος, δεν έχει εντόσθια, της λείπει η υπόγεια ζωή· το μετρό είναι στοιχειώδες, τα πάρκινγκ ρηχά: σπάνια συναντάς κάποιον τυχαία· το βλέμμα σου διασταυρώνεται με το βλέμμα του άλλου στο κόκκινο φανάρι. Οδηγώντας», με τη βιωματική αφήγηση: «Ήταν ένα καλοκαίρι αργοπορημένο, ανεβασμένο ψηλά στους εκατό Φαρενάιτ. Έμενα στο Ξενοδοχείο των Ραγισμένων Καρδιών και κυνηγούσα μεγάλες ξανθές κατσαρίδες, κατσαρίδες του Λος Άντζελες· όλες εκείνες τις ατέλειωτες βδομάδες ένα παγωτό ή ένα ανοιχτό αυτοκίνητο αρκούσε για να συγκινηθώ και για να θυμηθώ πώς είναι το καλοκαίρι στο Μπιγκ Σερ, εκεί όπου το λιβάδι συναντάει τον Ειρηνικό».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Πώς όλοι – Ιρλανδοί, Σκανδιναβοί, Κινέζοι, Ιταλοί, Έλληνες, Ρώσοι, Πολωνοί, Εβραίοι – έγιναν ένα έθνος πειθαρχημένο στο ήθος της εργασίας και της ατομικής επιτυχίας, που μεταφράζεται τελικά σε χρήμα. Ένα ήθος που τους επιβλήθηκε απ’ έξω και από πάνω – από τους λευκούς αγγλοσάξονες προτεστάντες. Όλοι; Και οι μαύροι; Μα ετούτοι δεν ήταν μετανάστες που ήρθαν να προκόψουν, αλλά ανθρώπινο εμπόρευμα που κουβαλιόταν αλυσοδεμένο από την Αφρική. Κι όμως, ιδού που έγιναν κι αυτοί Αμερικάνοι – ας είναι με τον δικό τους τρόπο, στον δικό τους παράλληλο κόσμο· το επιβεβαιώνει και η σημερινή φυλετική νηνεμία. Ποιά δυσεξιχνίαστη και ακαταμάχητη δύναμη φωλιάζει στο αμερικανικό μοντέλο;
Κι έπειτα, πώς μια τέτοια μεγαλούπολη – μια τέτοια χώρα – δεν θα γεννούσε τακτικά τα απόβλητά της;”

[Γιάννης Κιουρτσάκης, «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη», εκδ. Ίνδικτος]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση· πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια· εμπορικές και χρηματιστηριακές συνοικίες που ερημώνουν στις πέντε το απόγευμα. Η αμερικανική άκρα δεξιά θεωρεί τα μέλη της Νέας Πολεοδομίας συνωμότες που έχουν στόχο να αφαιρέσουν από τους Αμερικανούς τα πολιτικά τους δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμά τους στην περιουσία· το δικαίωμά τους στη μονοκατοικία και στο ιδιωτικό αυτοκίνητο. Η αμερικανική αριστερά (δεν υπάρχει «άκρα αριστερά») θεωρεί τη Νέα Πολεοδομία μια ακόμη εκδήλωση κεφαλαιοκρατικής σπατάλης, απληστίας και ρατσισμού, η οποία, είτε από πρόθεση, είτε όχι, θα διώξει τις «έγχρωμες» κοινότητες και την underclass από τις ιστορικές γειτονιές αυξάνοντας τόσο τις τιμές των ακινήτων ώστε οι πράσινες, χαριτωμένες, λειτουργικές κοινότητες να είναι προσιτές μόνον για λίγους. Οι Νέοι Πολεοδόμοι επιμένουν: «χρειαζόμαστε πυκνές πόλεις, πόλεις που να μην εξαπλώνονται στον χώρο σαν χταπόδια· πόλεις που να περπατιούνται». Αλλά στην αρχιτεκτονική, και στην πολεοδομία, ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά.”

[Σώτη Τριανταφύλλου, «Λος Άντζελες», φωτογραφίες Πέτρος Νικόλτσος, εκδ. Μελάνι]

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.