Ημερολόγιο Ανάγνωσης 05
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Άγχος με κυριεύει, ακόμη και τρόμος, κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου μια ανθολογία ποίησης, διηγήματος ή οποιουδήποτε άλλου είδους (με τις συλλογές τραγουδιών παθαίνω συχνά το ίδιο). Όπως κάθε ιδιωτική βιβλιοθήκη είναι γεμάτη αντιφάσεις, λαβυρίνθους και αδιέξοδα στα οποία εύκολα μπερδεύεται, σκοντάφτει και χάνεται ο ανεξοικείωτος επισκέπτης, έτσι και σε κάθε ανθολογία υπάρχει κάτι το τερατώδες που μπορεί να συγχύσει και να τρομάξει τον απροετοίμαστο και αμάθητο αναγνώστη. Γιατί μια ανθολογία είναι ένα δωμάτιο όπου δεκάδες κι εκατοντάδες φωνές ψιθυρίζουν το δικό της καθεμία τραγούδι και χρειάζεται ψύχραιμο κι εξασκημένο αφτί για να προσανατολιστείς και να συλλάβεις μέσα στο γενικό βουητό τους ξεχωριστούς ήχους και το διαφορετικά νοήματα.
Πέμπτη. Αν πράγματι ισχύουν αυτά για ανθολογίες λίγο-πολύ θεματικά συνεκτικές («Ανθολογία του μαύρου χιούμορ», «Ανθολογία αγγλικού αστυνομικού διηγήματος», «Αλλόγλωσσα ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη»), θα περιμέναμε τα πράγματα να είναι πολύ χειρότερα για «Τα ποιήματα του 2008», έκδοση της Κοινωνίας των (δε)κάτων. Αφού πρόκειται για μια ανθολογία ποιημάτων στην οποία «δεν υπάρχει κεντρικό μοτίβο», όπως σημειώνει ο υπεύθυνος της σειράς ποιητής Ντίνος Σιώτης, «δεν υπάρχει κοινός στόχος, κοινή κατεύθυνση ή κοινός παρονομαστής», αλλά μοναδικό κριτήριο για να συμπεριληφθούν τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία είναι να έχουν δημοσιευτεί σε βιβλίο, περιοδικό ή εφημερίδα κατά το έτος 2008 ώστε να «προκύψει ένα σώμα όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό του σημερινού ποιητικού μας γίγνεσθαι», καθώς επισημαίνουν οι δύο επιμελητές της έκδοσης Γιώργος Μαρκόπουλος και Κώστας Χ. Παπαγεωργίου.
Παρασκευή. Είναι λοιπόν η κατάσταση της ποίησής μας το 2008 (προφανώς ήταν δύσκολο να αντισταθούν στον πειρασμό και να μη συμπεριλάβουν τα δύο ποιήματα του Εμπειρίκου και του Ρίτσου που εμφανίστηκαν αυτή τη χρονιά) που θέλησαν να καταδείξουν οι δύο ανθολόγοι και, όσο δύσκολο κι αν φαντάζει το εγχείρημά τους, νομίζω πως το έφεραν σε πέρας επιτυχώς. Τα 183 ποιήματα που έχουν ανθολογηθεί (τα καλύτερα, κατά την κρίση των δύο προσεκτικών επιμελητών, από μια παραγωγή τριακοσίων σχεδόν συλλογών και εκατοντάδων ακόμη ποιημάτων δημοσιευμένων σε περιοδικά) ξεδιπλώνουν, εκ πρώτης όψεως, 183 διαφορετικές αντιλήψεις για την ποίηση και τον κόσμο. Μια δεύτερη, ωστόσο, ματιά καταδεικνύει μια κυρίαρχη και απογοητευτική ομοιογένεια τόνου και νοήματος· οι ποιητές, και το 2008, μοιάζει να αρκούνται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ή να αρέσκονται στην παράθεση αποσπασματικών παρατηρήσεων για την πραγματικότητα και σε ανέξοδες και ατελέσφορες επινοήσεις και μηχανισμούς προκειμένου να αποφύγουν κάθε ουσιαστική επαφή με την πραγματικότητα.
Σάββατο. Αυτή φαίνεται να είναι η γενική τάση της εποχής μας και καμία ανάλυση δεν θα μπορούσε να την προβάλει καλύτερα από μια τέτοιου είδους ανθολογία. Υπάρχουν όμως στις σελίδες των «Ποιημάτων του 2008» (πώς θα μπορούσε να μην υπάρχουν;) και τριάντα-σαράντα ποιήματα (καθόλου λίγα δηλαδή) που αρθρώνουν έναν διαφορετικό λόγο και αντηχούν μ’ έναν πιο προσωπικό τόνο. Κι είναι αυτό το μεγαλύτερο κέρδος που βγαίνει από τη δουλειά των δύο ανθολόγων: η προτροπή προς τον αναγνώστη να αναζητήσει και να διαβάσει και άλλα ποιήματα αυτών, τουλάχιστον, των ποιητών. Παραμερίζοντας όσους είναι ήδη γνωστοί, παραθέτω λίγα από αυτά τα ονόματα, όσων τουλάχιστον είναι ακόμη νέοι ή σχετικά άγνωστοι στον μέσο αναγνώστη ποίησης: Δημήτρης Αθηνάκης, Νίκος Βιολάρης, Φοίβη Γιαννίση, Σπύρος Κατσίμης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αναστασία Παρασκευουλάκου, Νίκος Σκούτας. Και, με οδύνη, τα ονόματα τριών ποιητών που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας: Ηλίας Λάγιος, Τάσος Δενέγρης, Γιώργης Παυλόπουλος.
Κυριακή. Θεωρώ πως σε γενικές γραμμές είμαι καλοπροαίρετος αναγνώστης· αν το πρώτο έργο ενός συγγραφέα που θα διαβάσω δεν με ικανοποιήσει απολύτως, είμαι σχεδόν πάντα πρόθυμος να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία και να πιάσω στα χέρια μου ένα ακόμη δικό του βιβλίο. Όταν πάλι το πρώτο έργο που θα διαβάσω βρεθεί να είναι του γούστου μου, είναι σχεδόν βέβαιο πως πολύ γρήγορα θα έχω αποκτήσει (ή θα έχω σημειώσει επιμελώς με σκοπό να αγοράσω) όλους τους δικούς του τίτλους που κυκλοφορούν – και όχι μόνο στην ελληνική αγορά. Έτσι περίπου έγινε με την αμερικανίδα συγγραφέα Ursula K. Le Guin. Ξεκίνησα με τα μυθιστορήματα επιστημονικής (και πολιτικής) φαντασίας που έχει γράψει, δύο από τα οποία περιλαμβάνονται πια στα πιο αγαπημένα μου βιβλία («Ο αναρχικός των δύο κόσμων» και «Η λέξη για τον κόσμο είναι δάσος») και συνέχισα με διηγήματα, ποιήματα («Incredible good fortune») και δοκίμιά της («The wave of the mind»), ώσπου αντιλήφθηκα πως έχει γράψει και παιδικά βιβλία· «Οι φτερόγατες» είναι το πρώτο που αγόρασα.
Δευτέρα. Σε αντίθεση με «Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου», το παιδικό βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, που προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα μια ιστορία και για μικρούς και για μεγάλους και καταλήγει να είναι μια μάλλον απλοϊκά διδακτική αλληγορία που δεν ικανοποιεί κανέναν, τα παιδικά βιβλία της Λεγκέν (στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σμίλη τρία βιβλία της σειράς «Φτερόγατες») πετυχαίνουν καλύτερα τον δικό τους στόχο: παρακολουθούνται με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση από τους μικρούς αναγνώστες ή ακροατές τους (απευθύνονται σε παιδιά 7-10 ετών) και μεταδίδουν το όραμα της συγγραφέως για την αρμονική συνύπαρξη όλων των όντων που ζουν στον πλανήτη, στο σύμπαν ή και στη φαντασία. Πρόκειται για τις περιπέτειες τεσσάρων γατών που έχουν γεννηθεί έχοντας φτερά στους ώμους τους και, εξαιτίας αυτής τους της διαφορετικότητας, αντιμετωπίζονται από τους περισσότερους σαν αλλόκοτα και επικίνδυνα πλάσματα, με επιφυλακτικότητα και εχθρότητα – όχι όμως κι απ’ όλους. (χρόνος ανάγνωσης: 9.00-9.30 μ.μ. πριν τον βραδινό ύπνο).
Τρίτη. Κάθε αναγνώστης είναι και ανθολόγος· και κάθε βιβλίο που διαβάζει αυτομάτως αρχειοθετείται στη μνήμη του μαζί με άλλα ομοειδή (ή και όχι απολύτως ομοειδή) αναγνώσματα που έχει διαβάσει, έτσι που όταν κάποιος τον ρωτήσει αν έχει υπόψη του κάποιο κείμενο για το σκάκι ή περί βλακείας ή ένα ποίημα για τη μητέρα να μπορεί άνετα να αραδιάσει δυο-τρία παραδείγματα. Αν, μέρες που είναι, μου ζητηθεί να προτείνω μερικά διηγήματα για τα Χριστούγεννα, θα θυμηθώ τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα, θα θυμηθώ «Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού στην Ουαλία» του Ντίλαν Τόμας, πρώτο όμως θα έρθει στον νου μου το διήγημα του Τρούμαν Καπότε «Μια Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση» (από τον τόμο «Όλα τα διηγήματα», μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη). Αυτή την ιστορία διαβάζω σήμερα, την ωραιότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία, και βυθίζομαι σε μια γλυκιά νοσταλγία για μιαν εποχή κι έναν τόπο που δεν τα έχω ζήσει ποτέ, αλλά έχουν τόσες συναισθηματικές αντιστοιχίες με δικά μου περασμένα χρόνια που είναι σαν να πρόκειται για τη δική μου ζωή.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
“Ακακία· όχι ανάμνηση αλλά δικαιωμένο παρόν – άργησε φέτος ν’ ανθίσει·
στον ίσκιο της σήμερα
ένα μισάνοιχτο στόμα της μουσικής
η εμφανής βεβαιότητα των φύλλων
εκείνα τα σημάδια της πάλης με το χιόνι
τα λεπτά δάχτυλα του Μαρτίου
η περηφάνια του δάσους σ’ έναν και μόνον κάλυκα
πόσο σου μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
(έχω σημειώσει και άλλοτε:
στην παρακμή των καρπών
το μέτρο των ονείρων
πατημένα μήλα,
φλούδες που ήταν κάποτε ο κόσμος
χρυσόμυγες, τυφλά σκουλήκια
εκδικούνται ή θέλουν άραγε να ματαιώσουν εικόνες;
Απλωμένα μυστικά περιμένουν τη λύση τους).
Πόσο σου μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί.”
[Γιώργος Βέης, Εμπειρία, από «Τα ποιήματα του 2008», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “«Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων εξοικονομούμε κι οι δυο μαζί μια πεντάρα και πηγαίνουμε στο χασάπη ν’ αγοράσουμε το παραδοσιακό δώρο της Κουίνι, ένα καλό, ιδανικό για ροκάνισμα βοδινό κόκκαλο. Βάζουμε το κόκκαλο, τυλιγμένο σ’ αστείο χαρτί, ψηλά στο δέντρο, κοντά στο ασημένιο αστέρι. Η Κουίνι ξέρει ότι είναι εκεί. Κάθεται μπροστά στο δέντρο και κοιτάζει ψηλά, σ’ έκσταση από τη βουλιμία, κι όταν έρχεται η ώρα για ύπνο αρνείται να κουνηθεί. Αλλά και η δικιά μου έξαψη δεν είναι λιγότερη. Κλοτσώ τα σκεπάσματα και στριφογυρίζω το μαξιλάρι μου λες κι είναι μια καυτή καλοκαιρινή νύχτα. Κάπου ένας κόκορας λαλά· παραπλανητικά, γιατί ο ήλιος είναι ακόμη στην άλλη μεριά του κόσμου.
«Μπάντυ, είσαι ξύπνιος;» Είναι η φίλη μου· φωνάζει από την κάμαρά της, που ‘ναι δίπλα στη δικιά μου, και μια στιγμή αργότερα κάθεται στο κρεβάτι μου κρατώντας ένα κερί. «Δεν μπορώ να κλείσω μάτι», δηλώνει. «Το μυαλό μου πηδά σαν λαγός»..”
[Τρούμαν Καπότε, «Όλα τα διηγήματα 1943-1982», μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2006]
Leave a Reply
You must be logged in to post a comment.