Ξένη λογοτεχνία 01
Χαρούκι Μουρακάμι
Μετά το σεισμό
(μετ. Βασίλης Κιμούλης)
Ωκεανίδα, 2009
1. Έξι ιστορίες, που φαινομενικά το μόνο κοινό σημείο αναφοράς τους είναι ένας σεισμός. Στην ουσία, αυτό που τις συνδέει είναι το γεγονός ότι οι ήρωες τους έρχονται αντιμέτωποι με κάτι που έχουν αφήσει πίσω τους ή θάψει βαθιά μέσα τους. «Όσο μακριά κι αν ταξιδέψεις, δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις απ’ τον εαυτό σου», λέει η Σιμάο. Οι σκιές παραμονεύουν υπομονετικά, μέχρι να βρουν μια δίοδο να ξεγλιστρήσουν. Και τότε ή θα αναμετρηθούμε μαζί τους ηρωικά ή θα τις αφήσουμε να μας σκεπάσουν.
Παρά τη μελαγχολία που αποπνέει η γραφή του, ο Μουρακάμι είναι μάλλον οπτιμιστής, καθώς οι ήρωες του καταφέρνουν, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, να επιτύχουν μια μορφή κάθαρσης στο τέλος. Οι σουρεαλιστικές πινελιές του βιβλίου, ανάκατες με μαγικό ρεαλισμό, αλλοιώνονται ενίοτε από κοινότοπους στοχασμούς που παρεισφρύουν στην αφήγηση. Ωστόσο, το ιδιαίτερο ύφος του Μουρακάμι, που, αν και λιτό, φέρνει στο νου κινηματογραφικά καρέ, κερδίζει στο τέλος τον αναγνώστη.
της Ευαγγελίας Σολωμού
2. Η αγάπη για κάποιους συγγραφείς δεν είναι μόνο εμμονή, στηρίζεται και σε εντελώς αντικειμενικά κριτήρια. Κι αν το αυτό που με ώθησε να διαβάσω τη συλλογή διηγημάτων «Μετά το σεισμό» του Χαρούκι Μουρακάμι ήταν το όνομά του στο εξώφυλλο –ποτέ δεν ήμουν καλή αναγνώστρια διηγημάτων – το βιβλίο με αντάμειψε με έναν σωρό τρόπους.
Τα διηγήματα της συλλογής έχουν έναν κοινό άξονα, οι ήρωες τους με τρόπο συχνά μακρινό και αόριστο είναι συνδεδεμένοι με το σεισμό σε μια περιοχή της Ιαπωνίας, το Κόμπε. Ο πραγματικός συνεκτικός κρίκος όμως είναι η ίδια η γραφή του Μουρακάμι. Κι αυτό δεν έχει να κάνει με το εξωπραγματικό, μαγικό στοιχείο που διαπερνά όλα του τα έργα. Εξάλλου εδώ η υπέρβαση της πραγματικότητας είναι ίσως λιγότερο παρούσα από ότι σε κάθε άλλο του αφήγημα. Είναι κυρίως η καθαρότητα με την οποία νοήματα βαθιά και έντονα περνούν στον αναγνώστη χωρίς να κουράζουν, σχεδόν δίχως να τα καταλάβεις.
Μια γυναίκα παρατά τον φαινομενικά τέλειο γάμο της, γιατί ο άντρας της είναι «άδειος». Μετά το σεισμό. Μια άλλη αρέσκεται να βλέπει τις φωτιές που ανάβει στην παραλία ένας μεσήλικος ζωγράφος που φοβάται τα ψυγεία. Ένας άντρας βρίσκει επιτέλους τη γυναίκα της ζωής του που ήταν πάντα εκεί και σαν αποκορύφωμα, ένας εισπράκτορας καθυστερούμενων δανείων, άσχημος, ανιαρός και μόνος, σώζει με τη βοήθεια του γιγάντιου Βατράχου το Τόκιο από το σεισμό που ετοιμάζει το τεράστιο Σκουλήκι.
Τα διηγήματα για μένα σχεδόν ποτέ, με την εξαίρεση του Μπόρχες ίσως, δεν έχουν την πολυπλοκότητα ενός μυθιστορήματος. Έτσι οι ιστορίες στο «Μετά το σεισμό» δεν φτάνουν φυσικά το «Κουρδιστό πουλί» ή το «Νορβηγικό δάσος». Αλλά με τη λιτότητα και την καθαρότητά τους κατορθώνουν να ταξιδέψουν τον αναγνώστη, να τον κάνουν να λυπηθεί όταν οι λέξεις τελειώνουν, να θέλει κι άλλο. Κι αυτό μόνο μια Ιαπωνική ψυχή με αυθεντικό λογοτεχνικό ταλέντο, μπλεγμένη στο Δυτικό κόσμο, μπορεί να το κάνει.
της Κατερίνας Μαλακατέ
Suzanne Collins
Αγώνες Πείνας
Πλατύπους, 2009
Εμείς, οι άνθρωποι, συνηθίζουμε να κατηγοριοποιούμε τα πάντα. Στη λογοτεχνία έχουμε τα διάφορα είδη μυθιστορημάτων. Ιστορίες αγάπης, κοινωνικές, φαντασίας, θρίλερ. Εύκολα, οι περισσότεροι, θα έλεγαν ότι οι «Αγώνες Πείνας» της Suzanne Collins, είναι ένα θρίλερ φαντασίας. Όμως, είναι κάτι παραπάνω. Τοποθετημένο σε ένα ζοφερό μέλλον στη Βόρεια Αμερική, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, εξιστορεί την ιστορία ενός δεκαεξάχρονου κοριτσιού και του αγώνα που δίνει για την επιβίωσή της, σε ένα μέρος κατεστραμμένο και χωρίς ελπίδα.
Η Βόρεια Αμερική, με την ονομασία Πάνεμ και με πρωτεύουσα την Κάπιτολ, η οποία περιβάλλεται από δώδεκα επαρχίες, είναι πλέον ένας τόπος άγριος. Η σκληρή κυβέρνηση που ελέγχει τις επαρχίες, διοργανώνει ετήσιους αγώνες με την αναγκαστική συμμετοχή κατοίκων των περιοχών μέχρι να μείνει ζωντανός μόνο ένας παίχτης, αναγκάζοντας όλους τους κατοίκους να παρακολουθούν τους αγώνες από την τηλεόραση. Η Κάτνις, είναι η αφηγήτρια αυτού του γρήγορου και βίαιου μυθιστορήματος που μας κάνει να κρατάμε την ανάσα μας από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.
Γεμάτο αλληγορίες, το βιβλίο της Suzanne Collins, μιλάει για την επιβίωση και τις θυσίες που πρέπει να κάνει μια κοπέλα για να επιζήσει στους πιο σκληρούς αγώνες που μπορεί ο ανθρώπινους νους να φανταστεί. Αυτό που πρέπει να προσέξει ο αναγνώστης είναι οι φανερές ομοιότητες που έχει αυτός ο κόσμος της καταστροφής και της βίας με τον δικό μας. Η ικανότητα της συγγραφέως να μας κάνει να αναρωτηθούμε για τον δικό μας κόσμο και τη δική μας πραγματικότητα, μέσα από ένα μυθιστόρημα που τοποθετείται στο μέλλον είναι αξιοσημείωτη.
Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται τόσο από το εφηβικό κοινό που προτιμά την έντονη δράση σε συνδυασμό με το ρομάντζο, όσο και από τις μεγαλύτερες ηλικίες, οι οποίες θα ασχοληθούν περισσότερο με το συμβολικό μέρος της ιστορίας.
της Μαρίας Γεωργοπούλου
Haruki Murakami,
What I Talk About When I Talk About Running
London: Harvill Secker, 2008
Με εναρκτήριο αφηγηματικό σημείο την Χαβάη, τον Αύγουστο του 2005, ο Ιάπωνας συγγραφέας Χαρούκι Μουρακάμι προχωρεί σε μια ασθμαίνουσα αναδρομή στο σύνολο του συγγραφικού του βίου. Ο Μουρακάμι, που δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα το 1982, σε ηλικία είκοσι εννιά χρόνων, είναι σήμερα ένας απ’ τους μεγάλους συγγραφείς της παγκόσμιας σύγχρονης λογοτεχνικής σκηνής. Είναι επίσης ένας αφοσιωμένος δρομέας μακρινών αποστάσεων, με περισσότερους από είκοσι πέντε μαραθώνιους στο ενεργητικό του. Την πλευρά του αυτή παρουσιάζει στο αυτοβιογραφικό «What I Talk About When I Talk About Running», ένα βιβλίο όπου η ιδιότητά του ως συγγραφέα και η ιδιότητά του ως δρομέα μπλέκονται περίτεχνα· ένα συγγραφικό μόρφωμα μέσα από το οποίο θα αναδειχθεί η μεταφορά που δομεί την τέχνη του Μουρακάμι.
Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την «Μοναξιά του Δρομέα Μεγάλων Αποστάσεων» του Άλαν Σίλιτοου, ο Μουρακάμι έρχεται να παρουσιάσει μια διαφορετική οπτική γωνία για τον εσωτερικό κόσμο του δρομέα. Απαλλαγμένο από την ένταση που αποτελεί προϋπόθεση σε κάθε βιωμένη εμπειρία στις δυτικές κοινωνίες, το βιβλίο του Μουρακάμι παρουσιάζει τον κόσμο του δρομέα μέσα από ένα πρίσμα ανατολίτικης γαλήνης: το τρέξιμο ως μια διαδικαστική πράξη μέσα απ’ την οποία ο δρομέας απαλλάσσεται από τα άγχη, τις πιέσεις, τις τοξίνες της σύγχρονης ζωής, ώστε μέχρι το τέλος της κούρσας έχει αναγεννηθεί εξαγνισμένος. «Τίποτα στον πραγματικό κόσμο δεν είναι τόσο όμορφο όσο η φρεναπάτη ενός ανθρώπου λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις του», γράφει ο Μουρακάμι, σε ένα αφηγηματικό στυλ πολύ πιο λυρικό από αυτό που ξέρουμε απ’ τα μυθοπλαστικά του έργα. Παρουσιάζοντας το τρέξιμο ως μια πράξη μέσα από την οποία ο άνθρωπος κυνηγά και υπερνικά τον εαυτό του, αλλάζοντας διαρκώς επίπεδα και ξεπερνώντας τα όριά του, ο Μουρακάμι συνδέει απαρέγκλιτα την συγγραφική του δραστηριότητα με την κοσμοθεωρία του δρομέα.
Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια το κεφάλαιο όπου αναφέρεται στον πρώτο του μαραθώνιο, μέσα Ιουλίου του 1983 στην Αθήνα. Το καυτό ελληνικό καλοκαίρι, η διαδρομή του κλασσικού μαραθωνίου –ανάποδα, με αφετηρία το Καλλιμάρμαρο και τέρμα τον Τύμβο του Μαραθώνα– και ο ντόπιος που ακούγοντας για το κατόρθωμα κόβει τα λουλούδια μιας γλάστρας και τα προσφέρει στον Μουρακάμι με την επιδοκιμασία του· σταθμοί ζωής για την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα.
της Εβίτας Λύκου
John Haskell
Aμερικάνικο καθαρτήριο
(μτφ. Σοφία Ανδρεοπούλου)
Πάπυρος, 2009
Το πρώτο πράγμα που σου τραβάει την προσοχή στο βιβλίο του John Haskell είναι το εξώφυλλό του – η αισθητική του, όπως και η ίδια η υπόθεση προετοιμάζει τον αναγνώστη για μια ιστορία δρόμου, που παραπέμπει εμμέσως πλην σαφώς στους μπήτνικς.
O Τζακ κατεβαίνει στο βενζινάδικο μόνο για μια στιγμή. Όταν επιστρέφει, τόσο το αυτοκίνητό του όσο και η γυναίκα του έχουν εξαφανιστεί. Όταν λίγο αργότερα ανακαλύπτει στα πράγματά της έναν χάρτη με κάποιες πόλεις σημειωμένες μέσα σε κύκλους, αποφασίζει ν’ ακολουθήσει τα σημάδια για να τη φέρει πίσω.
Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε εφτά ενότητες, η καθεμία από τις οποίες φέρει τον τίτλο ενός από τα θανάσιμα αμαρτήματα και χωρίζεται με τη σειρά της σε εφτά μικρότερα κεφάλαια. Η κάθε ενότητα οδηγεί σταδιακά τον ήρωα στη συνειδητοποίηση των ελλείψεων και των σφαλμάτων του, στην αποδοχή των ‘’αμαρτιών’’ του και στην οδυνηρή απελευθέρωσή του από αυτές.
Εγκλωβισμένος στο δικό του ‘’καθαρτήριο’’ (τον υπεργήινο τόπο, όπου, σύμφωνα με τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία, παραμένουν οι ψυχές, για να καθαρθούν, προτού εισέλθουν στον Παράδεισο), δε θα καταφέρει να ξαναβρεί την Ανν, προτού περάσει από μια σειρά δοκιμασίες, που τελικά θα τον οδηγήσουν στην αλήθεια.
Ενότητα με την ενότητα, ο ήρωας αναπλάθει στο μυαλό του το τέλος της ιστορίας και απαλλάσσεται σταδιακά από όλα του τα προσχήματα, από όλες του τις επίπλαστες ανάγκες, για να καταστεί τελικά ικανός να δεχτεί αυτό που πραγματικά συνέβη.
‘’Υπάρχει κάποια ευχαρίστηση στο να στέκομαι εκεί, να βλέπω τον κόσμο μπροστά μου και να μην θέλω συνέχεια κάτι από αυτόν.’’
Η γραφή του Haskell είναι απλή και λιτή, χωρίς περιττά στολίδια, πιθανόν εκνευριστική για τον αναγνώστη που αναμένει ένα πιο πνευματώδες κείμενο. Οι διαρκείς επαναλήψεις κάποιων φράσεων ή περιστατικών προκαλούν αρχικά απορία, ίσως και δυσαρέσκεια, δικαιολογούνται όμως μέσα στο πλαίσιο του σοκ, το οποίο έχει υποστεί ο ήρωας, καθώς και της ιδιότυπης μαθητείας, που καλείται να βιώσει.
Εν τέλει δυνατό βιβλίο το ‘’Αμερικάνικο καθαρτήριο’’, έχει να προσφέρει πολλά σε εκείνον που θα του παραδοθεί άνευ όρων – και, όπως και ο ήρωας, θα ανακαλύψει στο τέλος, όχι τόσο το τί συνέβη στην Ανν, όσο το κλειδί για τον ίδιο του τον εαυτό.
της Μαρίας Τσουκανά
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.