Welcome to Bookmarks magazine. Please add Bookmarks to your bookmarks! Our site is currently under contrsuction.
FAIL (the browser should render some flash content, not this).

You are currently browsing the Bookmarks blog archives for March, 2010.

Archive for March, 2010

Ξεφυλλίστε το 7ο τεύχος!

Saturday, March 6, 2010 @ 16:45 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

Διαβάστε το περιοδικό ηλεκτρονικά και αν σας αρέσει μοιραστείτε το link με τους φίλους σας.

EPPUR SI MUOVE

Saturday, March 6, 2010 @ 16:41 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

από τον Γιάννη Πλιώτα

Δεκαπέντε ακόμα μέρες αφήσαμε πίσω μας και δεκαπέντε ακόμα φάνηκαν στον ορίζοντα. Όσο και να προσπαθούμε δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη ροή του χρόνου, η γη συνεχίζει να περιστρέφεται και τα πλήθος γύρω μας να βουίζει πολυάσχολο (είναι λίγο κλισέ η παρομοίωση, το ξέρω). Όπως θα διαπιστώσετε σε αυτό το τεύχος φιλοξενούμε πολλά θαυμαστά και παράξενα, και οι οδηγίες για να σας αποκαλυφθούν είναι σχετικά απλές: υψώστε τον δείκτη του δεξιού σας χεριού και κατόπιν κατεβάστε τον ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο αριστερό μπουτόν του ποντικιού σας. Ταυτόχρονα περιστρέψτε τους βολβούς των ματιών σας ώστε να σαρώσουν όλο το μήκος και πλάτος της οθόνης του υπολογιστή. Απομένει να αφομοιώσετε τις πληροφορίες.
Τι θα διαβάσετε; Πρώτα απ’ όλα για έναν Ιρλανδό συγγραφέα, του οποίου τα βιβλία δεν έχουν εκδοθεί ακόμα στη χώρα μας. Υποψιάζομαι πάντως ότι μετά την παρουσίασή μας θα κεντρίσει το ενδιαφέρον πολλών εκδοτικών οίκων. Μαζί με τον Paul Kearney λοιπόν έρχεται και ένας παλιός γνωστός μας, ο Ξενοφώντας. Ναι, σωστά θυμάστε απ’ το σχολείο, είναι εκείνος ο στρατηγός που έγραψε την «Κύρου Ανάβασις» και την «Κάθοδο των Μυρίων». Από το τελευταίο άντλησε έμπνευση ο Kearney και έγραψε το μυθιστόρημα φαντασίας «Ten Thousand», δηλαδή δέκα χιλιάδες, δηλαδή μύριοι (για όσους δεν θυμούνται τα αγγλικά τους). Περισσότερα διαβάστε λίγες σελίδες παρακάτω στη συνέντευξη που παραχώρησε ο συγγραφέας στην Ευθυμία Δεσποτάκη και αναζητήστε τον στην προσωπική του σελίδα: http://www.paulkearneyonline.com/.
Έχουμε και ένα αφιέρωμα στον Χιλιανό Λουίς Σεπούλβεδα, με μια σύντομη παρουσίαση της ζωής του και κριτικές για τρία βιβλία του. Αν σας αρέσει ο Μάρκες (Γκαμπριέλ Γκαρσία κτλ) και η καλή λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, ρίξτε μια ματιά. Όπως θα διαπιστώσετε η ατζέντα μας εκτός του ότι άλλαξε μορφή, επεκτείνεται πλέον, έτσι ώστε να ενημερώνεστε αρτιότερα για τις εκδηλώσεις που έρχονται. Σας διαβεβαιώνω ότι όσα προτείνουμε αξίζουν την προσοχή σας, ενώ για να σχηματίσετε πληρέστερη εικόνα επισκεφθείτε ηλεκτρονικά το ΕΚΕΒΙ.
Επίσης για να σας προετοιμάσουμε κατάλληλα για το Πάσχα, εξασφαλίσαμε την προδημοσίευση ενός διηγήματος της Στέργιας Κάββαλου, από τη συλλογή της «Αλτσχάιμερ Trance» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το όνομα του διηγήματος: «Χριστούγεννα». Εντάξει, ίσως να μην ακούγεται και πολύ επίκαιρο, αλλά τέχνη κάνουμε. Δεν χρειάζεται να τηρούμε τους τύπους.
Ο χρόνος πάλι πέρασε. Στις δέκα του Μάρτη, Θεού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος θα μας κρατήσετε και στα χέρια σας. Ραντεβού τότε σε βιβλιοπωλεία, βιβλιοθήκες, art cafι, παγκάκια και μετρό. Θα κρατήσουμε απουσίες. Μην λείψει κανείς!

* Από χθες διαβάζω ξανά το «V for Vendetta». Θα ήθελα πολύ ο Άλαν Μουρ να γράψει ένα κόμικ για την κατάσταση στην Ελλάδα. Ή ο V να έκανε μερικές έκτακτες εμφανίσεις στη χώρα μας.

βιβλίο επισκεπτών 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:37 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

(Απόσπασμα) – του Δημήτρη Μουζάκη*

Ένα βράδυ –βράδυ θα πρέπει να ‘ταν, μιας και τοίχος που δε νιώθει το φεγγάρι δεν υπήρξε ποτέ- το δωμάτιο του τοίχου επισκέφθηκε για πρώτη φορά ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν από τους ανθρώπους που ως τώρα είχε ακούσει. Ο άνθρωπος αυτός φερόταν αλλόκοτα, ανακάτωνε το δωμάτιο, ψαχούλευε το καθετί που υπήρχε μέσα του, ανοιγόκλεινε συρτάρια, περιεργαζόταν θήκες και θηκούλες, ψηλαφούσε τον ίδιο τον τοίχο σπιθαμή προς σπιθαμή και τον αναστάτωνε. «Κλέφτης», σκέφτηκε ο τοίχος και τρομοκρατήθηκε- και τότε, συνέβη κάτι το καταπληκτικό. Ο άνθρωπος που ψαχούλευε με τόση μανία το δωμάτιο είπε: «Ναι, κλέφτης». «Ακούστηκα;», αναρωτήθηκε σαστισμένος ο τοίχος. «Ναι», αποκρίθηκε πανήρεμος ο κλέφτης, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα την επιδρομή του.
«Αν δεν φύγεις, κλέφτη», σκέφτηκε θυμωμένα και αποφασιστικά ο τοίχος, «θα τρίξω τα τούβλα μου με όλη μου τη δύναμη. Οι άνθρωποι που ζουν μέσα μου θα νομίσουν ότι γίνεται σεισμός, θα ξυπνήσουν και τότε…». Ο κλέφτης δεν φάνηκε να ταράζεται. Με ξεκάθαρη φωνή και, δίχως να πάψει στιγμή να αναζητά, είπε στον τοίχο: «Κανείς δε ζει μέσα σου». «Χα», κάγχασε ο τοίχος με τη σκέψη του. «Και ποιοι είναι όλοι αυτοί που ακούω ολημερίς –και καμιά φορά το βράδυ- να μιλούν και να στενάζουν, να κλαίνε και να γιορτάζουν, να γεννούν, να μισούν και ν’ αγαπούνε;». «Απ’ έξω σου έρχονται καημένε όλες οι φωνές», είπε ο κλέφτης, «εδώ μέσα μήτ’ έζησε μήτε θα ζήσει κανείς ποτέ».
Ο τοίχος δεν πίστεψε τον κλέφτη. Πήρε βαθιά ανάσα από τα ρουθούνια της επιφάνειάς του κι έτριξε μ’ όση δύναμη είχε τα τούβλα του για να ξυπνήσει τους ανθρώπους, μια και δυο και τρεις φορές. Αποκαμωμένος, περίμενε ν’ ακούσει την αφύπνιση που θα έδιωχνε τον κλέφτη. Όμως δεν σάλεψε κανείς. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε, τότε, τον τοίχο. Ώστε ήταν αλήθεια; Όλα έρχονταν απ’ έξω; Μέσα στο δωμάτιο, το δικό του δωμάτιο, δεν έζησε ποτέ κανείς; Κι ετούτος, ο κλέφτης, τι γύρευε με τέτοια επιμονή μες στο δωμάτιο;

*Ο Δημήτρης Μουζάκης είναι ποιητής. Το απόσπασμα ανήκει στο διήγημα «Ο τοίχος», της συλλογής ποιημάτων «Αυτάρεσκη Σιωπή» (Εκδ. Ενδυμίων, 2009).

Ένα ποίημα της Άννας Γρίβα*

για  μαγκωμένα  χαμόγελα
και  αναβολές  του  ποτέ
επ’ αόριστον

η  μητέρα  πήρε  στα  χέρια  της  το  περίστροφο  το  ψωμί  την  αγωνία
ύστερα  είπε  πως  οι  μέρες που  περνούν  κόβουν  τον  ήλιο  στα  δυο
ανοίγει  τα  μάτια  της  τις  δέκα  αγκαλιές  της  από  αγάπη  μόνο
δε χωρά  κανείς  στην  αγκαλιά  της  μικρή  κοριτσάκι  η  μητέρα
μικρή  άνεμος  και  νοσταλγία  που  σβήνει
τιμωρία  που  δεν ξέρεις  για  τι  και  για  ποιον
δε χωρά  κανείς  στην  αγκαλιά  της  νεκρή  η  μητέρα
δεν  υπάρχει  το  φιλί  της
γυμνή  μέσα  στο  κόκκινο  φουστάνι  της
κρεμά  μια  μια  τις  μνήμες  στα  μανίκια
και  σέρνει το  βάρος  φωνές  παράπονα
αντέχει  το  χρόνο
όχι  πια
η  μελωδία  πάνω  στο  χώμα
την  ακούει  όποτε  γαντζώνεται  η  νύχτα  στα  μαλλιά  της
δεν έχουμε  λόγο  ν’ αντιστεκόμαστε  στις  μελωδίες
όσα  δίνουν  κι  όσα  παίρνουν  ένας  κόκκος  στους  ανέμους
μια  μαύρη  κηλίδα  δεν  της  αρέσουν  τα  χρώματα
κηλίδα
και  οι  μέρες  κόβουν  τον  ήλιο  στα  δυο
τεμάχιο  της  μοίρας  μου  το  μαχαίρι
μητέρα  ακούω  άγγελος  καταστροφής  το  άγγιγμά  της
μητέρα  όχι  πια
δεν  με  περιμένει  κι  εγώ  πονώ  που  δε  μπορώ  να  την  αγγίξω
πορφυρή  αποκρουστική  όσο  ποτέ  δεν  είδε
ταξιδεύει  και  φθάνει  πάντα  στο  τελευταίο  λάθος  της
είναι  καταδίωξη  και  τη  φοβάμαι
φεύγει  γυρνά  δε  γυρνά  στριφογυρνά
μα  είναι  πάντα  μέσα  στο  βρώμικο  τζάμι  και  με  κοιτά
η  αντανάκλασή  της  με  τη  μορφή  μωρού  ή  γάτας
όσα  χρόνια  κι  αν  περάσουν
στα  χέρια  μου  έχω  μια  πληγή  μεγάλη  σαν  τα  μάτια  της

*Ποίημα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή της Άννας Γρίβα, “Η φωνή του σκοτωμένου” από τις Εκδόσεις Χαραμάδα

συνέντευξη 07: Paul Kearney

Saturday, March 6, 2010 @ 16:35 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

Paul Kearney, συνέντευξη στην Ευθ. Δεσποτάκη

O Paul Kearney έχει περγαμηνές και σταθερή (αν όχι ζηλευτή) πορεία στη σύγχρονη σκηνή του φανταστικού. Οι ιστορίες του δεν είναι μόνο καλό φανταστικό, αλλά ειναι και καλή λογοτεχνία και η ανάγνωση των βιβλίων του στο πρωτότυπο μπορεί να είναι μια πολύ επικοδομιτική ασχολία. Οι λογοτεχνικές του ικανότητες είναι φανερές και στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Kearney “The Ten Thousand”:

“By the sea, Rictus had been born, and now it was by the sea that he would die.
He had thrown away his shield and sat on a tussock of yellow marram grass, with the cold grey sand between his toes and a blinding white lace of foam from the incoming tide blazing bright as snow in his eyes.
If he lifted his head there was real snow to be seen also, on the shoulders of Mount Panjaeos to the west. Eternal snow, in whose drifts the god Gaenion had his forge, and had hammered out the hearts of stars.
As good a place as any to make an end.
He felt the blood ooze from his side, a slow promise, a sneer. It made him smile. I know that, he thought. I know these things. The point has been made. A spearhead from Gan Burian has made it.
He still had his sword, such as it was, a cheap, soft-iron bargain he ‘d picked up more out of a sense of decorum than anything else. Like all men, he knew his real weapon was the spear.”

“Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ.”

Κατ’ αρχήν, πείτε μας λίγα πράγματα για το «Ten Thousand» που θα θέλατε εμείς να γνωρίζουμε, πριν το διαβάσουμε.
Είναι η ιστορία ενός στρατού, ενός σώματος ανδρών που τους ενώνει ο πόλεμος. Οι στρατιώτες αυτοί, εξαιτίας των περιστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζουν, πρέπει να αποφασίσουν τι άνδρες θέλουν να είναι. Είναι αρκετά ωμή ιστορία, βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα της Ανάβασης, αλλά με κάποιες δικές μου ανατροπές. Και είναι τοποθετημένη σε έναν εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο.
Ως Ελληνίδα με κέντρισε ιδιαίτερα η ιδέα της ανάγνωσης ενός φανταστικού σκηνικού που μοιάζει αρχαιοελληνικό. Ως συγγραφέα, τι σας έκανε να δημιουργήσετε έναν τέτοιο κόσμο; Τι σας τράβηξε ώστε να γράψετε το φανταστικό είδωλο της Ανάβασης;
Πιστεύω πως είναι μια από τις καλύτερες ιστορίες του κόσμου. Η στιγμή που οι Έλληνες βλέπουν από μακριά τη θάλασσα και φωνάζουν το «Θάλαττα! Θάλαττα!» είναι από τις πιο εντυπωσιακές τόσο της λογοτεχνίας όσο και της Ιστορίας. Πάντοτε με γοήτευε η Αρχαία Ιστορία, όχι μόνο ο κόσμος των Ελλήνων αλλά και εκείνος των Αχαιμενιδών Περσών. Ήταν κάτι που κάποιες φορές μοιάζει πολύ κοντινό σε μας, από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του έχει νοστιμίσει τον πολιτισμό που έχουμε σήμερα κι όμως ταυτόχρονα ένα άλλο μέρος του είναι εξωτικά ανοίκειο. Σκέφτηκα ότι αυτή η εξωτικότητα μπορούσε να τονιστεί και να διακριθεί, να χρησιμοποιηθεί ως η κινητήριος δύναμη της ιστορίας. Έτσι, τη στιγμή που ο λαός των Macht στον κόσμο του «Ten Thousand» είναι διακριτά ανθρώπινος, οι υπόλοιπες φυλές του βιβλίου ανήκουν στην πραγματικότητα σε άλλο είδος. Ήταν ένας τρόπος να αναπαράγω την απομόνωση των Αχαιμενιδών, όπως επίσης και να τονίσω τις διαφορές που είχαν αυτές οι δύο κουλτούρες.
Κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο η φήμη ότι θα έχουμε δύο νέα βιβλία μετά το «Ten Thousand»: το «Corvus» και το «Kings of Morning». Θα μπορούσατε να μας κάνετε να τα περιμένουμε με ανυπομονησία, λέγοντας μας λίγα λόγια γι’ αυτά;
Αυτή την εποχή γράφω το «Corvus». Δε θα ήθελα να αποκαλύψω πολλά, αλλά αρκεί να σας πω ότι τα επόμενα δύο βιβλία θα είναι επίσης εμπνευσμένα από επεισόδια της Ελληνικής και Περσικής Ιστορίας. Σκοπεύω να ερευνήσω τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την καριέρα του Αλέξανδρου. Ο Rictus, ο πρωταγωνιστής του «Ten Thousand», θα βρίσκεται και στα δύο επόμενα βιβλία, αν και θα εμφανίζεται μεγαλύτερος στην ηλικία και πιο ώριμος ως άνθρωπος.
Οι προσωπικές σας εμπειρίες ως μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών) πόσο σας βοηθούν όταν γράφετε;
Πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να είχα γράψει τα βιβλία που έχω γράψει, χωρίς αυτές τις εμπειρίες. Φορούσα στολή για περίπου εννέα χρόνια κι αυτό μου έδωσε μια ιδέα σχετικά με το πώς δουλεύουν οι στρατιώτες και πώς λειτουργούν τα μεγάλα σώματα ανδρών. Κι επιπλέον η πεζοπορία στα βουνά με βοήθησε να οπτικοποιήσω τη σκληρή καταπόνηση από το παρατεταμένο ταξίδι διαμέσου της υπαίθρου, μέσα σε ένα άγριο τοπίο -τον στυλοβάτη μεγάλου μέρους της λογοτεχνίας του φανταστικού, πρέπει να τονίσω.
Συνήθως τα φανταστικά μοτίβα έχουν μια ψευδο-μεσαιωνική απόχρωση. Αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, με όλο και περισσότερους συγγραφείς να δοκιμάζουν διαφορετικές εποχές για την κοσμοπλασία τους, όπως η βικτωριανή σειρά Gentelmen Bastards του Scott Lynch ή η ναπολεόντεια σειρά Temeraire της Naomi Novik. Φαίνεται πως σας αρέσει αυτό το νέο “κύμα”, λαμβάνοντας υπόψη το Macht (ψευδο-αρχαιοελληνικό) και το Monarchies of God (ψευδο-Αναγεννησιακό) σκηνικό. Ποια ήταν η αιτία που σας οδήγησε σε αυτήν την επιλογή;
Οι Macht ήταν μια ιδέα που κυοφορείτο στο μυαλό μου για πολύ καιρό, από τότε που διάβασα τις νουβέλες της Mary Renault. Αλλά το «Monarchies of God» είναι πολύ παλιότερο. Το «Hawkwood’s Voyage» (σ.τ.Μ.: το πρώτο βιβλίο της σειράς) εκδόθηκε πριν από δεκατρία χρόνια, οπότε αν υπάρχει νέα «κύμα», τότε εγώ το ξεκίνησα! Σοβαρά τώρα, αγαπούσα πάντοτε την ιστορία της Αναγέννησης το ίδιο με την Αρχαία. Έχεις ατσάλι και μπαρούτι να συνυπάρχουν, τις απαρχές της πραγματικής επιστήμης, μια αμφισβήτηση της θρησκείας και μαζικούς πολέμους μεταξύ δύσης και ανατολής, δύο διαφορετικές πίστεις, δύο διαφορετικά συστήματα αξιών. Είναι πολύ πιο δυναμικό από το στάνταρ μεσαιωνικό μοτίβο της πλειοψηφίας της φανταστικής λογοτεχνίας.
Η υψηλή ποιότητα της γραφής σας εξαίρεται σε όλες τις κριτικές που έχουν γίνει στο έργο σας κι αυτό μπορώ να πω ότι αποτελεί και προσωπική μου εμπειρία. Το βρίσκετε εύκολο να ανταποκρίνεστε στην απαίτηση των αναγνωστών σας για υψηλής ποιότητας γραφή;
Στ’ αλήθεια δε μπορώ να πω πώς γράφω. Απλά προσπαθώ να πω μια ιστορία και μου βγαίνει όπως μου βγαίνει. Πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα να γράψω με άλλον τρόπο. Ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει τη γραφή μου είναι ο χρόνος. Αν με πιέζει κάποια προθεσμία, πρέπει να προσέξω και να μην πιέσω την ιστορία να τελειώσει. Κάποιες φορές, είμαι τόσο βυθισμένος στην κατασκευή μιας παραγράφου, που ο ρυθμός του κεφαλαίου μπορεί να υποφέρει. Ίσως να είναι ένα σημάδι των ετών που περνούν από πάνω μου!
Λέγεται ότι οι συγγραφείς είναι σαν τους θεούς: δημιουργούν και καταστρέφουν. Αλλά κάθε τόσο ξεχωρίζει ένας χαρακτήρας, όπως ο Corfe Cear-Inaf στο «Monarchies of God», που, με δικά σας λόγια, “καταλαμβάνει τα βιβλία πιάνοντάς με εξαπίνης”. Πώς αισθάνεστε όταν ένας χαρακτήρας είναι τόσο ζωντανός ώστε ακόμη και ο ίδιος του ο  δημιουργός δεν μπορεί να τον ελέγξει;
Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να νιώσει ένας συγγραφέας -το πιστεύω πραγματικά αυτό. Γιατί όταν συμβαίνει, είναι σχεδόν σα να μη γράφεις εσύ την ιστορία – είναι σα να είσαι ο «αγωγός» των γεγονότων. Δε συμβαίνει συχνά, αλλά όταν συμβαίνει, μετατρέπει τη συγγραφή στην καλύτερη δουλειά του κόσμου.
Υπάρχει κάτι που πραγματικά να σας αρέσει ή πραγματικά να μη σας αρέσει στη διεθνή φανταστική σκηνή, όπως αυτή παρουσιάζεται στις μέρες μας;
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δε διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ. Ρίχνω μια ματιά σε κάποιο, από καιρού εις καιρόν, και περιστασιακά κάποιος φίλος με καταπιέζει να διαβάσω ένα, αλλά το βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσω το είδος με πραγματική ευχαρίστηση -συνεχώς συγκρίνω αυτό που διαβάζω με αυτά που γράφω εγώ. Έχοντας αυτό υπόψην, πιστεύω πραγματικά ότι τα σκουπίδια της λογοτεχνίας του φανταστικού που εκδίδονται αντιστοιχούν σε μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου της απ’ όσο θα έπρεπε.
Ποια βιβλία πιστεύετε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει ένας πρωτάρης αναγνώστης του φανταστικού;
Τα κλασσικά -Τόλκιν, Στέφεν Ντόναλντσον, Τζούλιαν Μέι, Τζακ Βανς, Τζον Κρόουλυ. Αυτοί ήταν πραγματικοί αριστοτέχνες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες της νεότητάς μου, που με έκαναν να ξεκινήσω να διαβάζω. Είναι πραγματικοί συγγραφείς, που ξέρουν πώς να πουν μια ιστορία με όμορφο, γοργό ρυθμό, και που ταυτόχρονα έχουν τις αφηγηματικές ικανότητες να την κάνουν να ξεχωρίσει.
Και, τέλος, ποιες είναι οι ευχές σας για το 2010;
Να τελειώσω το «Corvus» στην ώρα του!

Ο Paul Kearney γεννήθηκε στο Ballymena της Βόρειας Ιρλανδίας, το 1967 και σπούδασε στο Lincoln College της Οξφόρδης. Είναι μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών). Έχει ζήσει στην Κοπεγχάγη, το Νιού Τζέρσεϊ και το Καιμπριτζσάιρ, αλλά προς το παρόν το σπίτι του βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα στο County Down, με τη σύζυγό του, δύο σκυλιά, μια φθαρμένη βάρκα, και πάρα πολλά βιβλία. Bιβλίoγραφία: The Way to Babylon (1992), A Different Kingdom (1993), Riding the Unicorn (1994), η πενταλογία The Monarchies of God (Hawkwood’s Voyage-1995, The Heretic Kings-1996, The Iron Wars-1999, The Second Empire-2000, Ships From the West-2002), η διλογία The Sea Beggars (The Mark of Ran-2004, This Forsaken Earth-2002), The Ten Thousand (2008, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας των Macht).

Ακολουθεί η κριτική της Ευθυμίας για το τελευταίο βιβλίο του Paul Kearney.

Paul Kearney
The Ten Thousand
Solaris (UK), 2008

Μ’ αρέσουν τα βιβλία που μπορώ να τα καταλάβω άνετα. Κι όταν λέω καταλάβω εννοώ σε όλα τα επίπεδα της λέξης, από την συνειδητή εγκεφαλική κατανόηση έως το υποσυνείδητο ψυχανέμισμα του ενστίκτου. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται το ότι τελικά, ο Λόγος είναι εκείνο που μας εκφράζει, που μας κρατάει σε συνοχή με εκείνο που εκφράζει τους άλλους.
Τι συμβαίνει λοιπόν με κάποια βιβλία, που, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένα σε ξένη γλώσσα -σε ξένο Λόγο-, εγώ τα καταλαβαίνω άνετα; Τι παραπάνω έχουν αυτά; Τι παραπάνω έχει από ένα ιστορικό μυθιστόρημα Έλληνα συγγραφέα η φάνταζυ νουβέλα «The Ten Thousand», του Ιρλανδού Paul Kearney;
Μη με κοιτάτε λοξά, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ούσα γνωστή αρνητίς της στρατιωτικής λογοτεχνίας, το άτιμο το βιβλίο αυτό με κέρδισε. Κι όχι απλώς με κέρδισε, το κατάλαβα κιόλας.
Μυστήριο. Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα να διαβάσει military fantasy (δηλαδή φανταστική λογοτεχνία που έχει για κύριο θέμα την στρατιωτική πλευρά μιας ιστορίας) και μάλιστα κάτι που μοιάζει με την Κάθοδο των Μυρίων σε εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο, σε γλώσσα ξένη από τη δική της κι όμως να της αρέσει; Το σκέφτηκα πολύ και βρήκα μερικούς υπόπτους για το έγκλημα. Ας πούμε, το ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικά αληθοφανές και καταπληκτικό στις περιγραφές των μαχών και των συνήθειων των στρατιωτών, σε σημείο να σε παρασύρει. Ή η σύλληψη της θεάς των μισθοφόρων, που λέγεται Antimone κι είναι η θεότητα που κλαίει τους νεκρούς στα πεδία των μαχών. Ή η χρήση ελληνικών αυτούσιων λέξεων όπως ο ωθισμός (othismos) ή η αιχμή (aichme) μέσα στο αγγλικό κείμενο.
Αλλά τελικά δεν πρέπει να είναι μόνο αυτά. Πρέπει να είναι κι η ίδια η απατηλή ελληνικότητα του κειμένου, των ανθρώπων που περιγράφονται, των καταστάσεων τις οποίες υποσυνείδητα αναγνωρίζω ως οικίες. Πρέπει να είναι το άρωμα κι όχι μόνο ο Λόγος που με κάνει να το καταλαβαίνω αυτό το βιβλίο, να το Καταλαβαίνω σε όλα του τα επίπεδα. Ακόμη και σε ‘κείνα στα οποία δεν αρκεί το ένστικτό μου για να τα συλλάβω.

almanac 24/02 έως 09/03

Saturday, March 6, 2010 @ 16:28 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

από τον Σελιδοδείκτη

Στις 24 Φλεβάρη ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ’ ανακοινώνει το περίφημο γρηγοριανό ημερολόγιο το οποίο και ακολούθησε ο “πολιτισμένος” κόσμος. Το δυστύχημα είναι πως και πολιτισμένοι και απολίτιστοι τα ίδια κάνουμε και απλά φορέσαμε τα ρούχα μας αλλιώς.
Στις 25 του μήνα, εν έτει 1932 ο Χίτλερ, μετανάστης τότε από την Αυστρία αποκτά τη γερμανική υπηκοότητα. Εμείς θα πρέπει να βρίζουμε τους Γερμανούς που του την έδωσαν και μας κάνουν κωλοδάχχτυλο ή τους Αυστριακούς που τον άφησαν ελεύθερο να στριφογυρίζει; Σαν σήμερα γεννήθηκε και ο Ιταλό συγγραφέας Κάρλο Γκολντόνι. που έβαλε τις βάσεις για τις λεγόμενες κωμωδίες χαρακτήρων. Κάτι σαν τις ελληνικές διαμαρτυρίες μετά από 70 χρόνια που θυμήθηκαν να διεκδικήσουν λεφτά από τους παλιογερμανούς που τα καναν χάλια.
Το 1882 στις 26 του μήνα οι Τούρκοι λεηλάτησαν την Χαλανδρίτσα. Η Χαλανδρίτσα είναι στην Πάτρα και από τότε που ήταν κάπως γνωστή, σήμερα δεν την ξέρει κανείς. Είχε μυκηναϊκό οικισμό, κατοικούνταν από την παλαιολιθική εποχή, είχε κάστρο και σήμερα το μόνο που ακούγεται για την περιοχή είναι για μια τοπική ποδοσφαιρική ομάδα και για κάτι μυστήριες φυτείες. Έτσι και όλη η Ελλάδα. Κάποτε, κάποτε, κάτποτε, και σήμερα ούτε οι φυτείες δεν έχουν μείνει.
Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Τζον Στάνμπεκ και θα παραμείνουμε στην οργή, γιατί και τα σταφύλια στην Ελλάδα πια δεν υπάρχουν, τα ξεριζώσαμε για να βάλουμε παντού μπαμπάκια και καλαμπόκια. Τώρα που θα κοπούν οι επιδοτήσεις, να δω ποιος θα τρώει το μπαμπάκι ή πόσο θα χρειαστεί να φτιάξουμε για να μαζέψουμε τα αίματα.
Το 1962 στις ΗΠΑ ξεκινά το κυνήγι μαγισσών. Εδώ όπως όλοι έχετε καταλάβει, αυτό το ξεκινήσαμε εδώ και κάτι μήνες, γιατί ενώ οι αμερικανοί ήθελαν να τις κάψουν, εμείς ψάχνουμε να τις βρούμε να κάνουν κανά μαγικό να μας σώσουν από τους κερδοσκόπους.
200 χρόνια συμπληρώνονται από τη γέννηση του Σοπέν (όχι, δεν είναι Γερμανός, ακούστε άφοβα) και σε όλη την Ευρώπη διοργανώνονται συναυλίες προς τιμήν του. Εδώ μάλλον είναι πιθανό να χορηγηθούν από τις ελληνικές τράπεζες γιατί διαδίδεται ότι τα κέρδη όλων των ελληνικών τραπεζών στο σύνολό τους τα τελευταία 5 χρόνια είναι ίσα με το ελληνικό δημόσιο χρέος; Κακοήθειες. Οι τράπεζες είναι καλές και μας βοηθάνε!
Το 1969 ενεφανίσθη στους αιθέρες το Κονκόρντ. Τώρα βέβαια έχει αποσυρθεί, αλλά οφείλουμε να ομολογήσουμε πως ήταν πανέμορφο. Κρίμα πάντως γιατί μιας και Aegean και Ολυμπιακή του Έλληνος Μπερλουσκόνι ετοιμάζουν σχεδόν μονοπωλιακούς γάμους, θα το γιόρταζαν με ένα υπερηχητικό αεροπλανάκι, έτσι για να ικανοποιήσουμε και ιδιωτικώς τη Γαλλία που θέλει να πωλήσει για να μας δανείσει. Τώρα πώς είναι λογικό να σε δανείζουν να αγοράζεις αεροπλάνα όταν δεν έχεις λεφτά για βενζίνη ας ρωτήσετε την γηραιά ήπειρο που έχει τη λογική ως θεά.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε το 1851. Έκτοτε θέλησαν πολλοί να τον μιμηθούν, μέχρι και βιβλία έγραψαν στο ύφος του, και πολλοί θέλησαν επίσης να τον καπελώσουν. Οι μισοί ήθελαν το Παπά- και οι άλλοι μισοί το -Διαμάντι. Για τα ελληνικά του οι μόνοι που δεν μπορούν να σας πουν είναι οι μαλακοτσολιάδες της χρυσής αυγής, γιατί ως γνωστόν η αμορφωσιά θρέφει τους φασίστας.
Το 1913 ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει τους Άγιους Σαράντα στη Βόρειο Ήπειρο. Σε λίγο θα στείλουμε και τον Καρατζαφέρη να ελευθερώσει την Άνω Μακεδονία γιατί με τη Βόρειο Ήπειρο το κανόνισε ο Γιωργάκης και αφού ελληνοποιήσει όλους τους Αλβανούς, θα είναι και πάλι δική μας χωρίς αίματα και πιστολιές. Και μιας και σαν σήμερα γεννήθηκε ο Φρανκ Ζέπελιν, ήδη ετοιμάζεται ένα νέο αερόπλοιο που θα είναι και ζέπελιν και αεροπλάνο με 50% μικρότερη κατανάλωση – και ταχύτητα αντιστοίχως.
Στις 5 του μήνα γεννήθηκε η περίφημη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Γερμανίδα κι αυτή γαμώτο! Και εβραία και κομμουνίστρια! Τι άλλο κακό θα μπορούσε να τη βρει αυτή κύριε Άδωνι και δεν την βρήκε; Γι’ αυτό φρόντισαν οι σοσιαλδημοκράτες (το αδελφό κόμμα του ΠΑΣΟΚ) και την εξαφάνισαν αν και μάλλον θα το έκανε από μόνο του του το Κόμμα και τσάμπα λερώσαν και τα χεράκια τους!
Να ναι καλά ο άνθρωπος γιατί το 1899 πατένταρε την ασπιρίνη. Ναι, Γερμανός κι αυτός ο άτιμος, ο Φελίξ Χόφμαν. Αλλά αυτό που δεν είναι και τόσο ευρέως γνωστό είναι πως ο ίδιος ανακάλυψε και την ηρωίνη την ίδια χρονιά. Λες τελικά να μην πουλάνε οι μπάτσοι  την ηρωίνη και να την πουλάνε οι κακοί Γερμανοί;
Εδώ έχω όμως κάτι που θα σας χαροποιήσει. Σαν σήμερα το 1907 γεννήθηκε ο ένας, ο μοναδικός, ο μέγαλος Κωνσταντίνος Καραμανλής. Να πάτε λοιπόν να του κάνετε ένα τρισάγιο γιατί μας έβαλε στην ΕΟΚ και τώρα έχουμε κάποιον δερβέναγα να μας λέει τι θα κάνουμε με τα οικονομικά μας γιατί μόνοι μας δεν μπορούμε. Θέλουμε το Γερμανό μας ρε παιδί μου!
Ένας ακόμη Γερμανός που μας άνοιξε τα μάτια είναι ο Κέπλερ, ο οποίος είχε γεννηθεί κοντά στην Στουτγκάρδη και σαν σήμερα ανάκυψε τον τρίτο νόμο της κίνησης των πλανητών. Στους Έλληνες όμως δεν φάνηκε και πολλοί χρήσιμο γιατί πάντα ζούσαν στον κόσμο τους και είχαν και τους θεούς να τους οδηγούν.
Κλείνουμε το δεκαπενθήμερο με τη σημαντικότερη ανακάλυψη μετά το 1950 που έχει δώσει το όνομά της σε όλες τις ξανθιές που πολλοί άνδρες επιθυμούν. Η κούκλα Μπάρμπι κάνει την παρθενική της εμφάνιση στα αμερικανικά πολυκαταστήματα και μέχρι τώρα, ελάχιστες Μπάρμπι έχουν παραμείνει παρθένες μετά τα 16.

σούπερ-ήρωες 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:27 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

από τον Νεκτάριο Λαμπρόπουλο

Οι άλλοι, εμείς

«Πού θα ζω αύριο;»

Ζουν ανάμεσά μας, ζούμε μαζί τους. Αποφασίζουμε δίχως να γνωρίζουμε σε ποια θέση θα βρισκόμαστε την επόμενη μέρα. Κινούμαστε στα όρια της ασφάλειας και η ανασφάλεια καραδοκεί στη γωνία για να εμφανιστεί,  δυνατότερη. Ακόμη και η ζωή μας, τα δεδομένα μας, αποθηκεύονται σε μη-υλικά μέσα, σε μη χειροπιαστές πραγματικότητες, σε οθόνες και ασύρματα δίκτυα.
Αυτή η ρευστότητα κινεί το βίο μας και μας δημιουργεί αβεβαιότητα, η οποία έχει ως επακόλουθο τον φόβο. Ο φόβος μάς κάνει να αναζητήσουμε λύσεις. Όταν η οικονομική κατάστασή μας χειροτερεύει οι λύσεις είναι δυσεύρετες, γινόμαστε μετανάστες σε μιαν άλλη χώρα για να επιβιώσουμε.
Οι ίδιοι εμείς πάλι, υποδεχόμαστε μετανάστες στη χώρα μας. Και στα δύσκολα αλλάζουμε τόπο διαμονής, άλλοι έρχονται στη θέση μας, ανακατεύονται πληθυσμοί που από χρόνια δεν έχουν τελικά πατρίδα γιατί μέχρι να επιστρέψουν η πατρίδα τους άλλαξε. Κι έτσι μένουμε πάντα ξένοι σε έναν τόπο, κάποιοι από εκείνους, κάποιοι από εμάς, γίνονται απόβλητοι και αόρατοι.
Αγιωνιούμε να μην γίνουμε σαν κι αυτούς., τους φοβόμαστε όσο φοβόμαστε τι μπορεί να κάνουμε αν η πείνα και η απελπισία της ανεργίας μάς φέρει στη θέση τους.
Στους Αφγανούς απόκληρους, στους Γάλλους αυτόχειρες κινητής τηλεφωνίας, στους Αμερικανούς αστέγους, στους Αϊτιανούς νεκρούς, στους Ισπανούς ανέργους, σε μας, ο φόβος της αβεβαιότητας και η κυριαρχία της, μας πνίγει τη μέρα, τη νύχτα, τα απογεύματα και τα πρωινά που φαντάζουν ένα τεράστιο βουνό για να το ανέβεις.
Το τελευταίο που πρέπει να κάνουμε είναι να θυμώνουμε με τους μετανάστες. Το τελευταίο που πρέπει να κάνουμε είναι να αδιαφορούμε για τα προβλήματα που δημιουργούμε σε άλλους λαούς χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Το τελευταίο που πρέπει να κάνουμε είναι να κλείνουμε τα αδιαφανή σύνορα στα γκέτο και τα αδιαπέραστα σύνορα στα βόρεια προάστεια.
Το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να δούμε πως σε λίγο “εμείς” θα είμαστε “εκείνοι” και να βελτιώσουμε τις συνθήκες εκείνων. Θα μας χρειαστεί.

Ζίγκμουντ Μπάουμαν
«Ρευστοί καιροί – Η ζωή στην εποχή της αβεβαιότητας»
Προλογικό σημείωμα- Μτφ.: Κωνσταντίνος Γεώρμας
Εκδόσεις Μεταίχμιο

ημερόλογιο ανάγνωσης 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:25 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου

Τετάρτη. Οι ποικίλες εμμονές και συνήθειες της αναγνωστικής μου πρακτικής συγκροτούν όλες μαζί μια αναγνωστική θεωρία η οποία δεν υπάρχει μεν πουθενά με συνοχή και σαφήνεια διατυπωμένη, αλλά καθορίζει αποφασιστικά τον τρόπο που διαβάζω και περιγράφω τη διαδικασία αυτή. Κεντρική θέση στην αναγνωστική μου αυτή θεωρία καταλαμβάνει η αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα τα βιβλία είναι ταξιδιωτικά (όχι μόνο τα Άρλεκιν δηλαδή). Με την έννοια ότι κάθε βιβλίο απαιτεί από τον αναγνώστη (ή προκαλεί στον αναγνώστη) μια νοητική και ψυχική μετατόπιση στον χώρο και, ενδεχομένως, στον χρόνο που λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη ενός πραγματικού ταξιδιού. Μετριοπαθώς, επομένως, εκφράζομαι όταν χαρακτηρίζω κάθε βιβλίο ταξιδιωτικό (εκτός, βέβαια, από τα εγχειρίδια αυτοβοήθειας), ενώ αυτό που θα έπρεπε να πω είναι πως κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι ή, έστω, ένα ταξιδιωτικό μέσο, όπως το πλοίο και τ’ αεροπλάνο.

Πέμπτη. Το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη» (εκδ. Ίνδικτος), που μου γέννησε χθες, καθώς το διάβαζα, τις προηγούμενες σκέψεις, είναι, πάντως, ένα πραγματικό ταξιδιωτικό βιβλίο – ένα στοχαστικό ταξιδιωτικό αφήγημα θα το χαρακτήριζα ακριβέστερα, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει (και συμπληρώνει) τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του από τη σύντομη διαμονή του στην αμερικανική μητρόπολη. Όταν άξιζε ακόμα να τον διαβάζει κανείς, το 1924, ο Λουί Αραγκόν είχε ξεκινήσει μια περιπλάνηση στο Παρίσι με σκοπό να το ανακαλύψει εκ νέου μέσα από τη μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας του. Η αφήγηση της περιπλάνησής του κυκλοφόρησε σε βιβλίο δυο χρόνια αργότερα με τον τίτλο «Ένας Παριζιάνος χωρικός» (στα ελληνικά κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τον Στέφανο Κ. Κουμανούδη από τις εκδόσεις Ύψιλον). Ο Γιάννης Κιουρτσάκης επιλέγει να μιλήσει στο δικό του βιβλίο από τη σκοπιά του χωρικού, από τη σκοπιά δηλαδή του ανθρώπου που εμπιστεύεται περισσότερο τις αισθήσεις και την πρωτογενή εμπειρία και λιγότερο τις εκ των προτέρων σχηματισμένες αντιλήψεις και μιλάει με τη δική του φωνή.

Παρασκευή. Μιλάει για την εμπειρία του ταξιδευτή που παραμένει και σήμερα μια συγκλονιστική περιπέτεια, έστω κι αν το αεροπλάνο δεν αφήνει χρόνο στον επιβάτη του να συνειδητοποιήσει τη διανυθείσα απόσταση· έστω κι αν η ομοιομορφία των αεροδρομίων, των ξενοδοχείων, των αυτοκινητοδρόμων και των πολυκαταστημάτων κάνει αδιόρατες τις διαφορές από τόπο σε τόπο· έστω κι αν οι γνώσεις μας για τον κόσμο είναι πια τόσες που σχεδόν αποκλείουν την έκπληξη. Το ταξίδι, όμως, όταν δεν είναι μια ανώφελη μετακίνηση, μπορεί να γίνει μια εκγύμναση του βλέμματος να δει πέρα από την ομοιότητα και βαθύτερα στον άλλο τόπο. Όπως το διατυπώνει και ο Ίταλο Καλβίνο με αφορμή ένα ταξίδι του στην Ιαπωνία: «Βλέπω σημαίνει αντιλαμβάνομαι τις διαφορές και μόλις οι διαφορές ομοιογενοποιηθούν στην προβλεπόμενη καθημερινότητα, το βλέμμα τρέχει πάνω σε μια λεία και χωρίς προεξοχές επιφάνεια. Τα ταξίδια δεν χρησιμεύουν και πολύ για την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά για να σε βοηθήσουν να επαναδραστηριοποιήσεις για μια στιγμή τη χρήση των ματιών σου, την οπτική ανάγνωση του κόσμου».

Σάββατο. Ένα ταξίδι όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως γίνεται φανερό στο βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη, δεν είναι ίδιο με οποιοδήποτε άλλο ταξίδι. Καταρχάς γιατί η χώρα αυτή δεν είναι εύκολο ή δεν είναι καν δυνατόν να γίνει αντιληπτή στην ενότητά της. «Αυτή είναι η Αμερική», διαβάζουμε στο βιβλίο, «ο κόσμος όπου συμβιώνουν οι πιο παράταιροι, οι πιο απόμακροι κόσμοι». Από τη μία, λόγου χάριν, η συντηρητική πουριτανική Αμερική της ενδοχώρας και από την άλλη ο κόσμος των πανεπιστημίων, της έρευνας και της αμφισβήτησης· από τη μία η Αμερική του χρήματος, της υπερκατανάλωσης και του αμερικάνικου ονείρου κι από την άλλη εκείνη του Χένρι Μίλερ και των ομοίων του, που προτιμάνε να πεθάνουν της πείνας στην Ευρώπη παρά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κι όμως είναι εκεί ακριβώς, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, που ο Έλληνας έχει τη δυνατότητα να δει τα χαρακτηριστικά της Ευρώπης καθαρότερα, λόγω της απόστασης και της διαφοράς, και να δει, επιτέλους, κι αυτή την Ελλάδα ως μέρος της Ευρώπης.

Κυριακή. Κάθε λόγος για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί παρά να καταλήξει να είναι ένας στοχασμός για τον σύγχρονο κόσμο ολόκληρο και για τον άνθρωπο της εποχής μας συνολικά. Έτσι συμβαίνει στον «Χωρικό στη Νέα Υόρκη» όπου διαβάζουμε: «Το έχω πει και θα το ξαναπώ: εδώ δεν μιλάω μόνο για την Αμερική· μιλάω για τη σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, όπως μας δίνει απλώς την ευκαιρία να τη διαβάσουμε πιο καθαρά η Αμερική». Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στο «Λος Άντζελες», στο τετράγωνο βιβλίο των εκδόσεων Μελάνι που περιέχει κείμενα από τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», που δεν κυκλοφορούν πια, και φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου από την Πόλη των Αγγέλων. Από την κατακόρυφη Νέα Υόρκη, λοιπόν, στο οριζόντιο Λος Άντζελες (σελ. 42 του βιβλίου): πρόκειται πάντα για την ίδια χώρα, πρόκειται πάντα για τον σύγχρονο άνθρωπο και τις πόλεις όπου ζει, αλλά μοιάζει να ‘ναι δυο διαφορετικοί κόσμοι.

Δευτέρα. Το Λος Άντζελες που αποτυπώνει στις φωτογραφίες του ο Πέτρος Νικόλτσος απέχει πολύ από εκείνο που βλέπουμε στις ταινίες και στα σήριαλ της τηλεόρασης ή από εκείνο που έρχεται στον νου μας όταν σκεφτόμαστε το Hollywood και την Disneyland ή τις παραλίες με τις ξύλινες προβλήτες και τους γλάρους. Το Λος Άντζελες που βρίσκουμε στις σελίδες του βιβλίου είναι ασπρόμαυρο, πλημμυρισμένο στον καυτό, φονικό ήλιο της Καλιφόρνιας και κρυμμένο στις πυκνές σκιές των κτιρίων. Τα κτίρια μοιάζουν έρημα και ακατοίκητα, άσχημα και σαν εγκαταλειμμένα, τα αυτοκίνητα παλιά και τα ανθρώπινα πρόσωπα ξένα στον χώρο όπου βρίσκονται, δεν κοιτάζουν τον φακό, δεν κοιτάζονται ούτε μεταξύ τους· και παντού σκουπίδια, παράταιρα αντικείμενα, έρημοι δρόμοι, έρημα πάρκινγκ, έρημα σπίτια, ένα δέντρο, μια σημαία, ένα δημόσιο τηλέφωνο, μια διαφημιστική πινακίδα. Στην πόλη κυριαρχεί μια διαρκής αίσθηση μοναξιάς κι ένας φόβος για κάτι άγνωστο μα που αναπόφευκτα πρόκειται να συμβεί.

Τρίτη. Τα κείμενα της Σώτης Τριανταφύλλου που συνοδεύουν τις φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου, αν και δεν έχουν γραφτεί γι’ αυτόν ειδικά τον σκοπό κι είναι μάλιστα αρκετά παλαιότερα από αυτές, τις υπομνηματίζουν ωστόσο εγκυρότατα και φωτίζουν τη ζωή της πόλης από διαφορετικές πλευρές και με ποικίλους τρόπους – συνδυάζοντας την κοινωνιολογική ματιά: «Η πόλη δεν έχει βάθος, δεν έχει εντόσθια, της λείπει η υπόγεια ζωή· το μετρό είναι στοιχειώδες, τα πάρκινγκ ρηχά: σπάνια συναντάς κάποιον τυχαία· το βλέμμα σου διασταυρώνεται με το βλέμμα του άλλου στο κόκκινο φανάρι. Οδηγώντας», με τη βιωματική αφήγηση: «Ήταν ένα καλοκαίρι αργοπορημένο, ανεβασμένο ψηλά στους εκατό Φαρενάιτ. Έμενα στο Ξενοδοχείο των Ραγισμένων Καρδιών και κυνηγούσα μεγάλες ξανθές κατσαρίδες, κατσαρίδες του Λος Άντζελες· όλες εκείνες τις ατέλειωτες βδομάδες ένα παγωτό ή ένα ανοιχτό αυτοκίνητο αρκούσε για να συγκινηθώ και για να θυμηθώ πώς είναι το καλοκαίρι στο Μπιγκ Σερ, εκεί όπου το λιβάδι συναντάει τον Ειρηνικό».

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Πώς όλοι – Ιρλανδοί, Σκανδιναβοί, Κινέζοι, Ιταλοί, Έλληνες, Ρώσοι, Πολωνοί, Εβραίοι – έγιναν ένα έθνος πειθαρχημένο στο ήθος της εργασίας και της ατομικής επιτυχίας, που μεταφράζεται τελικά σε χρήμα. Ένα ήθος που τους επιβλήθηκε απ’ έξω και από πάνω – από τους λευκούς αγγλοσάξονες προτεστάντες. Όλοι; Και οι μαύροι; Μα ετούτοι δεν ήταν μετανάστες που ήρθαν να προκόψουν, αλλά ανθρώπινο εμπόρευμα που κουβαλιόταν αλυσοδεμένο από την Αφρική. Κι όμως, ιδού που έγιναν κι αυτοί Αμερικάνοι – ας είναι με τον δικό τους τρόπο, στον δικό τους παράλληλο κόσμο· το επιβεβαιώνει και η σημερινή φυλετική νηνεμία. Ποιά δυσεξιχνίαστη και ακαταμάχητη δύναμη φωλιάζει στο αμερικανικό μοντέλο;
Κι έπειτα, πώς μια τέτοια μεγαλούπολη – μια τέτοια χώρα – δεν θα γεννούσε τακτικά τα απόβλητά της;”

[Γιάννης Κιουρτσάκης, «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη», εκδ. Ίνδικτος]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση· πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια· εμπορικές και χρηματιστηριακές συνοικίες που ερημώνουν στις πέντε το απόγευμα. Η αμερικανική άκρα δεξιά θεωρεί τα μέλη της Νέας Πολεοδομίας συνωμότες που έχουν στόχο να αφαιρέσουν από τους Αμερικανούς τα πολιτικά τους δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμά τους στην περιουσία· το δικαίωμά τους στη μονοκατοικία και στο ιδιωτικό αυτοκίνητο. Η αμερικανική αριστερά (δεν υπάρχει «άκρα αριστερά») θεωρεί τη Νέα Πολεοδομία μια ακόμη εκδήλωση κεφαλαιοκρατικής σπατάλης, απληστίας και ρατσισμού, η οποία, είτε από πρόθεση, είτε όχι, θα διώξει τις «έγχρωμες» κοινότητες και την underclass από τις ιστορικές γειτονιές αυξάνοντας τόσο τις τιμές των ακινήτων ώστε οι πράσινες, χαριτωμένες, λειτουργικές κοινότητες να είναι προσιτές μόνον για λίγους. Οι Νέοι Πολεοδόμοι επιμένουν: «χρειαζόμαστε πυκνές πόλεις, πόλεις που να μην εξαπλώνονται στον χώρο σαν χταπόδια· πόλεις που να περπατιούνται». Αλλά στην αρχιτεκτονική, και στην πολεοδομία, ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά.”

[Σώτη Τριανταφύλλου, «Λος Άντζελες», φωτογραφίες Πέτρος Νικόλτσος, εκδ. Μελάνι]

λογοτεχνική πόλη: ρόδος

Saturday, March 6, 2010 @ 16:23 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

από την Τίτσα Πιπίνου, συγγραφέα:

Η Ρόδος, τόσο ονομαστή για τον ήλιο, τη θάλασσα, τα πετρόκτιστα κτήρια των ιπποτών, όπου μνήμες και μεσαιωνικές ιστορίες ακόμη κατοικούν στις σκιερές γωνιές τους, τα θεόρατα τείχη που περικλείουν μια ολόκληρη παλιά πολιτεία εντός τους, τα απομεινάρια των αρχαιοελληνικών  μνημείων της, τα πολυτελή ξενοδοχεία θα μπορούσε άνετα να περάσει στη συνείδηση των περισσότερων σαν ένας διάσημος τουριστικός προορισμός, κάτι σαν σταθμός και να μη φιλοδοξεί τίποτα περισσότερο από αυτό. Φυσικά όμως τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η Ρόδος είναι  από τους τόπους που κάποιοι ήρθαν για έξι μήνες, έξι μήνες δηλαδή για τη δουλειά τους, και μετά να φύγουν. Δεν λογάριασαν όμως τη γοητεία της. Οι άνθρωποι αυτοί έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της.
Θα μπορούσε ένα τόπος τόσο χαρισματικός, προικισμένος με τόσα και τόσα που δεν τα συναντάς αλλού άνετα να αρκεστεί σε αυτή την κενή διασημότητα και να μην αναπτύξει τίποτα άλλο; Όχι δεν θα μπορούσε!
Στην αρχή του δρόμου όπου βρίσκεται το σπίτι μου, εκεί στην άκρη του παλιού οθωμανικού νεκροταφείου με τις γερμένες στο μαλακό χώμα επιτύμβιες πλάκες ανάμεσα σε πανύψηλους ευκαλύπτους και ανθισμένες βουκαμβίλιες βρίσκεται το μικρό σπιτάκι που έζησε ο Λόρενς Ντάρελ και έγραψε τη «Θαλάσσια Αφροδίτη» και ίσως κράτησε τις πρώτες σημειώσεις για το αριστουργηματικό «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του.
Στη Ρόδο υπάρχουν δύο πινακοθήκες, η μία δεύτερη σε αριθμό έργων μετά την Εθνική Πινακοθήκη της Αθήνας.
Δύο μεγάλες επισκέψιμες, δανειστικές βιβλιοθήκες, η μία στην πιο γνωστή πλατεία της μεσαιωνικής πόλης και η άλλη σε μία έπαυλη που άλλοτε ανήκε σε βασιλείς, ενώ πιο παλιά υπήρξε η κατοικία του Ιταλού κυβερνήτη Ντε Βέκι, όταν ή σύζυγος του από τη νοσταλγία για τη μακρινή πατρίδα της, το Τορίνο, έκτισε μια έπαυλη στην καρδιά της πόλης περιστοιχισμένη από απέραντους κήπους κατά τα πρότυπα της Βόρειας Ιταλίας. Τώρα στις ευρύχωρες φωτεινές αίθουσες και στα μονοπάτια του πάρκου περιδιαβαίνουν φοιτητές και οι επισκέπτες της βιβλιοθήκης.
Υπάρχει και το Δ.Κ.Σ.Μ.Ρ., δηλαδή το Διεθνές Κέντρο Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου, που στεγάζεται σε ένα κτηριακό συγκρότημα πάνω σε ένα λοφίσκο απ’ όπου ο επισκέπτης έχει την καλύτερα θέα της πόλης και της θάλασσας μέχρι πέρα τις δυτικές ακτές της Τουρκίας. Μια ελαφρά ομίχλη χωρίζει τα τελευταία βουνά της Ασίας από την τελευταία ξηρά της Ελλάδας. Εκεί πάνω στα βράχια του λοφίσκου η επίδραση του ουρανού και της μυστηριώδους θάλασσας σε κάνει να νιώθεις ότι βρίσκεσαι στο κέντρο του σύμπαντος και ότι μπορείς να κλείσεις τον κόσμο όλο μέσα σε ένα βλέμμα.
Ένα επιβλητικό οίκημα που λόγω της θέσης του παλιότερα χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Ιταλούς και κατόπιν από τους Βρετανούς ως ναυαρχείο. Σε αυτό λοιπόν το περιβάλλον φιλοξενούνται συγγραφείς και μεταφραστές από την Ευρώπη και την Ελλάδα, όλη τη διάρκεια του χρόνου, για να γράψουν στην ηρεμία και στην ασυνήθιστη αυτή ομορφιά τα έργα τους. Το Δ.Κ.Σ.Μ.Ρ. διοργανώνει εκδηλώσεις, εργαστήρια, λέσχες ανάγνωσης, λογοτεχνικούς διαγωνισμούς κ.α. Με τα χρόνια έχει εξελιχθεί σε ένα πυρήνα τέχνης που οι αναταράξεις των κύκλων του ξεπερνούν τη Ρόδο και απλώνονται πάνω από πολλές χώρες.
Στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, στη γραφική Λίνδο, στα απόμερα χωριά της Νότιας Ρόδου κατοικούν μόνιμα συγγραφείς, ζωγράφοι, σκιτσογράφοι, μουσικοί, καλλιτέχνες γενικά που η απόσταση από το αθηναϊκό κέντρο δεν τους αποκόπτει από την τέχνη τους.

Εκδόσεις Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μετάφραστών Ρόδου:

1. Καρπαθιακά / Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών, τ. 3 (2009)
2. Η Μαρία περιηγείται τη μητρόπολη των νερών / Νίκος Κάσδαγλης (2009), μτφρ. στα αγγλικά Irene Maradei
3. Εικόνες και όψεις της Ενσωμάτωσης της Δωδεκανήσου / Αναστάσιος Θ. Κοντάκος, Σταύρος Ι. Παπαδόπουλος (2009)
4. Δίφορος καρπός : Πενήντα αγγλικά ποιήματα του Δημήτρη Τσαλουμά σε δεύτερη γραφή / Δημήτρης Τσαλουμάς (2006)
5. Άνθη φιλίας : Τιμητικό αφιέρωμα στον καθηγητή Κωνσταντίνο Μηνά / Μηνάς Αλεξιάδης κ.α. (2005), επιμ. Γεώργιος Παπαντωνάκης
6. Ο Παναγιώτης Ρόδιος και η εποχή του / Παναγιώτης Σαβοριανάκης (2003)
7. Κυψελίδες / Δώρα Παρδάλη-Σωτρίλλη (2002)
8. Ποιήματα / Τζάν Γιουτζέλ (2002), μτφρ. από τουρκικά Ηρακλής Μήλλας

Δίγλωσσες Εκδόσεις

9. Ποιήματα ελληνικής υφής : Ανθολογία από δέκα ποιητές / Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ κ.α. (2008)
10. Στα κύματα τριών θαλασσών : Μια σύγχρονη Οδύσσεια / Bente Christensen & Klaus-Jόrgen Liedtke (2006), μτφρ. κ’ επιμ. Θέμης Λιβεριάδης
11. Σκιά / Γιώργος Βέλτσος (2004), μτφρ. στα αγγλικά David Connoly
12. Κωνσταντίνος Π. Καβάφης – Ποιήματα (2003), μτφρ. στα ρουμανικά Ελένα Λαζάρ
13. Η αρχαία ελληνική και βυζαντινή γραμματεία στον σύγχρονο κόσμο : Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου της Ρόδου 25-26 Μαΐου 2001 (2002)
14. Bίος και πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού / Λεόντιος Νεαπόλεως (2001), μτφρ. στα νεοελληνικά κ’ σχόλια Κωνσταντίνος Μηνάς
15. Αχαλίνωτη παρόρμηση / Καμίλα Χάμαρστρομ (2000), μτφρ. από σουηδικά Βασίλης Παπαγεωργίου
16. Νότια θηρία / Πάνος Σταθογιάννης (2000), μτφρ. στα αγγλικά Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
17. Με σκόνη και στάχτη / Σιγκίτας Παρούλσκις (2000), μτφρ. από λιθουανικά Ντάλια Σταπονκούτε
18. Ιστορίες από τις Γραφές / Θεοφανώ Καλογιάννη (2000), μτφρ. στα βουλγαρικά Ζντράβκα Μιχάιλοβα
19. Νότια θηρία / Πάνος Σταθόγιαννης (2000), μτφρ. στα λιθουανικά Ντάλια Σταπονκούτε
20. Έξι μαύρα διηγήματα / Χρίστο Ζαπριάνοφ (2000), μτφρ. από βουλγαρικά Πάνος Σταθόγιαννης

Περιοδικές Εκδόσεις

Ήλιος (8 τεύχη, ελληνικά – αγγλικά)

ερώτηση 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:22 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

Ποιο το καλύτερο και ποιο το χειρότερο εξώφυλλο βιβλίου που έχει πέσει στα χέρια σας;

Ειρήνη Παντούλα, αναγνώστρια:

Ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα που έχει πέσει στα χέρια μου τον τελευταίο καιρό είναι από το βιβλίο του Αντώνη Πάσχου, “Πέρα από τη Γη των Θεών” (εκδ. Συμπαντικές Διαδρομές). Δείχνει ένα ιστιοφόρο που παρασέρνεται μέσα σε μια καταιγίδα, την ίδια ώρα που μια μυστηριώδης φιγούρα φαίνεται να εξουσιάζει τα στοιχεία της φύσης. Θα μπορούσε να είναι ακόμα ένας αξιόλογος πίνακας ζωγραφικής.
Ίσως το χειρότερο εξώφυλλο για μένα είναι από τη “Σουίτα στον Παράδεισο” της Χρύσας Δημουλίδου (εκδ. Λιβάνη). Απεικονίζει το ίδιο το πρόσωπο της συγγραφέως, τονισμένο με έντονα χρώματα και σε πράσινο φόντο. Όχι ότι δεν είναι όμορφη, αλλά θεωρώ ότι ένα τεράστιο, χαμογελαστό πρόσωπο σε εξώφυλλο βιβλίου, το καθιστά ιδιαιτέρως κιτς.

Δημήτρης Μουζάκης, ποιητής:

Καλύτερο εξώφυλλο: “Νήσος Χίος” του Σωτήρη Παστάκα (εκδόσεις Οδός Πανός) αλλά και της συλλογής “Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό” του Οδυσσέα Ελύτη (Ίκαρος).
Χειρότερο εξώφυλλο: “Διακοπές στην πραγματικότητα” του Χάρη Βλαβιανού.

Αντώνης Πάσχος, συγγραφέας:

Το εξώφυλλο από το “Σάρκινο Φρούτο” του Μιχάλη Μανωλιού με είχε εντυπωσιάσει, είναι προκλητικό και μυστήριο, ενώ το βιβλίο είναι εξίσου καλό.
Στο χειρότερο θ’ αναγκαστώ να πω το “Πτεράργυροι της Σερανβέλ” του Κώστα Βουλαζέρη, του οποίου το περιεχόμενο ωστόσο βρήκα πολύ καλό και σίγουρα άξιζε ένα καλύτερο εξώφυλλο.

Γιώργος Τσιούκης, γραφίστας/εκδότης του περιοδικού Monkie:

Καλύτερο εξώφυλλο « Η Λιάνη στηρίζει την Αλλαγή» του Γιώργου Καρατζαφέρη. Εξουσία και σεξ, το αγαπημένο «όπιο» του λαού, ως άλλο φιλμ νουάρ με τον αστυνόμο Μπέκα της πολιτικής. Σάτιρα Β’ διαλογής, που θα μπορούσε να είναι το αγαπημένο «cult» των «mainstream» διανοούμενων. Αποτελεί και ιστορικό «ντοκουμέντο»!
Χειρότερα εξώφυλλα, όσα απεικονίζουν αναγεννησιακούς πίνακες. Παρωχημένος “προοδευτισμός” με δόση σοβαροφάνειας. Και σε συνδυασμό με γράμματα που «λαμπυρίζουν», δίνεται η αίσθηση της πολυτέλειας, που πολλές φορές αγγίζει τα όρια του κιτς.

Νίκος Κόλλιας, μουσικός:

Το καλύτερο κατά τη γνώμη μου είναι το εξώφυλλο των “Ερωτικών” του Γιάννη Ρίτσου από την έκδοση με το σκληρό εξώφυλλο του Κέδρου.
Ένα από τα χειρότερα ίσως να είναι αυτό της ποιητικής συλλογής του Σωκράτη Σκαρτσή “Το νησί” που καθόλου μα καθόλου δεν ταιριάζει σε ποιητική συλλογή.

ξένη λογοτεχνία 07

Saturday, March 6, 2010 @ 16:20 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

Ντάνιελ Κέλμαν
Φήμη
Μτφ.: Κώστας Κοσμάς
Καστανιώτης, 2009

O γερμανός Ντάνιελ Κέλμαν αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση λογοτέχνη. Πριν δυο χρόνια κατέκτησε τον κόσμο του πνεύματος με το βαθυστόχαστο ‘’Η μέτρηση του κόσμου’’, ένα από τα καλύτερα – κατά τη γνώμη μου – βιβλία της δεκαετίας, που έγινε best seller και στη χώρα μας και μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες. Το 2008 κυκλοφόρησε το μικρότερου βεληνεκούς, αλλά εξίσου ευφυές ‘’Εγώ και ο Καμίνσκι’’, ενώ τώρα έχουμε την τύχη να κρατάμε στα χέρια μας το νέο του έργο ‘’Φήμη’’, ένα βιβλίο μόλις 160 σελίδων, η ανάγνωση του οποίου αποκαλύπτει ότι είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθός του.
Ο ίδιος ο συγγραφέας το ονομάζει ‘’μυθιστόρημα σε εννέα ιστορίες’’ και πράγματι υπάρχουν πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν από τη μια ιστορία στην άλλη, κάνοντάς το κάπως δύσκολο να μιλήσεις για την καθεμία ξεχωριστά. Ο Λέο Ρίχτερ, ο συγγραφέας περίπλοκων διηγημάτων, που φοβάται τα αεροπλάνα και απεχθάνεται τους ανθρώπους, ο φανατικός μπλόγκερ που τον καταδιώκει για να τον πείσει να τον εντάξει σε μια από τις ιστορίες του και η Ελίζαμπετ, η ερωμένη του, που τρέμει στην ιδέα ότι μπορεί να καταλήξει ηρωίδα του, ο διάσημος ηθοποιός Ραλφ Τάνερ που ξαφνικά χάνει ανεξήγητα όλες του τις επαφές και όλα του τα προνόμια και ο ‘’κοινός θνητός’’ Έμπλινγκ που τα κερδίζει, εξίσου ανεξήγητα, μαζί μ’ έναν λανθασμένο αριθμό τηλεφώνου, η Μαρία Ρουμπινστάιν, που πηγαίνει στην Ασία στη θέση του Ρίχτερ για μια διάλεξη και βιώνει μια δυσάρεστη περιπέτεια και ο Μπλάνκος, ο συγγραφέας βιβλίων εσωτερισμού και αυτοβοήθειας, που αδυνατεί να βοηθήσει τον ίδιο του τον εαυτό, είναι μόνο μερικά από τα πρόσωπα που συγχρωτίζονται, διαλέγονται και αλληλεπιδρούν σε αυτό το πολυεπίπεδο και πλούσιο βιβλίο.
Η ‘’Φήμη’’ καταφέρνει να γοητεύσει και να ψυχαγωγήσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη, καθώς η ευρηματικότητα και το χιούμορ είναι εμφανείς σε κάθε της σελίδα – η ιστορία με τον μπλόγκερ είναι απλώς ξεκαρδιστική! -, μιλώντας ταυτόχρονα με ανάλαφρο τρόπο για μια σειρά πολύ σοβαρών θεμάτων (την αλήθεια και την πλάνη, την παράνοια του σύγχρονου κόσμου, τη διασημότητα και την ανάγκη απελευθέρωσης από αυτήν, την αγάπη και το θάνατο).
Ειδική μνεία αξίζει στην εξαιρετική δουλειά του μεταφραστή Κώστα Κοσμά, που ειδικά σε κάποιες ιστορίες (‘’Μια συμβολή στη συζήτηση’’) ξεπέρασε εαυτόν.

Μαρία Τσουκανά

Ίταλο Καλβίνο
Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης
Μετάφραση: Ανταίος Χρυσοστομίδης
Καστανιώτης, 2009

Ένα βιβλίο γραμμένο από έναν σύγχρονο κλασικό πριν από τριάντα σχεδόν χρόνια, επανεκδίδεται, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε αναθεωρημένη μετάφραση του Ανταίου Χρυσοστομίδη. Πυρήνας του έργου είναι η απόλαυση της ανάγνωσης και βασικό του όχημα η διακειμενικότητα. Ο Αναγνώστης και η Αναγνώστρια αναδεικνύονται σε βασικούς πρωταγωνιστές, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος της αφηγηματολογίας, κατά την περίοδο συγγραφής του έργου, από την προθετικότητα στην πρόσληψη.
Και πράγματι, το βιβλίο είναι γραμμένο με τρόπο που χαϊδεύει τρυφερά το ναρκισσισμό του αναγνώστη και αυξάνει το βαθμό συνενοχής του στην πράξη της συγγραφής. Πρόκειται για αφηγηματική οδύσσεια που συντίθεται από δέκα  εναρκτήρια κεφάλαια ετερόκλητων ιστοριών που δεν τελειώνουν ποτέ και αποτελούν την πρώτη ύλη μιας ερωτικής περιπέτειας, αλλά και την ίδια την ουσία της αναγνωστικής ερωτικής περιπέτειας. Μια ματιά στους τίτλους των κεφαλαίων δίνει την εντύπωση μιας ακόμα αφήγησης εντός της αφήγησης: Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης/ Έξω από τον οικισμό του Μάλμπορκ/ Σκύβοντας στην άκρη της απόκρημνης πλαγιάς/ Χωρίς το φόβο του ανέμου και του ιλίγγου/ Κοιτάζει χαμηλά εκεί όπου οι σκιές πυκνώνουν/ Σ’ ένα δίκτυο γραμμών που τέμνονται/ Πάνω σ’ ένα χαλί από φύλλα που φωτίζονται από το φεγγάρι/ Γύρω από ένα άδειο χαντάκι/ Ποια ιστορία εκεί κάτω περιμένει ένα τέλος;
Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας, φιλοτεχνώντας σε κάθε κεφάλαιο μια εντυπωσιακή μικρογραφία ενός διαφορετικού υφολογικά μυθιστορήματος, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα στέρεο και συμπαγές ενιαίο μυθιστόρημα με τη μέθοδο της επικόλλησης, κατασκευάζοντας ένα δαιδαλώδη λαβύρινθο, χωρίς ωστόσο να αποθαρρύνει τον αναγνώστη να αναζητήσει την έξοδο· αντιθέτως, η διαρκής αίσθηση εκκρεμότητας και αναμονής, αλλά κυρίως η αναγνώριση του ίδιου του του εαυτού μέσα στις σελίδες του βιβλίου λειτουργούν προτρεπτικά ούτως ώστε να συνεχίσει την ανάγνωση μέχρι το τέλος.

Στέλλα Πεκιαρίδη