Archive for February, 2010
Ξεφυλλίστε το 6ο τεύχος!
Διαβάστε μας ηλεκτρονικά και αν σας αρέσει το τεύχος, μοιραστείτε το με φίλους αναγνώστες.
Δρόλαπας
του Γιάννη Πλιώτα
Από πάντα ήθελα να δώσω αυτή την επικεφαλίδα σε ένα editorial – νομίζω μου διασφαλίζει λίγα ακόμα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας. Ο «δρόλαπας» είναι εξεζητημένη λέξη, πλην απολαυστική. Όσο για το τι σημαίνει (αν δεν γνωρίζετε, όπως κι εγώ πριν λίγο καιρό): Είναι η κατακλυσμική καταιγίδα, το κατά Καρκαβίτσα αστραπόβροντο. Αλλά μεταφορικά θα μπορούσε να είναι και η διαβόητη οικονομική κρίση ή η αδάμαστη μπόρα που μαίνεται στο μυαλό καθενός.
Με το τεύχος που διαβάζετε αυτή τη στιγμή στην οθόνη του υπολογιστή σας, επιστρέφουμε δυναμικά στις επάλξεις, αν και έχοντας απολέσει (προσωρινά) την υφή μας. Προκειμένου να μείνουμε πιστοί στο ραντεβού με τους αναγνώστες και χωρίς να χρειαστεί να καταβυθιστούμε οικονομικά, αποφασίσαμε για τον επόμενο μήνα το Bookmarks να κυκλοφορεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική μορφή. Στο facebook, στο site μας, σε blogs, forums και tweets, με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο, θα προσπαθήσουμε (και με τη βοήθειά σας) να κερδίσουμε νέους αναγνώστες για εμάς και τα βιβλία που μας άρεσαν. Στα βιβλιοπωλεία θα συναντηθούμε πάλι στις 3 Μαρτίου.
Αναγνωρίζω ότι ξεχωριστή αίγλη έχει το έντυπο, αλλά τουλάχιστον θα συνεχίσουμε να σας προσφέρουμε την απαραίτητη, τετραγωνισμένη ενημέρωση για τα σημαντικότερα τεκταινόμενα στο χώρο του βιβλίου. Ως απόδειξη στο σημερινό τεύχος φιλοξενούμε μεταξύ πολλών θεμάτων και μια αποκλειστική συνέντευξη ενός σημαντικού ξένου συγγραφέα. Ο διάσημος Ιταλός Valerio Massimo Manfredi έχει ασχοληθεί με τα φιδογυριστά μονοπάτια της αρχαίας ιστορίας μας και δίκαια λογίζεται μακρινός απόγονος του Ομήρου και του Ξενοφώντα.
Στα υπόλοιπα νέα, ελπίζω στο διάστημα που λείπαμε για διακοπές να διαβάσατε κι εσείς αξιόλογα βιβλία όπως εγώ· όσα πρόλαβε ο καθένας. Μπορεί για μερικούς ακόμα και το ένα βιβλίο το μήνα να φαντάζει βουνό πελώριο, αλλά εσείς που διαβάζετε το Bookmarks σίγουρα τα καταφέρνετε πολύ καλύτερα. Αν θέλετε, χρησιμοποιήστε ως παράδειγμα προς έμπνευση τη συντάκτριά μας την Ευθυμία Δεσποτάκη, η οποία μέσα στο 2009 διάβασε όχι λιγότερα από 130 βιβλία (περισσότερες λεπτομέρειες για αυτό το αστρονομικών διαστάσεων εγχείρημα διαβάστε και στο ιστολόγιό της, το «Διαβάζοντας το βιβλίο των συμβάντων»).
Αυτά από μένα. Τη φλυαρία μου ακολουθούν θαυμαστές, πολύχρωμες σελίδες, κάθε μια εισιτήριο για μαγικό προορισμό. Και αν αισθανθείτε την επικοινωνίας ανάγκη, διόλου μη διστάσετε να στείλετε γράμμα ηλεκτρονικό.
*Το πρώτο βιβλίο που βρέθηκε στα χέρια μου το 2010 ήταν το πολύ καλό «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» του Λουίς Σεπούλβεδα (μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη- εκδ. Opera).
**Τα «λίγα κυβικά εκατοστά αιωνιότητας» είναι από ένα ποίημα της Άννας Νιαράκη.
βιβλίο επισκεπτών 06
Πατάς μανιωδώς ctrl και tab. Η μία καρτέλα ανοίγει πίσω από την άλλη. Πληκτρολογείς σε ταχύτητα ρεκόρ διευθύνσεις. Τόσες διευθύνσεις απ’ έξω ποτέ στη ζωή σου δεν είχες μάθει. Enter και μπαίνεις σε 15 διαφορετικά site. Πατάς στην «αναζήτηση» τα προϊόντα που ψάχνεις, τα πετάς όλα στο καλάθι, συγκρίνεις τιμές, διαβάζεις κριτικές και σχόλια. Στο τέλος μπερδεύεσαι, αγοράζεις άλλο από αυτό που ήθελες και πάλι από την αρχή για να ακυρώσεις την παραγγελία.
Για κάποιους όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι μία απλή καθημερινότητα. Κάποιοι άλλοι ίσως να αναρωτιούνται τι ακριβώς γράφω. Όπως και να ‘χει, τα ηλεκτρονικά καταστήματα και τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, πιο συγκεκριμένα, έχουν μπει πια στη διαδικτυακή μας καθημερινότητα και μας προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες.
Πρώτα απ’ όλα, εφόσον τα περισσότερα ενημερώνονται από την ηλεκτρονική βάση της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ (του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου), προσφέρουν έναν πλήρως ενημερωμένο κατάλογο για ΟΛΟΥΣ τους τίτλους που έχουν κυκλοφορήσει στον ελληνικό χώρο. Πάμε όμως σε πιο πρακτικά θέματα: ο ενδιαφερόμενος μπορεί να διαλέξει το βιβλίο που επιθυμεί οποιαδήποτε στιγμή του 24ώρου. Η δε αγορά, μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε μέρος της γης και να καλύψεις ανάγκες σε βιβλία που πολύς κόσμος εκτός Αθηνών δεν μπορεί να βρει. Ο χρόνος παράδοσης είναι πολύ γρήγορος. Ειδικά αν είσαι μανιακός αναγνώστης δε χρειάζεται να κουβαλάς τις ντάνες τα βιβλία εφόσον έρχονται αυτά στην πόρτα σου να σε βρουν. Οι πολλοί και διαφορετικοί τρόποι πληρωμής καλύπτουν όλες τις ανάγκες, ακόμη και αυτών που φοβούνται να χρησιμοποιήσουν πιστωτικές κάρτες στο Διαδίκτυο. Μερικά από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία έρχονται να καλύψουν το κενό που άφησαν τα παραδοσιακά καφέ και η συναντήσεις που γίνονταν εκεί. Δημιουργούν βιβλιοφιλικές κοινότητες όπου ο κόσμος μπορεί να ανταλλάξεις απόψεις και ιδέες, να συζητήσει και να ενημερωθεί. Τέλος, σε μια εποχή όπου όλοι παίζουμε κυνηγητό με το χρόνο, αγοράζοντας από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία μπορούμε να κερδίσουμε λίγο από αυτόν.
Το μοναδικό μειονέκτημα των ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων είναι το ότι δεν μπορείς να αγγίξεις το βιβλίο, να το μυρίσεις και να το νιώσεις. (Δεν αναφέρω το να ξεφυλλίσεις τις σελίδες του βιβλίου γιατί είναι πλέον εφικτό). Και αυτό όμως το αρνητικό ισοσταθμίζεται από τη διαδικασία ξετυλίγματος του πακέτου, όταν αυτό φτάσει στο σπίτι σου. Σκίζεις φακέλους, ξεδιπλώνεις περιτυλίγματα και αγωνιάς μέχρι να αντικρίσεις τα βιβλία που παράγγειλες. Είναι σαν κάθε φορά να έρχεται ένα δώρο στο σπίτι σου!
της Λένας Βλασταρά, Υπεύθυνη Επικοινωνίας CaptainBook.gr
***
Βγήκα έξω και κατευθύνομαι στο ασανσέρ. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλουν και άλλοι υπάλληλοι, όλοι οι υπάλληλοι του ορόφου μείον τριάντα τρία. Κάποιοι πηγαίνουν προς το μπαλκόνι, ίσως για να κοιτάξουν λίγο τον ουρανό. Όσο ψεύτικος και αν γνωρίζουμε ότι είναι, μας δίνει μια μικρή ελπίδα για κάτι απροσδιόριστο, κάτι όμορφο. Και το πιο ωραίο συναίσθημα το έχουμε όταν σηκώνουμε ή χαμηλώνουμε το κεφάλι και βλέπουμε κάποιον από άλλο μπαλκόνι να μας κοιτάει και χαμογελάμε. Αυτή την κίνηση την αντιλαμβάνομαι ίσως και σαν μυστική συμφωνία. Στο μπαλκόνι, όλοι μας ΜΙΣΟΥΜΕ την ΠΕΔΑ και αγαπούμε και καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Όσο μπορούμε και χαμογελάμε ο ένας στον άλλο, υπάρχει ελπίδα.
Μακριά απ’ το μπαλκόνι δε γνωριζόμαστε, δεν αγαπιόμαστε, γινόμαστε πάλι πρόβατα, υποτασσόμαστε στη δύναμη των ανωτέρων μας. Δεν ξέρουμε πόσοι είναι, αλλά τους φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως κάνουν κακό στις οικογένειές μας. Πιθανόν να είναι λίγοι, αλλά είναι αδύνατον να συγκεντρωθούμε και να ξεκινήσουμε επανάσταση. Μας παρακολουθούν όλη τη μέρα στη δουλειά. Δε μας αφήνουν να μιλάμε μεταξύ μας, παρά μόνο πολύ λίγο την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Δεν προλαβαίνουμε να ανταλλάξουμε διευθύνσεις. Αν καταφέρουμε να ανταλλάξουμε, ίσως μας κάνουν έλεγχο. Επίσης, δε γνωρίζουμε αν ανάμεσά μας βρίσκεται κάποιος ανώτερος ή κάποιος προδότης. Για να ξεκινήσει μια μαζική επανάσταση, θα πάρει πολύ χρόνο, μεγάλη υπομονή, πολύ μεγάλο ρίσκο. Για να ξεσκεπαστεί η ΠΕΔΑ, θα αρκούσε ίσως μόνο ένα τηλεφώνημα. Τα τηλέφωνά μας όμως παρακολουθούνται ή έτσι νομίζουμε. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ζούμε μέσα στην αμφιβολία και την απειλή. «Θα σας δολοφονήσουμε, θα σας κάψουμε, θα βιάσουμε τις οικογένειές σας». Γεγονότα σαν το προηγούμενο στο δωμάτιο ένα, δείχνουν ότι ίσως και να εννοούν όλα αυτά που λένε. Ίσως. Στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν, πού και πότε μας παρακολουθούν. Μπορεί και να μην το κάνουν ποτέ και όλα αυτά να είναι μια καλοστημένη φάρσα. Στο σπίτι δε με παρακολουθούν, αν το έκαναν θα μάθαιναν πολλά για το μίσος μου, για τον τοίχο και τη «Σκοτεινή Τέχνη», για τη γυναίκα, θα με είχαν «απολύσει» από καιρό. Στο δρόμο, στο τηλέφωνο, στη δουλειά, μερικές φορές ΝΟΜΙΖΩ πως δε με παρακολουθούν, άλλες φορές πάλι ΝΟΜΙΖΩ πως το κάνουν. Ποτέ δεν είμαι σίγουρος. Αν ήμουν σίγουρος για κάτι, θα σχημάτιζα μια εικόνα για την ΠΕΔΑ. Δε γνωρίζω όμως τίποτα για τη δύναμή της, γι’ αυτό και δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω.
(Απόσπασμα)
Ο Αστέρης Αστεριάδης είναι συγγραφέας και το βιβλίο του “100 Μέτρα κάτω από το γέλιο” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χαραμάδα
συνέντευξη 06 – Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι
Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι
συνέντευξη στη Μ. Γεωργοπούλου
Ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του ιστορικού μυθιστορήματος και της περιπέτειας, ο Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι, απαντάει στις ερωτήσεις μας και μιλάει για το λογοτεχνικό είδος στο οποίο έχει διακριθεί. Με ένα βιβλίο του να έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο αναλύει την άποψή του για τη μετάβαση από το χαρτί στη μεγάλη οθόνη. Μια συνέντευξη ενός συγγραφέα που μας ταξιδεύει σε περασμένους καιρούς κάνοντάς τους σύγχρονους.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι “Οι τελευταίες ημέρες του Καίσαρα”:
“… Ο Καίσαρας περπάτησε μέχρι το ναό, ακολουθώντας τις σκέψεις του, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Μπήκε στο άδειο και σιωπηλό κτίριο από μια δευτερεύουσα πόρτα και πήγε να καθίσει σ’ έναν πάγκο στον περιμετρικό τοίχο, αριστερά από το άγαλμα της θεάς. Δεν πέρασε πολλή ώρα και στο φως που έμπαινε από την είσοδο διέκρινε μια γυναικεία μορφή με καλυμμένο πρόσωπο. Η γυναίκα προχώρησε με σταθερό βήμα μέχρι το είδωλο της Άρτεμης: ένα ωραίο άγαλμα από ελληνικό μάρμαρο, που απεικόνιζε τη θεά με κοντό χιτώνα, τόξο και φαρέτρα. Η γυναίκα έβαλε εκεί όπου καίγονταν τα αρώματα λίγους κόκκους θυμιάματος.
Ο Καίσαρας βγήκε από τη σκιά και στάθηκε πίσω από μια κολόνα. «Σερβιλία…».
Η γυναίκα ξεσκέπασε το κεφάλι της. Ήταν ακόμα γοητευτική, αν και είχε περάσει τα πενήντα. Οι γοφοί της τονίζονταν κάτω από την ψηλή ζώνη και το ανοιχτό στο λαιμό ρούχο της άφηνε να διακρίνεται ένα στήθος δυνατό και στητό. Μόνο το πρόσωπό της αποκάλυπτε τα σημάδια από της έντονες εμπειρίες που είχε ζήσει. «Ποιος άλλος;» απάντησε εκείνη. «Είχα καιρό να σε δω… Πολύ καιρό. Ήθελα να σε συναντήσω…”
***
Ο Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι γεννήθηκε το 1943 και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια της Ιταλίας και του εξωτερικού, όπως το Ιcole Pratique des Hautes Ιtudes της Σορβόνης, και είναι καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Luigi Bocconi στο Μιλάνο. Έχει διευθύνει επιστημονικές αποστολές, εξερευνήσεις και ανασκαφές σε πολλά μέρη του κόσμου. Από το 1980 μέχρι σήμερα, έχει δημοσιεύσει άρθρα και δοκίμια εμπνευσμένα από την αρχαία Ελλάδα, καθώς επίσης και 13 μυθιστορήματα. Η μεγάλη του αγάπη για την αρχαιότητα τον ώθησε στη συγγραφή και ιστορικών μυθιστορημάτων. Ανάμεσά τους το “Alexander” έχει δημοσιευθεί σε 36 γλώσσες σε 55 χώρες και το “The Last Legion” μεταφέρθηκε από το Χόλιγουντ στη μεγάλη οθόνη.
***
Ο τρόπος που γράφετε είναι ιδιαίτερος με γρήγορη αφήγηση και γεμάτος με κινηματογραφικές εικόνες.
Ας πούμε ότι ο τρόπος που γράφω είναι πολύ οπτικός και κινηματογραφικός, το οποίο δε σημαίνει απαραίτητα «σινεμά». Αυτό έρχεται από το στιλ γραψίματός μου. Δουλεύω τις νυχτερινές ώρες στο σκοτάδι, με τη μουσική μου στα ακουστικά μου, ενός είδους σάουντρακ της ιστορίας μου. Γι’ αυτόν το λόγο οι περιγραφές μου είναι τόσο ζωντανές, επειδή πραγματικά βλέπω αυτό που περιγράφω. Το γρήγορο βήμα, επίσης, έρχεται και από αυτού του είδους την ατμόσφαιρα.
Αυτό το συγκεκριμένο στιλ βοηθά περισσότερο τον συγγραφέα ή τους αναγνώστες;
Κανέναν από τους δύο. Δε γράφεις για να βοηθήσεις οποιονδήποτε. Γράφεις για να επικοινωνήσεις αισθήματα, για να δημιουργήσεις για εσένα και τους αναγνώστες σου μια διαφορετική και παράλληλη ζωή, την οποία η προσωπική μας μοίρα μας έχει αρνηθεί. Φυσικά, για να επικοινωνήσεις τα αισθήματα, πρέπει να τα έχεις αισθανθεί πρώτα ο ίδιος.
Έχετε γράψει για πολλά ιστορικά πρόσωπα. Ποιο από αυτά είναι το αγαπημένο σας και ποιο είναι το ιστορικό πρόσωπο για το οποίο θέλετε οπωσδήποτε να γράψετε ένα βιβλίο στο μέλλον;
Τα άτομα ή οι χαρακτήρες δεν είναι ουσιώδη. Βρήκα τον Αλέξανδρο και τον Διονύσιο των Συρακουσών ιδιαίτερα ενδιαφέροντες εξαιτίας των εξαίρετων προσωπικοτήτων. Αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι να έχεις μια σπουδαία ιστορία να πεις. Μπορείς να έχεις έναν σπουδαίο χαρακτήρα και να γράψεις μια πολύ βαρετή ιστορία. Μπορεί να έχεις έναν μικρό ή άγνωστο χαρακτήρα και να γράψεις μια φανταστική ιστορία. Το να είσαι συγγραφέας, περισσότερο από όλα, σημαίνει, να δωρίζεις άλλες φανταστικές και εναλλακτικές ζωές στον αναγνώστη.
Ένα από τα βιβλία σας έγινε ταινία. Τι πιστεύετε γι’ αυτό; Το βιβλίο ή η ταινία κερδίζει σε αυτή την περίπτωση;
Μια ταινία είναι εντελώς διαφορετικό είδος έκφρασης από ένα βιβλίο. Η «Τελευταία Λεγεώνα» ήταν ένα βιβλίο 475 σελίδων και έπρεπε να το πιέσεις μέσα σε 95-100 σελίδες σεναρίου: Φυσικά πρέπει να θυσιάσεις πολλά πράγματα. Σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να κοπεί μια ολόκληρη ώρα γυρίσματος γιατί ένας από τους διανομείς αποφάσισε ότι ήθελε το μοντάζ να είναι σα βιντεοπαιχνίδι. Φοβάμαι ότι αυτό έκανε ζημιά στην ποιότητα της ιστορίας.
Με τα βιβλία σας έχετε την πρόθεση να κάνετε την ιστορία περισσότερο προσιτή στον κόσμο;
Όχι. Η ιστορία είναι μια αυστηρή, σκληρή πειθαρχία και δεν υπάρχουν παρακάμψεις σε αυτή. Το να λες ιστορίες είναι εντελώς διαφορετικό από το να γράφεις ιστορία. Η διήγηση ιστοριών γεμίζει το κενό μεταξύ του μυαλού μας και της ζωής μας, με την έννοια ότι το μυαλό μας είναι πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή μας. Έτσι, χρειαζόμαστε περισσότερη ζωή και περισσότερες ζωές που να είναι φτιαγμένες από τη φαντασία. Εικονικές πραγματικότητες με άλλες λέξεις.
Το να γράφεις ιστορία είναι μια τίμια και, κάπως, τιτάνια επιχείρηση, η οποία τείνει να δημιουργήσει και να μεταβιβάσει μια κοινή μνήμη για την ανθρωπότητα, μια προσπάθεια να ξαναδημιουργηθεί μια πιθανή «αλήθεια», γνωρίζοντας καλά ότι είναι αδύνατο. Στο τέλος η ιστορία είναι μια άποψη, αλλά δυνατή. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του να λες ιστορίες και του να γράφεις ιστορία είναι ότι ο ιστορικός έχει το βάρος της απόδειξης.
Η ιστορία είναι βασική γιατί είναι μνήμη και η μνήμη είναι ταυτότητα. Κανένας δε μπορεί να ζήσει χωρίς μνήμη. Κανένας δε μπορεί να ζήσει χωρίς ταυτότητα.
Το να λες ιστορίες είναι επίσης βασικό γιατί χρειαζόμαστε επίσης συναισθήματα και γι’ αυτό πρέπει να ονειρευόμαστε. Μέρα και νύχτα.
Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι δημοφιλή;
Όλα τα μυθιστορήματα είναι ιστορικά γιατί δημιουργούνται σε ένα ιστορικό περιβάλλον. Όταν έχεις τελειώσει να γράφεις μια σύγχρονη ιστορία είναι ήδη ιστορική. Ας πούμε ότι στους ανθρώπους αρέσει η διήγηση ιστοριών. Αν η ιστορία είναι τοποθετημένη σε μια απομακρυσμένη περιοχή κερδίζει, επίσης, τη γοητεία μια μακρινής εποχής και μιας μακρινής χώρας. Έχουμε ανάγκη να ονειρευόμαστε, έχουμε ανάγκη το μυστήριο, έχουμε ανάγκη το σκοτάδι γιατί μόνο στο σκοτάδι μπορείς αληθινά να ονειρευτείς. Θυμηθείτε την αρχή της εντεκάτης ραψωδίας της Οδύσσειας. Είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια της λογοτεχνίας όλων των εποχών. Ενέπνευσε τις δημιουργίες του Βιργιλίου και του Δάντη και είναι μία από τις πιο σκοτεινές.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο; Είναι κάποιο ιστορικό μυθιστόρημα;
Ναι. Και λέγεται «Οδύσσεια». Και αποδίδεται σε έναν τυφλό ποιητή που ονομάζεται Όμηρος.
Έχετε διαβάσει άλλους Έλληνες συγγραφείς;
Ναι. Κυρίως ποιητές. Καβάφη και Καζαντζάκη, για παράδειγμα. Τους λατρεύω.
almanac 10.2 ως 16.2
απο τον Σελιδοδείκτη
Αν και πέρασαν αρκετές μέρες μέχρι να επανέλθουμε, η εβδομάδα αυτή ξεκινά με τα γενέθλια ενός μεγάλου θετράνθρωπου και ποιητή, του Μπέρτολντ Μπρεχτ. Ήταν το 1898 όταν γεννήθηκε στο Άουσμπουργκ της Βαυαρίας και ήταν το 1975 όταν πέθανε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας στην Αθήνα. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο σημερινός πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, εισηγείται στο Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών υπό τον Πρόεδρο Κωνσταντίνο Καραμανλή (τον πρεσβύτερο γιατί τον νεώτερο όσο τον είδατε τον είδατε, τώρα εξαφανιζόλ!) να μη γίνει αποδεκτή από την Ελλάδα καμία ονομασία που θα περιέχει τον όρο Μακεδονία ή τα παραγωγά της. Τα αποτελέσματα τα γνωρίζετε, και έτσι έχετε μια πρόγευση για τα αποτελέσματα των εισηγήσεών του στα επόμενα σημαντικά εθνικά θέματα.
Μιας και μιλάμε για το έθνος, να ξέρετε ότι στις 11 του Φλεβάρη το 1776 γεννήθηκε ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας (ή Καλλικράτης), πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, το 1827. Από άλλα σημαντικά πρόσωπα που γεννήθηκαν σαν σήμερα, εκείνο που ξεχωρίζει είναι του τραγουδιστή Στέλιου Ρόκκου με τα διαμάντια και τα ρουμπίνια που καμιά ελληνίδα δεν θα τα ξαναδεί για τα επόμενα 30 χρόνια λιτότητας που ακολουθούν. Ε, ας αναφέρω και τον Καρτέσιο που είχε πει το «Σκέφτομαι άρα υπάρχω» και τον Θωμά τον Έντισον που παρόλο που είχε περισσότερα από 1000 διπλώματα ευρεσιτεχνίας, πολλοί λένε ότι είχε κλέψει άπειρες πατέντες από άλλους λιγότερο έξυπνους εφευρέτες, που δεν ήταν επιχειρηματίες σαν και του λόγου του.
Κάτι θα γίνεται εκεί γύρω στον Ιούνιο, γιατί όσα παιδιά πιάνονταν Ιούνιο-Ιούλιο και έσκαγαν στις 12 Φλεβάρη όλο και κάτι σημαντικό θα έχουν κάνει. Ενδεικτική απαρίθμηση με πρώτο καλύτερο τον Τζίμη Πανούση, τον φίλτατο Δαρβίνο που είναι και της μοδός όσο κι αν προσπάθησε ο Μπούστης να τον εξαφανίσει, τον Κώστα Γαβρά που ζει και βασιλεύει εκτός χώρας, τον απίστευτο σκηνοθέτη Ντάρρεν Αρονόφσκι και τον αγαπητό Αβραάμ Λίνκολν που υπέγραψε και το διάταγμα για την χειραφέτηση των μαύρων μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο.
Μια μέρα μετά –και κάμποσα χρόνια- οι αδερφοί Λυμιέρ κατοχυρώνουν την πατέντα που έχει αλλάξει τα δεδομένα στον κόσμο μας, καθώς ζώντας στην εποχή της εικόνας (που έχει μετατραπεί πια σε πληροφορία) κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του χωρίς κινηματογράφο, ακόμα και σε ημέρες που αναδεικνύεται η τεχνολογική πρωτοπορία του Avatar ως κύριο θέμα – κι όχι η ταινία η ίδια. Ακόμα μια χρήσιμη ανακάλυψη είναι και η μαζική παραγωγή φούρνων μικροκυμάτων για να δουλεύουμε περισσότερο και να μη χαιρόμαστε το μαγείρεμα και χαζεύουμε. Σαν σήμερα γεννήθηκε και ο πιο αναγνωρίσιμος καράφλας μετά τον Γιούλ Μπρίνερ, που είναι ο Πιερλουίτζι Κολίνα.
Εντάξει, πέραν της γιορτής του έρωτα, άμα κάτσει κάποιος να δει τι άλλο έχει συμβεί σαν σήμερα θα χάσει πραγματικά τον μπούσουλα. Λες να είναι ο έρωτας που τρελαίνει κόσμο και γίνεται της Πόπης; Πάντως ξεχώρισα την κατασκευή του ENIAC από την IBM (η οποία μάλιστα γιόρταζε και τα γενέθλιά της εκείνη την ημέρα, καθώς ιδρύθηκε το 1924), του πρώτου μεγάλης κλίμακας επαναπρογραμματιζόμενου ηλεκτρονικού υπολογιστή (computer) γιατί και το κείμενο που διαβάζετε τώρα, αν δεν είχαμε τον υπολογιστή, δεν νομίζω να το διαβάζατε. Στον πάλαι ποτέ αριστερό πόλο της ψυχροπολεμικής περιόδου υπογράφεται συμφωνία τριαντακονταετής συμφωνία συνεργασίας μεταξύ Κίνας και ΕΣΣΔ (όπου το 1990 μια έκθεση της KGB αναφέρει πως το σταλινικό καθεστώς έχει εκτελέσει 786.000 ανθρώπους, και αυτά ακούνε οι δεξιοί και θέλουν να εξισώσουν το φασισμό με τον κομμουνισμό). Κάπως έτσι κι εμείς υπογράφουμε συμφωνίες με τους Κινέζους για τα λιμάνια και για τα μύρια όσα, για να είμαστε σίγουροι ότι ο Υπαρκτός ζει και βασιλεύει με τα ρούχα του Καπιταλισμού (ή μήπως το αντίστροφο;). Πάντως σαν σήμερα το 1884 γεννήθηκε και ο ποιητής Κώστας Βάρναλης, ενώ πέθανε το 2003 το πρώτο κλωνοποιημένο πρόβατο, η Ντόλυ.
Στις 15 του μήνα γεννήθηκε ο καταπληκτικός τραγουδιστής Γιάννης Φλωρινιώτης. Την ίδια ημέρα γεννήθηκε και ο Δημήτριος Βικέλας ο οποίος διατέλεσε και πρώτος πρόεδρος της τρομοκρατικής οργάνωσης ΔΟΕ, η οποία βάζει χώρες να φτιάξουν γήπεδα που δεν τα χρησιμοποιούν ποτέ, να αγοράσουν πανάκριβα συστήματα ασφαλείας που λέγονται C4I και να δίνουν μίζες για αυτά και επίσης να μην λειτουργούν ποτέ και τελικά να χρεώνονται με δις ώστε να βγάζουν δις διάφορες κατασκευαστικές εταιρίες, εταιρίες χάλυβα και εταιρίες αναβολικών και μετά να τρέχουν να παίρνουν δάνεια (οι χώρες) για να αποπληρώσουν τα ελλείμματα. Ευτυχώς πάντως σαν σήμερα γεννήθηκε και ο Γαλιλέος και κάτι άφησε στον πλανήτη και ευτυχώς που κάτι μας έπιασε το 1923 και εφαρμόσαμε το Γρηγοριανό Ημερολόγιο και ξαφνικά πήγε 1η Μαρτίου χωρίς να το καταλάβουμε!
Λοιπόν, αν το ήξερε η Κορομηλά ότι θα έπρεπε κάθε λίγο και λιγάκι να παίρνει διαζύγιο για να ανεβαίνουν οι θεαματικότητες, νομίζω ότι δεν θα άφηνε την Μενεγάκη να της πάρει τα πρωτεία ποτέ και σήμερα που έχει τα γενέθλιά της, θα το γιόρταζε δεόντως. Ο συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης πάντως που δεν μπορεί να γιορτάσει γενέθλια γιατί μας έχει αφήσει από το 1979, θα μπορεί να αυτοχαρακτηριστεί τυχερός γιατί δεν πρόλαβε να υποστεί όλες τις τηλεοπτικές μαλακίες. Α, μιας και λέγαμε για Ολυμπιακούς και για στάδια, να μην ξεχάσω ότι ο Παπανδρέου ο μεσαίος (Πού ‘σαι Αντρέα να τοιυς τρίξεις τα δόντια, που θα λεγε κι η μάνα μου) το 1985 εγκαινίασε το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, στο οποίο εκτός από αγώνες διεξάγωνται και θηριομαχίες με άγριους οπαδούς ομάδων που χρωστάνε εκατομμυριάκια στο κράτος (;) και τους χαρίζονται κάθε τρεις και λίγο για να κυκλοφορούν κάτι ανεκδιήγτοι τύποι σαν τον Ψωμιάδη με πούρα, ελεύθεροι κι ωραίοι, και εμείς να παρακαλάμε να μην μας κόψουν το επίδομα καλοπέρασης. Αυτό το θέμα με τις χαριστικές ρυθμίσεις
σούπερ-ήρωες 06
από τη Νόρα Δημοπούλου
Ο Στέφανος
«Θέλεις να τα φτιάξουμε;»
Ο Στέφανος είναι ένας τύπος λίγο decadence. Για σας, που είστε τύπος bookmarks, δεν υποφέρεται με τίποτα. Φοράει αμάνικα και κολλητά παντελόνια. Δεν έχει τελειώσει ούτε καν το γυμνάσιο. Βέβαια δεν τον πειράζει και πολύ γιατί δουλεύει στην τηλεόραση και πληρώνεται καλά. Προσέχει τον εαυτό του, έχει γυμνασμένο κορμί, και προτιμάει τα φιρμάτα ρούχα. Κυρίως τα φιρμάτα μαϊμού. Και το σημαντικότερο προσόν του; Τις τρώει όλες. Δικά του λόγια. Δεν τον χαλάει τίποτα. Ξανθιές, μελαχρινές, ακόμα και μεγαλύτερες, τις μασουλάει με ευχαρίστηση αρκεί να είναι ωραίες. Κάπως ωραίες – αυτό αρκεί.
Ώσπου μια μέρα στο κανάλι βλέπει σκυμμένη τη Χρύσα. Έχει πολύ ωραία πόδια, είναι αλήθεια. Και διάφορα άλλα ωραία. Αναρωτιέται πώς και αυτή του έχει ξεφύγει. Και μετά θυμάται! Αυτή είναι η κουλτουριάρα του καναλιού. Δεν του ρίχνει ποτέ ούτε δεύτερη ματιά. Ε μάλλον, για να μην του την έχει πέσει ποτέ, ε, δεν μπορεί, θα ’ναι λεσβία! Την ξανακοιτάζει λίγο πιο προσεκτικά και χαζεύει. Και κάπως έτσι αρχίζει να την ερωτεύεται. Στ’ αλήθεια!
Και όμως. Δεν είναι λεσβία. Απλώς ο Στέφανος δεν είναι ο τύπος της. Παραείναι λαϊκός. Περιορίζεται στο να του λέει απλώς ένα γεια. Γι’αυτό και σχεδόν πέφτει από την καρέκλα όταν αυτός της ζητάει ξαφνικά «να τα φτιάξουνε!». Αποκλείεται! Εκτός… εκτός και αν αλλάξει.
Αλλάζει ένας άνθρωπος; Μπορεί να αποκτήσει ξαφνικά προοπτικές που δεν είχε ποτέ; Και μέχρι πού μπορεί να φτάσει για να είναι μαζί με κάποιον διαφορετικό από αυτόν; Κάποιον με τελείως άλλη οπτική ζωής, άλλα ενδιαφέροντα, που αγαπάει άλλη μουσική και αναζητάει άλλες εικόνες από τη ζωή του. Γίνεται; Ή θα μένει πάντα πίσω;
Ο Στέφανος έχει ένα χρόνο να της αποδείξει ότι γίνεται. Και όντως αλλάζει! Απολυτήριο, λογοτεχνία, αγγλικά, τέλος τα κολλητά, τέλος και οι αρπαχτές. Αλλά, για μια στιγμή! Γιατί μετά από έναν χρόνο τον βρίσκουμε να κλαίει στα σκαλιά της με λυγμούς; Αφού άλλαξε, αλήθεια, άλλαξε!
Αφήνω τον σούπερ-ήρωα μας εκεί. Ακολουθήστε τον.
«Η…Πυγμαλίων» από τη συλλογή διηγημάτων
«Εγώ ήμουν αντράκι»
Νίκος Μουρατίδης
Εκδόσεις Τετράγωνο
ημερολόγιο ανάγνωσης 06
του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου
Τετάρτη. Εμφανίζονται κάθε τόσο στο αναγνωστικό μου στερέωμα κάποια βιβλία που, για αδιευκρίνιστους συνήθως λόγους, με υποχρεώνουν να αφήσω στην άκρη ό,τι εκείνη την ώρα διαβάζω και να χωθώ μες στις δικές τους σελίδες. Έτσι και τώρα· ενώ καλά-καλά δεν έχω ακόμη τελειώσει τη βιογραφία του Καπότε, έπεσαν απροσδόκητα στα χέρια μου δύο βιβλία που μια έντονη και ανεξήγητη παρόρμηση μ’ έκανε αμέσως να ξεκινήσω την παράλληλη ανάγνωσή τους. Το πρώτο είναι το μυθιστόρημα του Βιταλιάνο Μπρανκάτι «Ο Δον Ζουάν στη Σικελία» (εκδ. Αστάρτη, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας), το δεύτερο μια βιογραφία: «Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου» του Ίαν Ντέιβιντσον (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Νίκη Προδρομίδου). Κατά τη διάρκεια της μέρας διαβάζω, με το στυλό στο χέρι και με το σημειωματάριο παρά πόδα, τον Βολταίρο· το βράδυ στο κρεβάτι διαβάζω τον Σικελό Δον Ζουάν και στο μυαλό μου επανέρχονται σελίδες από την «Τελευταία πνοή» του Λουίς Μπουνιουέλ, ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών του οποίου κάθε σχεδόν σκηνή τη θυμάμαι απ’ έξω.
Πέμπτη. Υπάρχει μία παράγραφος στην αυτοβιογραφία του Μπουνιουέλ που συνοψίζει με ακρίβεια το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος του Βιταλιάνο Μπρανκάτι, το οποίο κυκλοφόρησε το 1941: «Οι άντρες της γενιάς μου υπέφεραν από μια προπατορική ντροπαλοσύνη προς τις γυναίκες και από μια σεξουαλική επιθυμία που ήταν ίσως η δυνατότερη του κόσμου. Αυτή η επιθυμία ήταν, όπως καταλαβαίνει κανείς, ο καρπός αιώνων ολόκληρων που τους βάρυνε ο ζυγός ενός ευνουχιστικού καθολικισμού. Η απαγόρευση οποιασδήποτε σεξουαλικής σχέσης έξω από το γάμο, ο εξορισμός κάθε εικόνας, κάθε λόγου, που μπορούσε να έχει σχέση κοντινή ή μακρινή με την ερωτική πράξη, όλα συντελούσαν στο να γεννηθεί μια εξαιρετικά βίαιη επιθυμία». Μια καταπιεσμένη ερωτική επιθυμία η οποία, αναπόφευκτα, μετατρέπεται σε εμμονή και βρίσκει μοναδική διέξοδο στις ατελείωτες συζητήσεις περί των ερωτικών θελγήτρων των γυναικών. Στην Κατάνια, όπου εκτυλίσσεται το βιβλίο, «οι κουβέντες για τις γυναίκες πρόσφεραν μεγαλύτερη ηδονή από τις γυναίκες τις ίδιες», μας λέει ο ιταλός συγγραφέας.
Παρασκευή. Τρία στάδια της ζωής του τριανταεξάχρονου ήρωα του «Δον Ζουάν στη Σικελία» παρακολουθούμε στο μυθιστόρημα: αρχικά τον βρίσκουμε να διάγει μια γαλήνια και ράθυμη ζωή με τις τρεις ανύπαντρες αδελφές του, με χορταστικά γεύματα, αναζωογονητικούς απογευματινούς ύπνους και ευφρόσυνες βραδινές συναντήσεις με τους φίλους του, μοναδική έγνοια των οποίων (απόλαυση και συγχρόνως μαρτύριο) είναι η σωματική ομορφιά των γυναικών. Ώσπου, κάποια στιγμή, ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του και ανακαλύπτει έναν καινούριο κόσμο, εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι ως τότε γνώριζε, τον κόσμο των μοναχικών καρδιών που για χρόνια αγαπούν χωρίς ανταπόκριση και υποφέρουν σιωπηλά. Για να ακολουθήσει μια ακόμη μεταβολή στην κατάσταση του ήρωα, όταν παντρεύεται τελικά την αγαπημένη του και μετοικεί μαζί της στο Μιλάνο όπου η ζωή του γνωρίζει μια ριζικότερη μεταμόρφωση: ψυχρό κλίμα, φτωχά γεύματα και λίγος ύπνος, αστικές συνήθειες και πολιτισμένες συζητήσεις, καλοί τρόποι και υποκρισία, γυναίκες διαθέσιμες για έρωτα – μα καμία εκ μέρους του διάθεση να τις απολαύσει.
Σάββατο. Η ηθογραφική ματιά του Ιταλού συγγραφέα και η νοσταλγική διάθεση που αυτή προκαλεί, η καλοπροαίρετη ειρωνεία και το γνήσιο χιούμορ της αφήγησής του κέρδισαν τελικά την αποκλειστική αφοσίωσή μου έναντι της βιογραφίας του Βολταίρου. Μια αναφορά, κατόπιν, του σχετικού άρθρου της ιταλικής Wikipedia στον Σέρεν Κίρκεγκωρ (γιατί τα στάδια της ζωής του Σικελού Δον Ζουάν θυμίζουν, ορισμένως, τους τρόπους ζωής που διέκρινε ο Δανός φιλόσοφος) με έστειλαν στο βιβλίο του Θεοδόσιου Ν. Πελεγρίνη «Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) για να θυμηθώ τη θεωρία του Κίρκεγκωρ – αλλά και για να αναπολήσω τη μακρινή εποχή που ο καθηγητής Πελεγρίνης μάς εξηγούσε στο πανεπιστήμιο την ηθική και τη γνωσιοθεωρία των αιώνων.
Κυριακή. Τρεις τρόπους ύπαρξης (τρεις στάσεις ζωής, σαν να λέμε) διέκρινε ο Κίρκεγκωρ, σύμφωνα με τις εμπειρίες της δικής του ζωής: α) τον αισθητικό τρόπο, κατά τον οποίο ο άνθρωπος περνάει από τη μία μάταιη ηδονή στην άλλη χωρίς όμως ποτέ να κατακτάει την ποθούμενη ευτυχία, για να καταλήξει τελικά στην ανία και στην απελπισία, β) τον ηθικό τρόπο, όπου ο άνθρωπος αναζητά το νόημα της ύπαρξής του στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κοινωνική ζωή· και πάλι όμως η υπέρτατη ευτυχία τού διαφεύγει γιατί αυτή τοποθετείται στον ορίζοντα της αιωνιότητας και απαιτείται για να την προσεγγίσει κανείς ένα ριψοκίνδυνο εκ μέρους του άλμα. Ακολουθεί γ) ο θρησκευτικός τρόπος ύπαρξης, όπου ο άνθρωπος οδηγημένος από την απελπισία και την αγωνία του στρέφεται στη χριστιανική πίστη και είτε κερδίζει την αιωνιότητα είτε βυθίζεται στην καταστροφή. Όπως και να ‘χει, η επιλογή, κατά τον Κίρκεγκωρ, είναι ελεύθερη και δεν καθορίζεται από εξωτερικά κριτήρια, αλλά μόνο από την προσωπικότητα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.
Δευτέρα. Πολύ δεν θέλει ο αναγνώστης για να ξεστρατίσει – πόσο μάλλον αν είναι επιρρεπής στους αναγνωστικούς και σε άλλους πειρασμούς. Άρκεσε η ερώτηση ενός φίλου για τις ελληνικές μεταφράσεις των ποιημάτων του Μπενζαμέν Περέ (από τους Σωτήρη Λιόντο & Νίκο Σταμπάκη) για να ξαναπιάσω στα χέρια μου, δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες, το βιβλίο με τα ποιήματα του Γάλλου υπερρεαλιστή με την πρόθεση να το διαβάσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως ο Περέ δεν με ενδιαφέρει τόσο ως ποιητής όσο, και κυρίως, ως συνεργός σε μιαν από τις συγκλονιστικότερες περιπέτειες του ανθρώπινου πνεύματος κατά τον 20ό αιώνα, στο υπερρεαλιστικό επαναστατικό εγχείρημα. Και με συναρπάζει το γεγονός ότι υπήρξε ταυτόχρονα και επαναστάτης και ερωτικός και παιγνιώδης και προκλητικός και ποιητής και απόλυτα αντικομφορμιστής και βαθύτατα ανθρωπιστής – ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής κι εκείνος που ασκεί τη μεγαλύτερη και βαθύτερη επίδραση σε όποιον τον διαβάσει.
Τρίτη. Η ποίηση του Μπενζαμέν Περέ, του οποίου το βιβλίο «Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις» (εκδ. Ύψιλον) συνεχίζω και σήμερα να διαβάζω, με ενδιαφέρει επειδή βρίσκω εκεί εκφάνσεις ή νύξεις όλων των ξεχωριστών ιδιοτήτων του Γάλλου υπερρεαλιστή – κατά η γνώμη μου όμως είναι κατώτερος ως ποιητής από άλλους υπερρεαλιστές (τον Ρενέ Σαρ, τον Ελυάρ, τον Μπρετόν). Όχι πως δεν υπάρχουν στα ποιήματά του εξαιρετικοί στίχοι, που μπορεί να κάνουν τον αναγνώστη όχι μόνο να επιστρέφει συχνά σε αυτούς αλλά ακόμη και να θελήσει να αλλάξει ζωή, όπως: “Τυλίχτε με τα χέρια σας το εύθραυστο σώμα των ανέμων”, ως σύνολο όμως είναι μια ποίηση κατώτερη του ανθρώπου που τη συνέθεσε, γιατί είναι μια ποίηση που, όπως και ο ίδιος ο Περέ, δεν πέρασε ποτέ στην «περίοδο της σύνεσης» και παρέμεινε σχεδόν πάντα αυτοματική, αρνούμενη να μεταδώσει ένα νόημα. Ο Ελυάρ έχει επισημάνει τη βασική λειτουργία αυτής της ποίησης: «Μια από τις κύριες ιδιότητές της είναι να εμπνέει στους χαφιέδες έναν μορφασμό που τους ξεσκεπάζει και που επιτρέπει να τους κρίνουμε».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Να σου κι ένα λεωφορείο που μένει σταματημένο τρία λεπτά, γιατί δυο κάρα είχαν μπλέξει τις ρόδες τους. Στο μαρσπιέ, μια ψηλή, ξανθιά δεκαεξάρα χαϊδεύει το λαιμό της με το δεξί χέρι και ρίχνει στο δρόμο ένα βλέμμα που ακτινοβολεί. Οι τρεις φίλοι στήνονται αμέσως στο σημείο του δρόμου όπου πέφτει το βλέμμα της κοπέλας, έτσι όπως κάνουμε μπροστά σε ορισμένα πορτρέτα· χαίρονται που τράβηξαν τάχα την προσοχή ης κοπέλας, κι ας είναι το βλέμμα της αδιάφορο, βυθίζουν τα μάτια τους στα δικά ης, χαμογελούν, ξύνουν το κούτελο, κάνουν νοήματα με το στόμα και τ’ αυτιά. Την αγαπάνε ήδη, τη φωνάζουν χαμηλόφωνα μ’ ένα χαϊδευτικό, μέσα σε μιαν αστραπή ζουν ολάκερη ζωή μαζί της· ταξιδεύουν, περνούν νύχτες αγρύπνιας, καλοκαιρινές βραδιές στη βεράντα, καβγαδίζουν τρυφερά, κάνουν μπάνιο στη θάλασσα πετώντας άμμο και καταβρέχοντας ο ένας τον άλλο. Η φαντασία τους δεν παραλείπει τίποτα: ακούνε τον τρομερό και γλυκό της ολολυγμό όταν, στη διπλανή κάμαρα, τους κάνει πατεράδες ενός τέλειου μωρού…”
[Βιταλιάνο Μπρανκάτι, Ο Δον Ζουάν στη Σικελία (μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας), εκδ. Αστάρτη]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
“Το τραίνο περνά δίχως να κάμει στάση μπρος σε μικρό σταθμό
διότι δεν πεινά μήτε διψά
διότι βρέχει και δεν έχει ομπρέλα
διότι τα γελάδια ακόμη δε γυρίσαν
διότι η πορεία είναι αβέβαιη και δεν τ’ αρέσει
να συναντά μεθύστακες κλέφτες ή μπάτσους
Αλλ’ εάν οι κορυδαλλοί κάναν ουρά μπρος στις κουζίνες
για να ψηθούν
εάν το νερό αρνιόταν να νοθεύσει το κρασί
κι εάν είχα πέντε φράγκα
Θα υπήρχε κατιτί καινόν υπό τον ήλιον
θα υπήρχαν ψωμιά με καρούλια που θα παραβιάζαν στρατώνες χωροφυλακής
θα υπήρχανε φυτώρια γενιού όπου τα σπουργίτια θ’ ανατρέφαν τους μεταξοσκώληκες
θα υπήρχε μες στη χούφτα του χεριού μου
ένα μικρό κρύο λαμπιόνι… ”
[Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα (μτφ. Σωτήρης Λιόντος & Νίκος Σταμπάκης), εκδ. Ύψιλον]
λογοτεχνική πόλη: Λάρισα
Πόλη εκτός ομίχλης
του Νίκου Κύρκου
Από τα Ταμπάκικα, μια συνοικία στα Βόρεια της Λάρισας που πήρε το όνομά της από τους βυρσοδέψες που επεξεργάζονταν τα δέρματα δίπλα στον Πηνειό, όπου και διαμένω, περνάω πρώτα από το λόφο του Φρουρίου που στη μπροστινή του πλευρά υπάρχει το Μπεζεστένι, η πάλαι ποτέ αγορά -με πληθώρα κάποτε καταστημάτων- που σήμερα αναστηλώνεται.
Πλησίον του βρίσκεται ο ναός του πολιούχου της πόλης Αγίου Αχιλλίου. Ο προηγούμενος ναός είχε βομβαρδιστεί από τους Γερμανούς στην Κατοχή. Κατηφορίζοντας προς την πόλη περπατώ μέσα από πεζόδρομους. Οι πεζόδρομοι της Λάρισας ίσως είναι οι μεγαλύτεροι σε μήκος και οι πιο καλοφτιαγμένοι πεζόδρομοι της Ελλάδας.
Προηγουμένως υπάρχει στα δεξιά μου το «Θεσσαλικό Θέατρο». Από τα πρώτα ΔΗΠΕΘΕ που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα με πρωτεργάτες Λαρισαίους επαγγελματίες ηθοποιούς. Στη σκηνή του έχουν ανέβει μερικά από τα σημαντικότερα ελληνικά και ξένα θεατρικά έργα, καθώς και παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας με πασίγνωστους ηθοποιούς, σε σκηνοθεσία κυρίως του Κώστα Τσιάνου, που είναι και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του.
Εκτός από το Θ.Θ. υπάρχουν σήμερα στην πόλη και άλλες θεατρικές σκηνές, όπως είναι το θέατρο Τεχνών κ.α. που ανεβάζουν πολύ προσεγμένες παραστάσεις με ντόπιους αλλά και μετακλητούς ηθοποιούς από την Αθήνα.
Στη Λάρισα που υπήρξε πρωτεύουσα της αρχαίας Θεσσαλίας, σώζονται δύο αρχαία θέατρα. Ειδικά το Αʼ αρχαίο θέατρο το οποίο κτίστηκε τον 3ο π.Χ. αιώνα, είναι ένα από τα μεγαλύτερα αρχαία θέατρα της Ελλάδας. Βρίσκεται στο Νότιο τμήμα του λόφου του Φρουρίου και έχει ήδη αποκαλυφθεί το μεγαλύτερο μέρος του. Κάθε φορά και ανάλογα με τις πιστώσεις που διατίθενται αποκαλύπτεται και ένα τμήμα. Ελπίζουμε να ολοκληρωθούν σύντομα οι ανασκαφές προκειμένου να λειτουργήσει και να αποτελέσει πραγματικό καμάρι για τη Λάρισα.
Η πνευματική ζωή είναι ανθηρή. Ζουν και δημιουργούν εδώ σπουδαίοι ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφοι που είναι γνωστοί στο πανελλήνιο για την προσφορά τους. Κάθε μέρα, κάθε βράδυ, στις διάφορες αίθουσες (Χατζηγιάννειο Πνευματικό Κέντρο, Δημοτικό Ωδείο, Γαλλικό Ινστιτούτο, Δημοτική Πινακοθήκη) πραγματοποιούνται εκδηλώσεις από παρουσιάσεις νέων βιβλίων, ντόπιων και ξένων συγγραφέων, συναυλίες και αφιερώματα σε ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών. Ειδικότερα η Δημοτική Πινακοθήκη με πρόεδρο το δημοτικό σύμβουλο Μάριο Ξηρομερίτη φιλοξενεί στις αίθουσές της πίνακες μερικών από τους πιο γνωστούς ζωγράφους στον κόσμο.
Η κινηματογραφική Λέσχη λειτουργεί ανελλιπώς χειμώνα-καλοκαίρι. Επίσης εκδίδονται λογοτεχνικά περιοδικά όπως είναι η «Γραφή» του πολιτιστικού οργανισμού Δήμου Λαρισαίων.
Αυτή είναι με πολύ λίγα λόγια η σημερινή Λάρισα στους δρόμους της οποίας περπατούμε, ζούμε μεγαλώνουμε και γερνούμε. Δεν υπάρχει πια ομίχλη όπως παλιά. Ούτε και λασπόδρομοι. Ώστε, όπως έλεγε ένας παλιός δήμαρχός της, ο αείμνηστος Δημ. Χατζηγιάννης, δεν χρειάζεται πια οι γυναίκες, όταν πηγαίνουν στην εκκλησία να χρησιμοποιούν δύο ζευγάρια παπούτσια: Ένα για το δρόμο κι ένα για να εισέρχονται.
Καραγάτσης
Πηγή: Ψύρρας, Θ., Η Λογοτεχνία στη Λάρισα από το 19ο στον 21ο αιώνα, Σχεδίασμα, Λάρισα, 2008
Ο Μ. Καραγάτσης (1908, Αθήνα-1960, Αθήνα) ψευδώνυμο του Δημήτριου Ροδόπουλου. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πελοπόννησο, αλλά εγκατεστημένος στη Λάρισα. Η μητέρα του Ανθή Μουλούλη καταγόταν από τον Τύρναβο. Ο συγγραφέας ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Το 1930 πήρε πτυχίο από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου είχε συμφοιτητές τους Οδ. Ελύτη, Αγγ. Τερζάκη και Γ. Θεοτοκά.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1927 με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα». Ήταν αυτοβιογραφικό διήγημα εμπνευσμένο από τον παιδικό του έρωτα για μια εικοσάχρονη δασκάλα του στο δημοτικό σχολείο στη Λάρισα. Έως το1933 ασχολείται μόνο με το διήγημα. Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν «Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν», το 1933, με το οποίο εγκαινιάζεται η περίοδος της ωριμότητάς του. Το μυθιστόρημα αυτό είναι το πλέον «λαρισινό». Αναφέρεται στη ζωή του Ρώσου στρατιωτικού Βασίλι Νταβίντωφ, ο οποίος μετά την Ρωσική Επανάσταση βρέθηκε στη Λάρισα και εργαζόταν στη Γεωργική Σχολή.
Ο Καραγάτσης διατηρεί τη θέση του ως ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς και για τις σύγχρονες γενιές των αναγνωστών που εκτιμούν την αφηγηματική του τόλμη, την ανατρεπτική του διάθεση, την αντικομφορμιστική ηθική του και συνάμα τον συναισθηματισμό των έργων του. Ο Καραγάτσης ακόμα και όταν είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα, επέστρεφε συχνά στη Λάρισα όπου ζούσε η αδερφή του (μάλιστα είχε διατηρήσει ένα κύκλο ανθρώπων που αγαπούσε και έκανε παρέα: το φωτογράφο Τάκη Τλούπα, το γλύπτη Φιλόλαο (Τλούπα), το δικηγόρο Ζαρίμπα κ.α.).
ερώτηση 06
Ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο που αφήσατε στη μέση και γιατί;
Άννα Νιαράκη, ποιήτρια:
Το τελευταίο βιβλίο που άφησα στη μέση είναι ο Ακατονόμαστος του Σάμιουελ Μπέκετ. Ένα βιβλίο-γυάλα μέσα στο οποίο ο αμύητος στο σύμπαν του συγγραφέα κολυμπά γυμνός και έρχεται αντιμέτωπος με τις πιο μύχιες σκέψεις του. “ Ίσως είναι καιρός ν’ ασχοληθώ και λίγο με μένα, για αλλαγή. Εκεί θα καταντήσω έτσι κι αλλιώς, αργά ή γρήγορα. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται αδύνατο. Εμένα, να τσουβαλιάσω εμένα στο ίδιο σακί με τα δημιουργήματά μου; “
Έλενα Πολυγένη, ποιήτρια:
Ντρέπομαι, τους “Δουβλινέζους” του Τζ. Τζόυς. Δεν υπάρχει αμφιβολία οτι είναι κορυφαίος συγγραφέας, αλλά μου ήταν αδύνατο να παρακολουθήσω τη ροή του λόγου του. Νομίζω ότι με κούρασαν οι λεπτομερείς περιγραφές για τους ανθρωπους, το χαρακτήρα τους, την εμφανισή τους, την πόλη τους, το οικογενειακό τους περιβάλλον την καθημερινότητά τους και τη ζωή στην πόλη.Θα ξαναπροσπαθήσω…
Ευθυμία Δεσποτάκη, συντάκτρια Bookmarks:
Το “Η Μαύρη Σκιά της Εδέσσης & άλλες ιστορίες” του Γιάννη Κατσίκη. Λόγω διάφορων υποχρεώσεων δεν μου έφτανε ο αναγνωστικός μου χρόνος, έπρεπε να το θυσιάσω για να τα βγάλω πέρα. Ευελπιστώ να το ξαναπιάσω εντός του Φλεβάρη.
Δημήτρης Μαμαλούκας, συγγραφέας:
Εδώ και λίγο καιρό ξαναδιαβάζω όλο τον Στ. Κινγκ. Η νουβέλα «Η αστυνομία της βιβλιοθήκης» θα πρέπει να γράφτηκε από μόνη της, κατά λάθος, αποκλείεται το χέρι του μαέστρου να υπέγραψε εν γνώσει του αυτό το αργόσυρτο πράγμα, ή κι αν το έκανε, ίσως ήταν μια μορφή αυτοτιμωρίας. Το παράτησα αφού ούτε το πήδημα σελίδων απέδωσε.
Στράτος Μουσαίος, μουσικός:
Βασικά δεν θυμάμαι ποιο ήταν το τελευταίο βιβλίο αλλά θυμάμαι ότι ήταν αρκετά τα βιβλία που πατάτησα στην μέση, ο λόγος είναι ότι οι υποχρεώσεις, και τα αναριχώμενα προβλήματα, σήμερα, μου έχουν κλέψει την υπομονή και φυσικά δολοφονήσανε τον χρόνο μου…
Ηλίας Κανέλλης, δημοσιογράφος:
Παράτησα (και σχετικά γρήγορα) το βιβλίο του Αλέν Μπαντιού «Η κομμουνιστική υπόθεση» (Πατάκη). Από την αρχή μου φάνηκε ότι διάβαζα αποσπάσματα μιας νέας αριστερής θεολογίας, εμπλουτισμένης με γαλλική (ψευδο)πολυπλοκότητα. Σύμφωνα με την (ανανεωμένη) αυτή θρησκεία, πρέπει να δούμε τον κομμουνισμό σαν καινούργια ιδέα, αγνοώντας τα εγκλήματά του. Συγνώμη, αλλά κι εγώ, όταν ήμουν μικρός, οραματιζόμουν ένα ψάρι χωρίς τα ενοχλητικά κόκαλα.
Ευτυχία Παναγιώτου, ποιήτρια:
Παρατάω ένα βιβλίο στις πρώτες 30 σελίδες αν δεν είναι συμβατό με την αισθητική μου (οι τίτλοι αρκετοί). Αν είναι θέμα διάθεσης, το διαβάζω απ’ την αρχή σε μια καλύτερη εποχή (π.χ. Οδυσσέας, Το κουτσό). Στη μέση πάντως «παράτησα» την Ιλιάδα (Α-Μ), σε μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη.
Ελένη Τσαμαδού, συγγραφέας:
Ευχαριστώ για την ερώτηση. Θα έλεγα πως δεν συνηθίζω να αφήνω στη μέση κάποιο βιβλίο, όσο κακό και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Πιστεύω πως κάθε συγγραφέας δικαιούται να τύχει μιας ολοκληρωμένης ανάγνωσης πριν τον απορρίψουμε. Δεν σας κρύβω όμως, ότι, πολλές φορές μπαίνω στον πειρασμό να το κάνω, κυρίως όταν υποψιάζομαι ότι ο συγγραφέας δεν σέβεται τους αναγνώστες του.
ξένη λογοτεχνία 06
Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι
Οι τελευταίες ημέρες του Καίσαρα
Μτφ. Άμπυ Ραΐκου
Ψυχογιός, 2009
Ο διάσημος συγγραφέας ιστορικών μυθιστορημάτων, επιστρέφει με ένα βιβλίο γεμάτο ένταση. «Οι τελευταίες μέρες του Καίσαρα» περιγράφουν τις τελευταίες στιγμές τόσο του Καίσαρα, όσο και εκείνων που συνωμότησαν για τη δολοφονία του.
Ακολουθώντας τον γνώριμο τρόπο γραφής του, δηλαδή γρήγορη αφήγηση και σκηνές αγωνίες, δημιουργεί για ακόμα μία φορά ένα εξαιρετικό σκηνικό που μας παρασέρνει στην ιστορία της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Ο κινηματογραφικός τρόπος γραφής του κάνει πιο ζωντανές τις εικόνες που περιγράφει και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το κλίμα της εποχής.
Ιστορικά και φανταστικά πρόσωπα, μπλέκονται σε μία συνωμοσία, μία από τις μεγαλύτερες που γνώρισε η Ιστορία. Ο Μανφρέντι καταφέρνει να μας δείξει ένα άλλο πρόσωπο του Ιούλιου Καίσαρα, πιο ανθρώπινο και ευάλωτο από εκείνο που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους. Σημαντικό στοιχείο του βιβλίου, είναι το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι ανήκουν κατά βάση σε είτε σε αυτούς που προσπαθούν να ανακαλύψουν τη συνωμοσία είτε στους συνωμότες. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να κατανοήσουμε τη διαφορετικότητα των απόψεων για το πρόσωπο του Καίσαρα, αφού οι πρώτοι τον θεωρούν σωτήρα και βλέπουν σε αυτόν ένα καλό ηγέτη, ενώ οι δεύτεροι βλέπουν σε αυτόν, απλά έναν τύραννο.
«Οι τελευταίες μέρες του Καίσαρα» είναι ένα βιβλίο που οι φίλοι του ιστορικού μυθιστορήματος, και όχι μόνο, θα απολαύσουν.
Μαρία Γεωργοπούλου
Η ένδοξη παραίτηση της Ρόζα Λέιν
Τζοάνα Καβένα
Μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου
Μεταίχμιο, 2009
Η Ρόζα Λέιν είναι μία τριανταπεντάχρονη επιτυχημένη δημοσιογράφος. Ένα πρωινό σαν όλα τα άλλα αποφασίζει να παραιτηθεί από τη δουλειά της. Με όλο τον οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο να τάσσεται στο αντίθετο στρατόπεδο και να προσπαθεί να τη συνετίσει, ξεκινάει τη δική της σταυροφορία σε αναζήτηση της αλήθειας. Στην πραγματικότητα η Ρόζα είναι μία γυναίκα που βιώνει ένα προσωπικό αδιέξοδο και πενθεί. Πενθεί το θάνατο της μητέρας της, το γεγονός ότι ο πατέρας της κατάφερε να συνεχίσει τη ζωή του, τη χαμένη της νιότη και το χαμένο της έρωτα. Έχει καταθλιπτικές τάσεις και εμμονές που τείνουν να είναι τόσο ενοχλητικές όσο και γοητευτικές, οδηγεί τη σκέψη της σε λαβύρινθους χωρίς εμφανή τη φωτεινή επιγραφή της εξόδου ασφαλείας, κάνει συνεχώς λίστες με πράγματα που πρέπει να φέρει σε πέρας και γράφει αμέτρητες επιστολές σε φίλους, οικογένεια και πιθανούς εργοδότες που καταλήγουν συνήθως στο καλάθι των αχρήστων.
Η Τζοάνα Καβένα δεν πλάθει απλά ένα πολύ δυνατό και ολοκληρωμένο χαρακτήρα αλλά κάνει έμπρακτα μαθήματα κατ’ οίκων για το πώς γίνεται ένας ήρωας, η Ρόζα, να ξεπεράσει τα στενά όρια του χαρτιού και αντί να είναι φυλακισμένη ανάμεσα από τις λέξεις να κάθεται ολοζώντανη στην πολυθρόνα δίπλα σου με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, συζητώντας όλα αυτά τα θέματα που την απασχολούν. Και την απασχολούν πολλά. Οι σκέψεις της και οι πράξεις της δεν θα σε βρούνε πάντα σύμφωνο αλλά αν μην τι άλλο δεν θα σε αφήσουν αδιάφορο μιας και η συγγραφέας μέσα από τις σελίδες του πρώτου της μυθιστορήματος θέτει ένα ισχυρό προβληματισμό πάνω στο σύγχρονο τρόπο ζωής και ένα σωρό καίρια ερωτήματα που έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες σχέσεις, τους κοινωνικούς συμβιβασμούς, την εκπλήρωση των προσδοκιών των άλλων μάλλον παρά του ίδιου μας του εαυτού, την ανοχή καταστάσεων που καταστρατηγούν την προσωπικότητά μας και κατατάσσουν τους ανθρώπους σε φυσιολογικούς και προβληματικούς.
Η Ρόζα Λέιν αποφάσισε εκείνο το ωραίο πρωινό να παλέψει ταυτόχρονα με όλους αυτούς τους δαίμονες και αυτή είναι μία μάχη από την οποία δύσκολα βγαίνει κανείς ακέραιος.
Δέσποινα Παναγιωτοπούλου
David Leavitt
O υπάλληλος από την Ινδία
Μτφ.: Ανδρέας Μιχαηλίδης
Πόλις, 2009
Μια ανεπάντεχη έκπληξη από τον περήφανα αυτοαποκαλούμενο gay συγγραφέα. Ένα ιστορικό μαθηματικό μυθιστόρημα είναι κάτι που δε θα περίμενε κανείς από τον ταλαντούχο Βρετανό μιας και το θέμα είναι τουλάχιστον ξένο με ότι είχε ασχοληθεί στις μέχρι τώρα δουλειές του.
Παίρνοντας λοιπόν αληθινούς ήρωες, τοποθετώντας τους σωστά στο χώρο και το χρόνο, ο Leavitt περιγράφει μια συνάντηση που όντως έγινε και άλλαξε το ρου της επιστήμης των μαθηματικών, και το μόνο που του μένει είναι να χτίσει μαεστρικά τη μυθοπλασία.
Η μαγεία του μυθιστορήματος είναι ότι μπορεί να μιλήσει για μαθηματικά ακόμα και στον πιο αδαή, χωρίς να χάσει στιγμή τη λογοτεχνική του ταυτότητα.
Ας πούμε και λίγα λόγια όμως για την πλοκή. Βρισκόμαστε στο 1913 στο Κέιμπριτζ, όπου ο φημισμένος(στα 37 του μόλις χρόνια) μαθηματικός Χάρντι, λαμβάνει μια επιστολή από τον Ινδό υπάλληλο Σρινιβάσα Ραμάνουντζαν ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την πρόκληση του να λύσει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα μαθηματικών . Ο Hardy αντιλαμβάνεται πως αυτός ο κουρελής, αυτοδίδακτος στα μαθηματικά Ινδός, ο οποίος επικοινώνησε μαζί του είναι κάτι το ξεχωριστό και βρίσκει τρόπο να τον φέρει στο Κέιμπριτζ παρά τη χλεύη της υπόλοιπης ακαδημαϊκής κοινότητας. Εκεί με πρωταγωνιστές του δύο άντρες, αλλά και πολλούς άλλους χαρακτήρες, οι οποίοι απογειώνουν την πλοκή, σα γρανάζια σε μια καλοκουρδισμένη μηχανή, στήνεται μια περίεργη και συνάμα δραματική ιστορία.
Τα υπόλοιπα είναι για σας να τα ανακαλύψετε σε ένα ταξίδι που διαρκεί 660 σελίδες και μέσα στις οποίες θέτονται πολλά ερωτήματα τις απαντήσεις στα οποία ο καθένας καλείται να τις δώσει μόνος του. O Leavitt δεν δίνει μασημένη τροφή μιας οι ήρωες του είναι περίπλοκοι σαν ιδιοφυίες και απλοί σαν άνθρωποι. Ή μήπως το αντίθετο;
Δημήτρης Γκιούλος
Pierre Assouline
Το πορτρέτο
Μτφ.: Μαρία Γαβαλά
Πόλις, 2009
O Πιέρ Ασουλίν, γνωστός κυρίως για το «Ξενοδοχείο Λουτέτια», κριτικός τέχνης και ιστορικός, αρέσκεται να γράφει βιβλία που στηρίζονται σε ιστορικές πηγές και είναι κάτι ανάμεσα σε βιογραφίες και μυθιστορήματα. Έτσι και στο «Πορτρέτο», μας ιστορεί το βίο και την πολιτεία της οικογένειας Ρότσιλντ, δίνοντας φωνή στο πορτρέτο που φιλοτέχνησε ο Ενγκρ το 1848 της βαρόνης Μπέτι ντε Ρότσιλντ. Το πορτρέτο μας αφηγείται τη χλιδή, τα σπίτια, τα χαλιά, τα έπιπλα και τις χοροεσπερίδες της Γαλλικής αριστοκρατίας του 19ου αιώνα μέχρι και την κλοπή του πίνακα από τους Ναζί.
Το βιβλίο είναι εξαιρετικά βαρετό, το ύφος του συγγραφέα σε στιγμές μοιάζει πιο σνομπ κι από την ίδια τη Μπέτι Ρότσιλντ, και το μοναδικό εύρημα, το «ομιλούν πορτρέτο», εξαντλείται νωρίς χωρίς να μπορεί να φέρει τη λογοτεχνική άνοιξη. Ειδικά δε στην περιγραφή των θηριωδιών των Ναζί στα έργα τέχνης, είναι εξόχως εκνευριστικό. Όταν τίθεται θέμα απώλειας τόσων ανθρώπινων ζωών, αναγκαστικά η τύχη του πορτρέτου της Ρότσιλντ πρέπει να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα.
Κατερίνα Μαλακατέ
Donald Westlake
Αντίο Σεχραζάντ
Μτφ.: Σταύρος Παπασταύρου.
Άγρα 2009
Ένα απρόσμενο αριστούργημα από τη γνωστή «σκοτεινή» σειρά του πιο απρόβλεπτου ελληνικού εκδοτικού οίκου. Ο Έντουιν Τόπλις, κατά συρροή συγγραφέας πορνό μυθιστορημάτων, ξεμένει ξαφνικά από έμπνευση και όντας σε απόγνωση αρχίζει να μετατρέπει την πορνογραφική μανιέρα του σε έναν ανελέητο εσωτερικό διάλογο, όπου θα βρεθεί αντιμέτωπος με την παράνοια της ύπαρξης και της δημιουργίας. Ο Westlake, άγνωστος μέχρι χθες στα ελληνικά γράμματα, αν και η εργογραφία του αριθμεί πάνω από 100 τίτλους, έρχεται με ένα ξεχασμένο βιβλίο-φετίχ να παραδώσει μαθήματα ύφους και ταυτόχρονα υπερβολής και να μας οδηγήσει στα ημιφωτισμένα μονοπάτια ενός εγκληματικού μυαλού. Και κάπου εδώ, ίσως, το μυστήριο της ένταξης ενός τέτοιου βιβλίου στην policiere/criminelle σειρά των εκδόσεων Άγρα συναντά τη λύση του, φανερώνοντας την ευθραυστότητα του ορίου που χωρίζει την κρίση από την παράκρουση. Το «Αντίος Σεχραζάντ» αποτελεί ένα γνήσια ψυχαγωγικό μυθιστόρημα, όπου οι δύο δημιουργοί –ο πραγματικός και ο χάρτινος ήρωας του- κατορθώνουν να στοιχειώσουν τα όνειρα τόσο των φιλόδοξων αναγνωστών όσο και των επίδοξων συγγραφέων. Ο Τόπλις, μάλιστα, στο βιβλίο-μέσα-στο-βιβλίο, που πασχίζει να δημιουργήσει, επιλέγει ως τίτλο το… «Αντίος Παλιογαμιόλη» -όπου ο παλιογαμιόλης θα μπορούσε να είναι ο καθένας, ο εκδότης του, ο αντζέντης του, ο αναγνώστης… (μήπως εγώ;)- για να υποστεί στη συνέχεια την αναμενόμενη λογοκρισία. Story of his life για τον μοιραίο ήρωα, του οποίου η ζωή δεν είναι παρά μια αέναη διαδοχή λογοκρισιών και αυτολογοκρισιών. Ο ήρωας του Westlake μοιάζει να συνθέτει μια απελπιστική -μα ελάχιστα σοβαρή- κατάσταση, ένα δράμα που θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στο να βρεθεί εμπλεκόμενος σε ένα ερωτικό έγκλημα, μόνο και μόνο για να διασκεδάσει με τους ήρωες του. Δεν πρόκειται, άλλωστε, περί τυπογραφικού λάθους το ότι τα επτά πρώτα κεφάλαια φέρουν τον ίδιο αριθμό (1) υπονοώντας, ίσως, τη ματαιότητα της διαρκούς επανεκκίνησης σε ένα εκ των προτέρων χαμένο παιχνίδι.
Γιάννης Αντάμης
Ανν Ενράιτ
Η συγκέντρωση (Μτφ.: Αύγουστος Κορτώ)
Καστανιώτης, 2007
Μια δυσλειτουργική οικογένεια, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, το Δουβλίνο του χθες και του σήμερα. Η πένα της Ανν Ένραιτ ακολουθώντας την παράδοση των μεγάλων Ιρλανδών λογοτεχνών περιγράφει με χειρουργική ακρίβεια σκέψεις και συναισθήματα που σοκάρουν ακριβώς επειδή είναι τόσο αληθινά. Αν προσθέσουμε σε αυτό τον γεμάτο μαεστρία τρόπο γραφής της, μπορούμε να μιλάμε για ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του 2007.
Μαρία Παπαδημητρίου