Archive for the ‘Ημερολόγιο Ανάγνωσης’ Category
ημερολόγιο ανάγνωσης 08
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Είναι δυο-τρεις εβδομάδες τώρα, μπορεί και λίγο παραπάνω, που έχω βρεθεί μπερδεμένος και αμήχανος ανάμεσα σε πολλά βιβλία (μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, τουριστικούς οδηγούς και δοκίμια) που τα διαβάζω συγχρόνως και το ένα πιάνω για ν’ αφήσω το άλλο χωρίς να το έχω προηγουμένως τελειώσει και χωρίς κανενός τελικά την ανάγνωση να κατορθώνω να ολοκληρώσω. Ξεφυλλίζοντας νοερά τα, έτσι κι αλλιώς, μη καταγεγραμμένα ως επί το πλείστον αναγνωστικά μου χρονικά εύκολα διαπιστώνω πως δεν είναι δα και η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο και γι’ αυτό δεν ανησυχώ ιδιαιτέρως – για να μην πω ότι την απολαμβάνω κιόλας λίγο τούτη την αναγνωστική αναρχία. Παρατηρώ όμως, με σχετική αμηχανία, ότι όλο και συχνότερα, σε σχέση με το παρελθόν, αφήνω βιβλία μισοτελειωμένα για να πιάσω στο χέρι μου κάποια άλλα που τα είχα κι εκείνα μισαρχινισμένα ή που μια διάθεση της στιγμής με έκανε να τα κατεβάσω αίφνης από το ράφι της βιβλιοθήκης μου ή από τον πάγκο κάποιου βιβλιοπωλείου.
Έτσι είχα ήδη στο κομοδίνο μου, που σημαίνει έτοιμο προς ανάγνωση, μεταξύ πολλών άλλων βιβλίων και το πιο πρόσφατο βιβλίο τού Εδουάρδο Γκαλεάνο «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε κατά τα τέλη του 2009 από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση της Ισμήνης Κανσή. Όταν όμως ξεφυλλίζοντάς το λίγο πιο προσεκτικά απ’ όσο είχα κάνει μες στο βιβλιοπωλείο διαπίστωσα τον ιδιότυπο τρόπο σύνθεσής του, σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως καλύτερα να διαβάσω προηγουμένως ένα άλλο βιβλίο του ουρουγουανού συγγραφέα, πιο συμβατικό ενδεχομένως, και κατόπιν να βυθιστώ στους πρισματικούς του καθρέφτες. Σημειώνω εδώ, για όποιον δεν έχει διαβάσει το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ότι οι «Καθρέφτες» αποτελούνται από εξακόσιες περίπου μικρές ιστορίες που, βαλμένες σε χρονολογική και θεματική σειρά, επιχειρούν να ανασυστήσουν την ελλείπουσα συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας από τη στιγμή της πρώτης της εμφάνισης επί της γης έως σήμερα.
Παρασκευή. Εμπιστευόμενος, λοιπόν, την τύχη, αφού δεν γνώριζα καθόλου τον συγγραφέα και επίτηδες δεν θέλησα, για την ώρα, να μάθω κάτι γι’ αυτόν, παράγγειλα στα τυφλά, μέσω internet, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» του ιδίου (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μελίνας Παναγιωτίδου) το οποίο λίγες μέρες αργότερα έφτασε στην πόρτα μου για να στρωθώ αμέσως στο διάβασμα και να διαπιστώσω πως και αυτό το βιβλίο μοιάζει να είναι συνθεμένο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι «Καθρέφτες»! Μικρές ιστορίες ως επί το πλείστον, μικρά δοκίμια, ανέκδοτα, αφορισμοί, σχόλια, πεζά ποιήματα συνθέτουν όλα μαζί ένα βιβλίο που, προφανώς, υπερβαίνει τις γνωστές κατηγοριοποιήσεις και που διαρκώς αγνοεί και υπερβαίνει τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και δημοσιογραφίας, χρονικού και αυτοβιογραφίας, αφήγησης και στοχασμού.
Στη μία σελίδα διαβάζουμε, φερ’ ειπείν, την ιστορία ενός γέρου που διαρρήκτες τού έκλεψαν, κατά λάθος, την κασέλα όπου φυλούσε την ερωτική αλληλογραφία τού πολυτάραχου παρελθόντος του και βάλθηκαν, στη συνέχεια, αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, να του ταχυδρομούν στη διεύθυνση του σπιτιού του μία επιστολή κάθε εβδομάδα· λίγες σελίδες παρακάτω βρίσκουμε μια συλλογή μικρών αγγελιών από ουρουγουανές εφημερίδες του 1840: «Πωλείται νέγρα ημίαιμος, της φυλής Καμπίντα έναντι 430 πέσος. Έχει γνώσεις ραπτικής και σιδερώματος», «Πωλείται νεαρά τροφός, λεχώ. Δίδεται άνευ του νεογνού και διαθέτει άφθονον και καλόν γάλα»· και ακόμη πιο κάτω μια σειρά σκέψεων για την ευημερία των αριθμών και των οικονομικών δεικτών και τη δυστυχία των ανθρώπων κι ένα καίριο ερώτημα: «Πού ακριβώς μπορεί να εισπράξει κανείς το Κατά Κεφαλήν Εισόδημα;».
Τα θέματα αυτού του γοητευτικού, ευκολοδιάβαστου και συγχρόνως στοχαστικού, «Βιβλίου των εναγκαλισμών» είναι άλλοτε η πολιτική πρακτική των ηγετών και των κρατών και άλλοτε η σύγχρονη κοινωνία και οι άνθρωποι που ζουν και πεθαίνουν σε αυτήν, άλλοτε η θρησκεία και άλλοτε ο έρωτας, κάποτε τα όνειρα, συχνότερα η ιστορία των λαών της Λατινικής Αμερικής και τα προσωπικά βιώματα του ίδιου του συγγραφέα – πάνω απ’ όλα η καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τις αλλεπάλληλες ήττες και τη διαρκή ομορφιά της. Και ό,τι τελικά χαρίζει ενότητα σε αυτές τις διαφορετικές ιστορίες και τους ποικίλους στοχασμούς είναι, απ’ τη μία, το ύφος του Εδουάρδο Γκαλεάνο, που χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα και απολαυστική προφορικότητα (που διατηρείται και στην ελληνική του μετάφραση) και από ένα έξοχο χιούμορ, και από την άλλη, και κυρίως, η βαθιά ανθρωπιστική ματιά και διάθεσή του.
Τρίτη. Και το νέο βιβλίο του Γκαλεάνο, οι «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε το 2008 στα ισπανικά και το 2009 στη γλώσσα μας, έχει παρόμοια δομή με το «Βιβλίο των εναγκαλισμών» με μία όμως σημαντική διαφορά: την απρόσμενη ενότητα και συνάφεια που χαρακτηρίζει ολόκληρο το βιβλίο. Γιατί παρόλο που το θεματικό εύρος των «Καθρεφτών» εκτείνεται χρονικά από τη δημιουργία του σύμπαντος έως την εποχή μας και καλύπτει τοπικά κάθε περιοχή της γης και κάθε ανθρώπινη ομάδα, ούτε στιγμή ο αναγνώστης δεν χάνεται μέσα στο πολυποίκιλο και τεράστιο αυτό υλικό· από τη μία επειδή διατηρείται και στις εξακόσιες σύντομες αυτές ιστορίες (αποκλειστικά ιστορίες σε αυτό το βιβλίο) ένας κοινός αφηγηματικός τόνος και από την άλλη επειδή η οπτική γωνία παραμένει σε κάθε περίπτωση η ίδια. Ο Γκαλεάνο αφηγείται την ιστορία της ανθρωπότητας όπως τη βίωσαν και τη βιώνουν οι ηττημένοι και συντριμμένοι από τον βηματισμό της ιστορίας, εκείνοι που ποτέ δεν παίρνουν τον λόγο – αλλά κάποτε παίρνουν τα όπλα.
Διαβάζουμε λοιπόν την ιστορία του κόσμου όπως θα την αφηγούνταν, αν είχαν τη δυνατότητα, οι καταπιεσμένοι και τρομοκρατημένοι των αιώνων: εκείνοι που έχτισαν τις πυραμίδες, οι γυναίκες της Αφρικής με τα ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα, οι γυναίκες της Ιαπωνίας με τα παραμορφωμένα πόδια, οι γυναίκες των μουσουλμάνων με τα καλυμμένα πρόσωπα, οι γυναίκες της Δύσης, οι δούλοι από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, τα παιδιά που εργάζονται, τα παιδιά που κακοποιούνται, τα παιδιά που υφίστανται τις ποικίλες εκπαιδευτικές πρακτικές των ενηλίκων, οι Εβραίοι κάποτε και οι Παλαιστίνιοι σήμερα, οι μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι, οι τσιγγάνοι, οι μουσουλμάνοι της Ισπανίας. Σε αυτή την προγραμματική και, ασφαλώς, ιδιοσυγκρασιακή στόχευση του συγγραφέα υπέρ των αδυνάτων έγκειται και η μόνη, ίσως, αδυναμία ενός κατά τ’ άλλα εξαιρετικού βιβλίου, καθώς είναι υπεύθυνη για την έλλειψη από τους «Καθρέφτες» του απολαυστικού χιούμορ του «Βιβλίου των εναγκαλισμών» αλλά και για τη διατύπωση ορισμένων αφελών ως και εξοργιστικών απόψεων, χαρακτηριστικών μιας μερίδας της αριστεράς που αποφεύγει συστηματικά να σκέφτεται με τους όρους του παρόντος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Εγώ γράφω για όσους δεν μπορούν να με διαβάσουν. Οι κάτω, εκείνοι που περιμένουν εδώ και αιώνες στην ουρά της ιστορίας, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν τι να διαβάσουν.
Όταν αποκαρδιώνομαι, μου κάνει καλό να θυμάμαι ένα μάθημα αξιοπρέπειας της τέχνης που πήρα χρόνια πριν σε ένα θέατρο της Ασίζης, στην Ιταλία. Είχαμε πάει με την Ελένα να δούμε ένα θέαμα παντομίμας και δεν υπήρχε ψυχή. Εκείνη κι εγώ ήμαστε οι μοναδικοί θεατές. Όταν έσβησαν τα φώτα, προστέθηκαν ο ταξιθέτης και η ταμίας. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, οι ηθοποιοί, πολυπληθέστεροι από το κοινό, δούλεψαν σαν να έδρεπαν τη δόξα μιας πρεμιέρας σε κατάμεστη αίθουσα. Εκτέλεσαν το έργο τους δοσμένοι ολότελα, ολόθυμα, ψυχή τε και σώματι· και ήταν αριστούργημα.
Τα χειροκροτήματά μας αντήχησαν στην ερημιά της αίθουσας. Χειροκροτήσαμε, ώσπου κατακοκκίνισαν τα χέρια μας.”
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» (μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου), εκδ. Κέδρος]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Συμβουλευτείτε οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια. Ρωτήστε ποια ήταν η πρώτη χώρα που κατήργησε τη δουλεία. Η εγκυκλοπαίδεια θα σας απαντήσει: η Αγγλία.
Η αλήθεια είναι ότι μια ωραία μέρα η Βρετανική Αυτοκρατορία, παγκόσμια πρωταθλήτρια του δουλεμπορίου, άλλαξε γνώμη όταν κάνοντας λογαριασμό συνειδητοποίησε πως η αγοραπωλησία ανθρώπων δεν απέφερε πλέον κέρδη. Το Λονδίνο ανακάλυψε το 1807 πως η δουλεία ήταν κάτι κακό, αλλά επειδή η είδηση δεν έπεισε κανένα, αναγκάστηκε να την επαναλάβει δυο φορές, τριάντα χρόνια αργότερα.
Είναι επίσης αλήθεια πως η Γαλλική Επανάσταση είχε ελευθερώσει τους σκλάβους στις αποικίες, όμως το διάγγελμα, που ονομάστηκε αθάνατο, απεβίωσε λίγο αργότερα, δολοφονημένο από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Η πρώτη πραγματικά ελεύθερη χώρα υπήρξε η Αϊτή. Κατήργησε τη δουλεία τρία χρόνια πριν από την Αγγλία, μια νύχτα που τη φώτιζε ο ήλιος της φωτιάς, καθώς γιόρταζε την πρόσφατα κερδισμένη ανεξαρτησία της, και ξανάπαιρνε το ξεχασμένο ινδιάνικο όνομά της.”
[Eduardo Galeano, «Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (μτφ. Ισμήνη Κανσή), εκδ. Πάπυρος]
ημερόλογιο ανάγνωσης 07
του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου
Τετάρτη. Οι ποικίλες εμμονές και συνήθειες της αναγνωστικής μου πρακτικής συγκροτούν όλες μαζί μια αναγνωστική θεωρία η οποία δεν υπάρχει μεν πουθενά με συνοχή και σαφήνεια διατυπωμένη, αλλά καθορίζει αποφασιστικά τον τρόπο που διαβάζω και περιγράφω τη διαδικασία αυτή. Κεντρική θέση στην αναγνωστική μου αυτή θεωρία καταλαμβάνει η αντίληψη σύμφωνα με την οποία όλα τα βιβλία είναι ταξιδιωτικά (όχι μόνο τα Άρλεκιν δηλαδή). Με την έννοια ότι κάθε βιβλίο απαιτεί από τον αναγνώστη (ή προκαλεί στον αναγνώστη) μια νοητική και ψυχική μετατόπιση στον χώρο και, ενδεχομένως, στον χρόνο που λίγο διαφέρει από την αντίστοιχη ενός πραγματικού ταξιδιού. Μετριοπαθώς, επομένως, εκφράζομαι όταν χαρακτηρίζω κάθε βιβλίο ταξιδιωτικό (εκτός, βέβαια, από τα εγχειρίδια αυτοβοήθειας), ενώ αυτό που θα έπρεπε να πω είναι πως κάθε βιβλίο είναι ένα ταξίδι ή, έστω, ένα ταξιδιωτικό μέσο, όπως το πλοίο και τ’ αεροπλάνο.
Πέμπτη. Το βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη» (εκδ. Ίνδικτος), που μου γέννησε χθες, καθώς το διάβαζα, τις προηγούμενες σκέψεις, είναι, πάντως, ένα πραγματικό ταξιδιωτικό βιβλίο – ένα στοχαστικό ταξιδιωτικό αφήγημα θα το χαρακτήριζα ακριβέστερα, στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει (και συμπληρώνει) τις εντυπώσεις και τις σκέψεις του από τη σύντομη διαμονή του στην αμερικανική μητρόπολη. Όταν άξιζε ακόμα να τον διαβάζει κανείς, το 1924, ο Λουί Αραγκόν είχε ξεκινήσει μια περιπλάνηση στο Παρίσι με σκοπό να το ανακαλύψει εκ νέου μέσα από τη μεταμορφωτική δύναμη της φαντασίας του. Η αφήγηση της περιπλάνησής του κυκλοφόρησε σε βιβλίο δυο χρόνια αργότερα με τον τίτλο «Ένας Παριζιάνος χωρικός» (στα ελληνικά κυκλοφορεί μεταφρασμένο από τον Στέφανο Κ. Κουμανούδη από τις εκδόσεις Ύψιλον). Ο Γιάννης Κιουρτσάκης επιλέγει να μιλήσει στο δικό του βιβλίο από τη σκοπιά του χωρικού, από τη σκοπιά δηλαδή του ανθρώπου που εμπιστεύεται περισσότερο τις αισθήσεις και την πρωτογενή εμπειρία και λιγότερο τις εκ των προτέρων σχηματισμένες αντιλήψεις και μιλάει με τη δική του φωνή.
Παρασκευή. Μιλάει για την εμπειρία του ταξιδευτή που παραμένει και σήμερα μια συγκλονιστική περιπέτεια, έστω κι αν το αεροπλάνο δεν αφήνει χρόνο στον επιβάτη του να συνειδητοποιήσει τη διανυθείσα απόσταση· έστω κι αν η ομοιομορφία των αεροδρομίων, των ξενοδοχείων, των αυτοκινητοδρόμων και των πολυκαταστημάτων κάνει αδιόρατες τις διαφορές από τόπο σε τόπο· έστω κι αν οι γνώσεις μας για τον κόσμο είναι πια τόσες που σχεδόν αποκλείουν την έκπληξη. Το ταξίδι, όμως, όταν δεν είναι μια ανώφελη μετακίνηση, μπορεί να γίνει μια εκγύμναση του βλέμματος να δει πέρα από την ομοιότητα και βαθύτερα στον άλλο τόπο. Όπως το διατυπώνει και ο Ίταλο Καλβίνο με αφορμή ένα ταξίδι του στην Ιαπωνία: «Βλέπω σημαίνει αντιλαμβάνομαι τις διαφορές και μόλις οι διαφορές ομοιογενοποιηθούν στην προβλεπόμενη καθημερινότητα, το βλέμμα τρέχει πάνω σε μια λεία και χωρίς προεξοχές επιφάνεια. Τα ταξίδια δεν χρησιμεύουν και πολύ για την κατανόηση των πραγμάτων, αλλά για να σε βοηθήσουν να επαναδραστηριοποιήσεις για μια στιγμή τη χρήση των ματιών σου, την οπτική ανάγνωση του κόσμου».
Σάββατο. Ένα ταξίδι όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως γίνεται φανερό στο βιβλίο του Γιάννη Κιουρτσάκη, δεν είναι ίδιο με οποιοδήποτε άλλο ταξίδι. Καταρχάς γιατί η χώρα αυτή δεν είναι εύκολο ή δεν είναι καν δυνατόν να γίνει αντιληπτή στην ενότητά της. «Αυτή είναι η Αμερική», διαβάζουμε στο βιβλίο, «ο κόσμος όπου συμβιώνουν οι πιο παράταιροι, οι πιο απόμακροι κόσμοι». Από τη μία, λόγου χάριν, η συντηρητική πουριτανική Αμερική της ενδοχώρας και από την άλλη ο κόσμος των πανεπιστημίων, της έρευνας και της αμφισβήτησης· από τη μία η Αμερική του χρήματος, της υπερκατανάλωσης και του αμερικάνικου ονείρου κι από την άλλη εκείνη του Χένρι Μίλερ και των ομοίων του, που προτιμάνε να πεθάνουν της πείνας στην Ευρώπη παρά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Κι όμως είναι εκεί ακριβώς, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, που ο Έλληνας έχει τη δυνατότητα να δει τα χαρακτηριστικά της Ευρώπης καθαρότερα, λόγω της απόστασης και της διαφοράς, και να δει, επιτέλους, κι αυτή την Ελλάδα ως μέρος της Ευρώπης.
Κυριακή. Κάθε λόγος για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί παρά να καταλήξει να είναι ένας στοχασμός για τον σύγχρονο κόσμο ολόκληρο και για τον άνθρωπο της εποχής μας συνολικά. Έτσι συμβαίνει στον «Χωρικό στη Νέα Υόρκη» όπου διαβάζουμε: «Το έχω πει και θα το ξαναπώ: εδώ δεν μιλάω μόνο για την Αμερική· μιλάω για τη σημερινή κατάσταση του ανθρώπου, όπως μας δίνει απλώς την ευκαιρία να τη διαβάσουμε πιο καθαρά η Αμερική». Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στο «Λος Άντζελες», στο τετράγωνο βιβλίο των εκδόσεων Μελάνι που περιέχει κείμενα από τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου «Το εναέριο τρένο στο Στίλγουελ» και «Άλφαμπετ Σίτυ», που δεν κυκλοφορούν πια, και φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου από την Πόλη των Αγγέλων. Από την κατακόρυφη Νέα Υόρκη, λοιπόν, στο οριζόντιο Λος Άντζελες (σελ. 42 του βιβλίου): πρόκειται πάντα για την ίδια χώρα, πρόκειται πάντα για τον σύγχρονο άνθρωπο και τις πόλεις όπου ζει, αλλά μοιάζει να ‘ναι δυο διαφορετικοί κόσμοι.
Δευτέρα. Το Λος Άντζελες που αποτυπώνει στις φωτογραφίες του ο Πέτρος Νικόλτσος απέχει πολύ από εκείνο που βλέπουμε στις ταινίες και στα σήριαλ της τηλεόρασης ή από εκείνο που έρχεται στον νου μας όταν σκεφτόμαστε το Hollywood και την Disneyland ή τις παραλίες με τις ξύλινες προβλήτες και τους γλάρους. Το Λος Άντζελες που βρίσκουμε στις σελίδες του βιβλίου είναι ασπρόμαυρο, πλημμυρισμένο στον καυτό, φονικό ήλιο της Καλιφόρνιας και κρυμμένο στις πυκνές σκιές των κτιρίων. Τα κτίρια μοιάζουν έρημα και ακατοίκητα, άσχημα και σαν εγκαταλειμμένα, τα αυτοκίνητα παλιά και τα ανθρώπινα πρόσωπα ξένα στον χώρο όπου βρίσκονται, δεν κοιτάζουν τον φακό, δεν κοιτάζονται ούτε μεταξύ τους· και παντού σκουπίδια, παράταιρα αντικείμενα, έρημοι δρόμοι, έρημα πάρκινγκ, έρημα σπίτια, ένα δέντρο, μια σημαία, ένα δημόσιο τηλέφωνο, μια διαφημιστική πινακίδα. Στην πόλη κυριαρχεί μια διαρκής αίσθηση μοναξιάς κι ένας φόβος για κάτι άγνωστο μα που αναπόφευκτα πρόκειται να συμβεί.
Τρίτη. Τα κείμενα της Σώτης Τριανταφύλλου που συνοδεύουν τις φωτογραφίες του Πέτρου Νικόλτσου, αν και δεν έχουν γραφτεί γι’ αυτόν ειδικά τον σκοπό κι είναι μάλιστα αρκετά παλαιότερα από αυτές, τις υπομνηματίζουν ωστόσο εγκυρότατα και φωτίζουν τη ζωή της πόλης από διαφορετικές πλευρές και με ποικίλους τρόπους – συνδυάζοντας την κοινωνιολογική ματιά: «Η πόλη δεν έχει βάθος, δεν έχει εντόσθια, της λείπει η υπόγεια ζωή· το μετρό είναι στοιχειώδες, τα πάρκινγκ ρηχά: σπάνια συναντάς κάποιον τυχαία· το βλέμμα σου διασταυρώνεται με το βλέμμα του άλλου στο κόκκινο φανάρι. Οδηγώντας», με τη βιωματική αφήγηση: «Ήταν ένα καλοκαίρι αργοπορημένο, ανεβασμένο ψηλά στους εκατό Φαρενάιτ. Έμενα στο Ξενοδοχείο των Ραγισμένων Καρδιών και κυνηγούσα μεγάλες ξανθές κατσαρίδες, κατσαρίδες του Λος Άντζελες· όλες εκείνες τις ατέλειωτες βδομάδες ένα παγωτό ή ένα ανοιχτό αυτοκίνητο αρκούσε για να συγκινηθώ και για να θυμηθώ πώς είναι το καλοκαίρι στο Μπιγκ Σερ, εκεί όπου το λιβάδι συναντάει τον Ειρηνικό».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Πώς όλοι – Ιρλανδοί, Σκανδιναβοί, Κινέζοι, Ιταλοί, Έλληνες, Ρώσοι, Πολωνοί, Εβραίοι – έγιναν ένα έθνος πειθαρχημένο στο ήθος της εργασίας και της ατομικής επιτυχίας, που μεταφράζεται τελικά σε χρήμα. Ένα ήθος που τους επιβλήθηκε απ’ έξω και από πάνω – από τους λευκούς αγγλοσάξονες προτεστάντες. Όλοι; Και οι μαύροι; Μα ετούτοι δεν ήταν μετανάστες που ήρθαν να προκόψουν, αλλά ανθρώπινο εμπόρευμα που κουβαλιόταν αλυσοδεμένο από την Αφρική. Κι όμως, ιδού που έγιναν κι αυτοί Αμερικάνοι – ας είναι με τον δικό τους τρόπο, στον δικό τους παράλληλο κόσμο· το επιβεβαιώνει και η σημερινή φυλετική νηνεμία. Ποιά δυσεξιχνίαστη και ακαταμάχητη δύναμη φωλιάζει στο αμερικανικό μοντέλο;
Κι έπειτα, πώς μια τέτοια μεγαλούπολη – μια τέτοια χώρα – δεν θα γεννούσε τακτικά τα απόβλητά της;”
[Γιάννης Κιουρτσάκης, «Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη», εκδ. Ίνδικτος]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Η γεωγραφία του πουθενά: γυμνοί δρόμοι, αστική αποσάθρωση, περιβαλλοντική κατάρρευση· πόλεις που κλείνουν, που κοιμούνται στις δέκα το βράδυ. Προάστια-υπνωτήρια· εμπορικές και χρηματιστηριακές συνοικίες που ερημώνουν στις πέντε το απόγευμα. Η αμερικανική άκρα δεξιά θεωρεί τα μέλη της Νέας Πολεοδομίας συνωμότες που έχουν στόχο να αφαιρέσουν από τους Αμερικανούς τα πολιτικά τους δικαιώματα, δηλαδή το δικαίωμά τους στην περιουσία· το δικαίωμά τους στη μονοκατοικία και στο ιδιωτικό αυτοκίνητο. Η αμερικανική αριστερά (δεν υπάρχει «άκρα αριστερά») θεωρεί τη Νέα Πολεοδομία μια ακόμη εκδήλωση κεφαλαιοκρατικής σπατάλης, απληστίας και ρατσισμού, η οποία, είτε από πρόθεση, είτε όχι, θα διώξει τις «έγχρωμες» κοινότητες και την underclass από τις ιστορικές γειτονιές αυξάνοντας τόσο τις τιμές των ακινήτων ώστε οι πράσινες, χαριτωμένες, λειτουργικές κοινότητες να είναι προσιτές μόνον για λίγους. Οι Νέοι Πολεοδόμοι επιμένουν: «χρειαζόμαστε πυκνές πόλεις, πόλεις που να μην εξαπλώνονται στον χώρο σαν χταπόδια· πόλεις που να περπατιούνται». Αλλά στην αρχιτεκτονική, και στην πολεοδομία, ό,τι μπορεί να πάει στραβά, θα πάει στραβά.”
[Σώτη Τριανταφύλλου, «Λος Άντζελες», φωτογραφίες Πέτρος Νικόλτσος, εκδ. Μελάνι]
ημερολόγιο ανάγνωσης 06
του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου
Τετάρτη. Εμφανίζονται κάθε τόσο στο αναγνωστικό μου στερέωμα κάποια βιβλία που, για αδιευκρίνιστους συνήθως λόγους, με υποχρεώνουν να αφήσω στην άκρη ό,τι εκείνη την ώρα διαβάζω και να χωθώ μες στις δικές τους σελίδες. Έτσι και τώρα· ενώ καλά-καλά δεν έχω ακόμη τελειώσει τη βιογραφία του Καπότε, έπεσαν απροσδόκητα στα χέρια μου δύο βιβλία που μια έντονη και ανεξήγητη παρόρμηση μ’ έκανε αμέσως να ξεκινήσω την παράλληλη ανάγνωσή τους. Το πρώτο είναι το μυθιστόρημα του Βιταλιάνο Μπρανκάτι «Ο Δον Ζουάν στη Σικελία» (εκδ. Αστάρτη, μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας), το δεύτερο μια βιογραφία: «Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου» του Ίαν Ντέιβιντσον (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Νίκη Προδρομίδου). Κατά τη διάρκεια της μέρας διαβάζω, με το στυλό στο χέρι και με το σημειωματάριο παρά πόδα, τον Βολταίρο· το βράδυ στο κρεβάτι διαβάζω τον Σικελό Δον Ζουάν και στο μυαλό μου επανέρχονται σελίδες από την «Τελευταία πνοή» του Λουίς Μπουνιουέλ, ένα από τα πιο αγαπημένα μου βιβλία όλων των εποχών του οποίου κάθε σχεδόν σκηνή τη θυμάμαι απ’ έξω.
Πέμπτη. Υπάρχει μία παράγραφος στην αυτοβιογραφία του Μπουνιουέλ που συνοψίζει με ακρίβεια το κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος του Βιταλιάνο Μπρανκάτι, το οποίο κυκλοφόρησε το 1941: «Οι άντρες της γενιάς μου υπέφεραν από μια προπατορική ντροπαλοσύνη προς τις γυναίκες και από μια σεξουαλική επιθυμία που ήταν ίσως η δυνατότερη του κόσμου. Αυτή η επιθυμία ήταν, όπως καταλαβαίνει κανείς, ο καρπός αιώνων ολόκληρων που τους βάρυνε ο ζυγός ενός ευνουχιστικού καθολικισμού. Η απαγόρευση οποιασδήποτε σεξουαλικής σχέσης έξω από το γάμο, ο εξορισμός κάθε εικόνας, κάθε λόγου, που μπορούσε να έχει σχέση κοντινή ή μακρινή με την ερωτική πράξη, όλα συντελούσαν στο να γεννηθεί μια εξαιρετικά βίαιη επιθυμία». Μια καταπιεσμένη ερωτική επιθυμία η οποία, αναπόφευκτα, μετατρέπεται σε εμμονή και βρίσκει μοναδική διέξοδο στις ατελείωτες συζητήσεις περί των ερωτικών θελγήτρων των γυναικών. Στην Κατάνια, όπου εκτυλίσσεται το βιβλίο, «οι κουβέντες για τις γυναίκες πρόσφεραν μεγαλύτερη ηδονή από τις γυναίκες τις ίδιες», μας λέει ο ιταλός συγγραφέας.
Παρασκευή. Τρία στάδια της ζωής του τριανταεξάχρονου ήρωα του «Δον Ζουάν στη Σικελία» παρακολουθούμε στο μυθιστόρημα: αρχικά τον βρίσκουμε να διάγει μια γαλήνια και ράθυμη ζωή με τις τρεις ανύπαντρες αδελφές του, με χορταστικά γεύματα, αναζωογονητικούς απογευματινούς ύπνους και ευφρόσυνες βραδινές συναντήσεις με τους φίλους του, μοναδική έγνοια των οποίων (απόλαυση και συγχρόνως μαρτύριο) είναι η σωματική ομορφιά των γυναικών. Ώσπου, κάποια στιγμή, ερωτεύεται για πρώτη φορά στη ζωή του και ανακαλύπτει έναν καινούριο κόσμο, εντελώς διαφορετικό απ’ ό,τι ως τότε γνώριζε, τον κόσμο των μοναχικών καρδιών που για χρόνια αγαπούν χωρίς ανταπόκριση και υποφέρουν σιωπηλά. Για να ακολουθήσει μια ακόμη μεταβολή στην κατάσταση του ήρωα, όταν παντρεύεται τελικά την αγαπημένη του και μετοικεί μαζί της στο Μιλάνο όπου η ζωή του γνωρίζει μια ριζικότερη μεταμόρφωση: ψυχρό κλίμα, φτωχά γεύματα και λίγος ύπνος, αστικές συνήθειες και πολιτισμένες συζητήσεις, καλοί τρόποι και υποκρισία, γυναίκες διαθέσιμες για έρωτα – μα καμία εκ μέρους του διάθεση να τις απολαύσει.
Σάββατο. Η ηθογραφική ματιά του Ιταλού συγγραφέα και η νοσταλγική διάθεση που αυτή προκαλεί, η καλοπροαίρετη ειρωνεία και το γνήσιο χιούμορ της αφήγησής του κέρδισαν τελικά την αποκλειστική αφοσίωσή μου έναντι της βιογραφίας του Βολταίρου. Μια αναφορά, κατόπιν, του σχετικού άρθρου της ιταλικής Wikipedia στον Σέρεν Κίρκεγκωρ (γιατί τα στάδια της ζωής του Σικελού Δον Ζουάν θυμίζουν, ορισμένως, τους τρόπους ζωής που διέκρινε ο Δανός φιλόσοφος) με έστειλαν στο βιβλίο του Θεοδόσιου Ν. Πελεγρίνη «Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας» (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) για να θυμηθώ τη θεωρία του Κίρκεγκωρ – αλλά και για να αναπολήσω τη μακρινή εποχή που ο καθηγητής Πελεγρίνης μάς εξηγούσε στο πανεπιστήμιο την ηθική και τη γνωσιοθεωρία των αιώνων.
Κυριακή. Τρεις τρόπους ύπαρξης (τρεις στάσεις ζωής, σαν να λέμε) διέκρινε ο Κίρκεγκωρ, σύμφωνα με τις εμπειρίες της δικής του ζωής: α) τον αισθητικό τρόπο, κατά τον οποίο ο άνθρωπος περνάει από τη μία μάταιη ηδονή στην άλλη χωρίς όμως ποτέ να κατακτάει την ποθούμενη ευτυχία, για να καταλήξει τελικά στην ανία και στην απελπισία, β) τον ηθικό τρόπο, όπου ο άνθρωπος αναζητά το νόημα της ύπαρξής του στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την κοινωνική ζωή· και πάλι όμως η υπέρτατη ευτυχία τού διαφεύγει γιατί αυτή τοποθετείται στον ορίζοντα της αιωνιότητας και απαιτείται για να την προσεγγίσει κανείς ένα ριψοκίνδυνο εκ μέρους του άλμα. Ακολουθεί γ) ο θρησκευτικός τρόπος ύπαρξης, όπου ο άνθρωπος οδηγημένος από την απελπισία και την αγωνία του στρέφεται στη χριστιανική πίστη και είτε κερδίζει την αιωνιότητα είτε βυθίζεται στην καταστροφή. Όπως και να ‘χει, η επιλογή, κατά τον Κίρκεγκωρ, είναι ελεύθερη και δεν καθορίζεται από εξωτερικά κριτήρια, αλλά μόνο από την προσωπικότητα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.
Δευτέρα. Πολύ δεν θέλει ο αναγνώστης για να ξεστρατίσει – πόσο μάλλον αν είναι επιρρεπής στους αναγνωστικούς και σε άλλους πειρασμούς. Άρκεσε η ερώτηση ενός φίλου για τις ελληνικές μεταφράσεις των ποιημάτων του Μπενζαμέν Περέ (από τους Σωτήρη Λιόντο & Νίκο Σταμπάκη) για να ξαναπιάσω στα χέρια μου, δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες, το βιβλίο με τα ποιήματα του Γάλλου υπερρεαλιστή με την πρόθεση να το διαβάσω από την αρχή μέχρι το τέλος. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι πως ο Περέ δεν με ενδιαφέρει τόσο ως ποιητής όσο, και κυρίως, ως συνεργός σε μιαν από τις συγκλονιστικότερες περιπέτειες του ανθρώπινου πνεύματος κατά τον 20ό αιώνα, στο υπερρεαλιστικό επαναστατικό εγχείρημα. Και με συναρπάζει το γεγονός ότι υπήρξε ταυτόχρονα και επαναστάτης και ερωτικός και παιγνιώδης και προκλητικός και ποιητής και απόλυτα αντικομφορμιστής και βαθύτατα ανθρωπιστής – ο πιο ακραιφνής υπερρεαλιστής κι εκείνος που ασκεί τη μεγαλύτερη και βαθύτερη επίδραση σε όποιον τον διαβάσει.
Τρίτη. Η ποίηση του Μπενζαμέν Περέ, του οποίου το βιβλίο «Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις» (εκδ. Ύψιλον) συνεχίζω και σήμερα να διαβάζω, με ενδιαφέρει επειδή βρίσκω εκεί εκφάνσεις ή νύξεις όλων των ξεχωριστών ιδιοτήτων του Γάλλου υπερρεαλιστή – κατά η γνώμη μου όμως είναι κατώτερος ως ποιητής από άλλους υπερρεαλιστές (τον Ρενέ Σαρ, τον Ελυάρ, τον Μπρετόν). Όχι πως δεν υπάρχουν στα ποιήματά του εξαιρετικοί στίχοι, που μπορεί να κάνουν τον αναγνώστη όχι μόνο να επιστρέφει συχνά σε αυτούς αλλά ακόμη και να θελήσει να αλλάξει ζωή, όπως: “Τυλίχτε με τα χέρια σας το εύθραυστο σώμα των ανέμων”, ως σύνολο όμως είναι μια ποίηση κατώτερη του ανθρώπου που τη συνέθεσε, γιατί είναι μια ποίηση που, όπως και ο ίδιος ο Περέ, δεν πέρασε ποτέ στην «περίοδο της σύνεσης» και παρέμεινε σχεδόν πάντα αυτοματική, αρνούμενη να μεταδώσει ένα νόημα. Ο Ελυάρ έχει επισημάνει τη βασική λειτουργία αυτής της ποίησης: «Μια από τις κύριες ιδιότητές της είναι να εμπνέει στους χαφιέδες έναν μορφασμό που τους ξεσκεπάζει και που επιτρέπει να τους κρίνουμε».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Να σου κι ένα λεωφορείο που μένει σταματημένο τρία λεπτά, γιατί δυο κάρα είχαν μπλέξει τις ρόδες τους. Στο μαρσπιέ, μια ψηλή, ξανθιά δεκαεξάρα χαϊδεύει το λαιμό της με το δεξί χέρι και ρίχνει στο δρόμο ένα βλέμμα που ακτινοβολεί. Οι τρεις φίλοι στήνονται αμέσως στο σημείο του δρόμου όπου πέφτει το βλέμμα της κοπέλας, έτσι όπως κάνουμε μπροστά σε ορισμένα πορτρέτα· χαίρονται που τράβηξαν τάχα την προσοχή ης κοπέλας, κι ας είναι το βλέμμα της αδιάφορο, βυθίζουν τα μάτια τους στα δικά ης, χαμογελούν, ξύνουν το κούτελο, κάνουν νοήματα με το στόμα και τ’ αυτιά. Την αγαπάνε ήδη, τη φωνάζουν χαμηλόφωνα μ’ ένα χαϊδευτικό, μέσα σε μιαν αστραπή ζουν ολάκερη ζωή μαζί της· ταξιδεύουν, περνούν νύχτες αγρύπνιας, καλοκαιρινές βραδιές στη βεράντα, καβγαδίζουν τρυφερά, κάνουν μπάνιο στη θάλασσα πετώντας άμμο και καταβρέχοντας ο ένας τον άλλο. Η φαντασία τους δεν παραλείπει τίποτα: ακούνε τον τρομερό και γλυκό της ολολυγμό όταν, στη διπλανή κάμαρα, τους κάνει πατεράδες ενός τέλειου μωρού…”
[Βιταλιάνο Μπρανκάτι, Ο Δον Ζουάν στη Σικελία (μτφ. Παναγιώτης Σκόνδρας), εκδ. Αστάρτη]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
“Το τραίνο περνά δίχως να κάμει στάση μπρος σε μικρό σταθμό
διότι δεν πεινά μήτε διψά
διότι βρέχει και δεν έχει ομπρέλα
διότι τα γελάδια ακόμη δε γυρίσαν
διότι η πορεία είναι αβέβαιη και δεν τ’ αρέσει
να συναντά μεθύστακες κλέφτες ή μπάτσους
Αλλ’ εάν οι κορυδαλλοί κάναν ουρά μπρος στις κουζίνες
για να ψηθούν
εάν το νερό αρνιόταν να νοθεύσει το κρασί
κι εάν είχα πέντε φράγκα
Θα υπήρχε κατιτί καινόν υπό τον ήλιον
θα υπήρχαν ψωμιά με καρούλια που θα παραβιάζαν στρατώνες χωροφυλακής
θα υπήρχανε φυτώρια γενιού όπου τα σπουργίτια θ’ ανατρέφαν τους μεταξοσκώληκες
θα υπήρχε μες στη χούφτα του χεριού μου
ένα μικρό κρύο λαμπιόνι… ”
[Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα (μτφ. Σωτήρης Λιόντος & Νίκος Σταμπάκης), εκδ. Ύψιλον]
Ημερολόγιο Ανάγνωσης 05
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Άγχος με κυριεύει, ακόμη και τρόμος, κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου μια ανθολογία ποίησης, διηγήματος ή οποιουδήποτε άλλου είδους (με τις συλλογές τραγουδιών παθαίνω συχνά το ίδιο). Όπως κάθε ιδιωτική βιβλιοθήκη είναι γεμάτη αντιφάσεις, λαβυρίνθους και αδιέξοδα στα οποία εύκολα μπερδεύεται, σκοντάφτει και χάνεται ο ανεξοικείωτος επισκέπτης, έτσι και σε κάθε ανθολογία υπάρχει κάτι το τερατώδες που μπορεί να συγχύσει και να τρομάξει τον απροετοίμαστο και αμάθητο αναγνώστη. Γιατί μια ανθολογία είναι ένα δωμάτιο όπου δεκάδες κι εκατοντάδες φωνές ψιθυρίζουν το δικό της καθεμία τραγούδι και χρειάζεται ψύχραιμο κι εξασκημένο αφτί για να προσανατολιστείς και να συλλάβεις μέσα στο γενικό βουητό τους ξεχωριστούς ήχους και το διαφορετικά νοήματα.
Πέμπτη. Αν πράγματι ισχύουν αυτά για ανθολογίες λίγο-πολύ θεματικά συνεκτικές («Ανθολογία του μαύρου χιούμορ», «Ανθολογία αγγλικού αστυνομικού διηγήματος», «Αλλόγλωσσα ποιήματα για τη Θεσσαλονίκη»), θα περιμέναμε τα πράγματα να είναι πολύ χειρότερα για «Τα ποιήματα του 2008», έκδοση της Κοινωνίας των (δε)κάτων. Αφού πρόκειται για μια ανθολογία ποιημάτων στην οποία «δεν υπάρχει κεντρικό μοτίβο», όπως σημειώνει ο υπεύθυνος της σειράς ποιητής Ντίνος Σιώτης, «δεν υπάρχει κοινός στόχος, κοινή κατεύθυνση ή κοινός παρονομαστής», αλλά μοναδικό κριτήριο για να συμπεριληφθούν τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία είναι να έχουν δημοσιευτεί σε βιβλίο, περιοδικό ή εφημερίδα κατά το έτος 2008 ώστε να «προκύψει ένα σώμα όσο γίνεται πιο αντιπροσωπευτικό του σημερινού ποιητικού μας γίγνεσθαι», καθώς επισημαίνουν οι δύο επιμελητές της έκδοσης Γιώργος Μαρκόπουλος και Κώστας Χ. Παπαγεωργίου.
Παρασκευή. Είναι λοιπόν η κατάσταση της ποίησής μας το 2008 (προφανώς ήταν δύσκολο να αντισταθούν στον πειρασμό και να μη συμπεριλάβουν τα δύο ποιήματα του Εμπειρίκου και του Ρίτσου που εμφανίστηκαν αυτή τη χρονιά) που θέλησαν να καταδείξουν οι δύο ανθολόγοι και, όσο δύσκολο κι αν φαντάζει το εγχείρημά τους, νομίζω πως το έφεραν σε πέρας επιτυχώς. Τα 183 ποιήματα που έχουν ανθολογηθεί (τα καλύτερα, κατά την κρίση των δύο προσεκτικών επιμελητών, από μια παραγωγή τριακοσίων σχεδόν συλλογών και εκατοντάδων ακόμη ποιημάτων δημοσιευμένων σε περιοδικά) ξεδιπλώνουν, εκ πρώτης όψεως, 183 διαφορετικές αντιλήψεις για την ποίηση και τον κόσμο. Μια δεύτερη, ωστόσο, ματιά καταδεικνύει μια κυρίαρχη και απογοητευτική ομοιογένεια τόνου και νοήματος· οι ποιητές, και το 2008, μοιάζει να αρκούνται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας ή να αρέσκονται στην παράθεση αποσπασματικών παρατηρήσεων για την πραγματικότητα και σε ανέξοδες και ατελέσφορες επινοήσεις και μηχανισμούς προκειμένου να αποφύγουν κάθε ουσιαστική επαφή με την πραγματικότητα.
Σάββατο. Αυτή φαίνεται να είναι η γενική τάση της εποχής μας και καμία ανάλυση δεν θα μπορούσε να την προβάλει καλύτερα από μια τέτοιου είδους ανθολογία. Υπάρχουν όμως στις σελίδες των «Ποιημάτων του 2008» (πώς θα μπορούσε να μην υπάρχουν;) και τριάντα-σαράντα ποιήματα (καθόλου λίγα δηλαδή) που αρθρώνουν έναν διαφορετικό λόγο και αντηχούν μ’ έναν πιο προσωπικό τόνο. Κι είναι αυτό το μεγαλύτερο κέρδος που βγαίνει από τη δουλειά των δύο ανθολόγων: η προτροπή προς τον αναγνώστη να αναζητήσει και να διαβάσει και άλλα ποιήματα αυτών, τουλάχιστον, των ποιητών. Παραμερίζοντας όσους είναι ήδη γνωστοί, παραθέτω λίγα από αυτά τα ονόματα, όσων τουλάχιστον είναι ακόμη νέοι ή σχετικά άγνωστοι στον μέσο αναγνώστη ποίησης: Δημήτρης Αθηνάκης, Νίκος Βιολάρης, Φοίβη Γιαννίση, Σπύρος Κατσίμης, Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Αναστασία Παρασκευουλάκου, Νίκος Σκούτας. Και, με οδύνη, τα ονόματα τριών ποιητών που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας: Ηλίας Λάγιος, Τάσος Δενέγρης, Γιώργης Παυλόπουλος.
Κυριακή. Θεωρώ πως σε γενικές γραμμές είμαι καλοπροαίρετος αναγνώστης· αν το πρώτο έργο ενός συγγραφέα που θα διαβάσω δεν με ικανοποιήσει απολύτως, είμαι σχεδόν πάντα πρόθυμος να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία και να πιάσω στα χέρια μου ένα ακόμη δικό του βιβλίο. Όταν πάλι το πρώτο έργο που θα διαβάσω βρεθεί να είναι του γούστου μου, είναι σχεδόν βέβαιο πως πολύ γρήγορα θα έχω αποκτήσει (ή θα έχω σημειώσει επιμελώς με σκοπό να αγοράσω) όλους τους δικούς του τίτλους που κυκλοφορούν – και όχι μόνο στην ελληνική αγορά. Έτσι περίπου έγινε με την αμερικανίδα συγγραφέα Ursula K. Le Guin. Ξεκίνησα με τα μυθιστορήματα επιστημονικής (και πολιτικής) φαντασίας που έχει γράψει, δύο από τα οποία περιλαμβάνονται πια στα πιο αγαπημένα μου βιβλία («Ο αναρχικός των δύο κόσμων» και «Η λέξη για τον κόσμο είναι δάσος») και συνέχισα με διηγήματα, ποιήματα («Incredible good fortune») και δοκίμιά της («The wave of the mind»), ώσπου αντιλήφθηκα πως έχει γράψει και παιδικά βιβλία· «Οι φτερόγατες» είναι το πρώτο που αγόρασα.
Δευτέρα. Σε αντίθεση με «Το μεγαλύτερο λουλούδι του κόσμου», το παιδικό βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου, που προσπαθεί να είναι ταυτόχρονα μια ιστορία και για μικρούς και για μεγάλους και καταλήγει να είναι μια μάλλον απλοϊκά διδακτική αλληγορία που δεν ικανοποιεί κανέναν, τα παιδικά βιβλία της Λεγκέν (στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Σμίλη τρία βιβλία της σειράς «Φτερόγατες») πετυχαίνουν καλύτερα τον δικό τους στόχο: παρακολουθούνται με ενδιαφέρον και ευχαρίστηση από τους μικρούς αναγνώστες ή ακροατές τους (απευθύνονται σε παιδιά 7-10 ετών) και μεταδίδουν το όραμα της συγγραφέως για την αρμονική συνύπαρξη όλων των όντων που ζουν στον πλανήτη, στο σύμπαν ή και στη φαντασία. Πρόκειται για τις περιπέτειες τεσσάρων γατών που έχουν γεννηθεί έχοντας φτερά στους ώμους τους και, εξαιτίας αυτής τους της διαφορετικότητας, αντιμετωπίζονται από τους περισσότερους σαν αλλόκοτα και επικίνδυνα πλάσματα, με επιφυλακτικότητα και εχθρότητα – όχι όμως κι απ’ όλους. (χρόνος ανάγνωσης: 9.00-9.30 μ.μ. πριν τον βραδινό ύπνο).
Τρίτη. Κάθε αναγνώστης είναι και ανθολόγος· και κάθε βιβλίο που διαβάζει αυτομάτως αρχειοθετείται στη μνήμη του μαζί με άλλα ομοειδή (ή και όχι απολύτως ομοειδή) αναγνώσματα που έχει διαβάσει, έτσι που όταν κάποιος τον ρωτήσει αν έχει υπόψη του κάποιο κείμενο για το σκάκι ή περί βλακείας ή ένα ποίημα για τη μητέρα να μπορεί άνετα να αραδιάσει δυο-τρία παραδείγματα. Αν, μέρες που είναι, μου ζητηθεί να προτείνω μερικά διηγήματα για τα Χριστούγεννα, θα θυμηθώ τον Παπαδιαμάντη και τον Καρκαβίτσα, θα θυμηθώ «Τα Χριστούγεννα ενός παιδιού στην Ουαλία» του Ντίλαν Τόμας, πρώτο όμως θα έρθει στον νου μου το διήγημα του Τρούμαν Καπότε «Μια Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση» (από τον τόμο «Όλα τα διηγήματα», μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη). Αυτή την ιστορία διαβάζω σήμερα, την ωραιότερη χριστουγεννιάτικη ιστορία, και βυθίζομαι σε μια γλυκιά νοσταλγία για μιαν εποχή κι έναν τόπο που δεν τα έχω ζήσει ποτέ, αλλά έχουν τόσες συναισθηματικές αντιστοιχίες με δικά μου περασμένα χρόνια που είναι σαν να πρόκειται για τη δική μου ζωή.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ:
“Ακακία· όχι ανάμνηση αλλά δικαιωμένο παρόν – άργησε φέτος ν’ ανθίσει·
στον ίσκιο της σήμερα
ένα μισάνοιχτο στόμα της μουσικής
η εμφανής βεβαιότητα των φύλλων
εκείνα τα σημάδια της πάλης με το χιόνι
τα λεπτά δάχτυλα του Μαρτίου
η περηφάνια του δάσους σ’ έναν και μόνον κάλυκα
πόσο σου μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί·
(έχω σημειώσει και άλλοτε:
στην παρακμή των καρπών
το μέτρο των ονείρων
πατημένα μήλα,
φλούδες που ήταν κάποτε ο κόσμος
χρυσόμυγες, τυφλά σκουλήκια
εκδικούνται ή θέλουν άραγε να ματαιώσουν εικόνες;
Απλωμένα μυστικά περιμένουν τη λύση τους).
Πόσο σου μοιάζει αυτή η έπαρση
και η σαγήνη μαζί.”
[Γιώργος Βέης, Εμπειρία, από «Τα ποιήματα του 2008», εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “«Το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων εξοικονομούμε κι οι δυο μαζί μια πεντάρα και πηγαίνουμε στο χασάπη ν’ αγοράσουμε το παραδοσιακό δώρο της Κουίνι, ένα καλό, ιδανικό για ροκάνισμα βοδινό κόκκαλο. Βάζουμε το κόκκαλο, τυλιγμένο σ’ αστείο χαρτί, ψηλά στο δέντρο, κοντά στο ασημένιο αστέρι. Η Κουίνι ξέρει ότι είναι εκεί. Κάθεται μπροστά στο δέντρο και κοιτάζει ψηλά, σ’ έκσταση από τη βουλιμία, κι όταν έρχεται η ώρα για ύπνο αρνείται να κουνηθεί. Αλλά και η δικιά μου έξαψη δεν είναι λιγότερη. Κλοτσώ τα σκεπάσματα και στριφογυρίζω το μαξιλάρι μου λες κι είναι μια καυτή καλοκαιρινή νύχτα. Κάπου ένας κόκορας λαλά· παραπλανητικά, γιατί ο ήλιος είναι ακόμη στην άλλη μεριά του κόσμου.
«Μπάντυ, είσαι ξύπνιος;» Είναι η φίλη μου· φωνάζει από την κάμαρά της, που ‘ναι δίπλα στη δικιά μου, και μια στιγμή αργότερα κάθεται στο κρεβάτι μου κρατώντας ένα κερί. «Δεν μπορώ να κλείσω μάτι», δηλώνει. «Το μυαλό μου πηδά σαν λαγός»..”
[Τρούμαν Καπότε, «Όλα τα διηγήματα 1943-1982», μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2006]
ημερολόγιο ανάγνωσης 04
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Συμβαίνει συχνά στους βιβλιόφιλους και τους φιλαναγνώστες (όχι όμως και τόσο συχνά, που να χάνεται η αίσθηση του εξαιρετικού γεγονότος) τα βιβλία που τους προσφέρουν τη μεγαλύτερη αναγνωστική απόλαυση να είναι εκείνα που κατά λάθος ή κι από παρεξήγηση έφτασαν στα χέρια τους – με την ιδέα, ας πούμε, πως επρόκειτο για κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που στην πραγματικότητα είναι. Κι είναι τότε μεγαλύτερη η απόλαυση, γιατί όταν τύχει ένα βιβλίο που υπ’ αυτές τις συνθήκες αποκτήθηκε να ικανοποιεί τελικά το γούστο του αναγνώστη τότε η τέρψη από την ανάγνωση του κειμένου συνυπάρχει με το στοιχείο της ευχάριστης έκπληξης και πολλαπλασιάζεται. Έτσι περίπου μου συνέβη κι εμένα πριν από δυο χρόνια με το βιβλίο του Άλαν Μπένετ «The uncommon reader», που τώρα κυκλοφόρησε και στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο σε ωραία μετάφραση της Τρισεύγενης Παπαϊωάννου – ελληνικός τίτλος: «Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο».
Πέμπτη. Ήταν ο τίτλος του βιβλίου, «Ένας ασυνήθιστος αναγνώστης», που με έκανε να το αγοράσω αμέσως μόλις έπεσε στα χέρια μου η αγγλική του έκδοση, χωρίς ούτε ματιά να ρίξω στις σελίδες του ή στο οπισθόφυλλό του. Γιατί μου έφερε στον νου δύο βιβλία που τα αγαπάω πολύ λόγω ακριβώς της βαθιάς αγάπης για την ανάγνωση που αποπνέουν: εννοώ την πρώτη συλλογή δοκιμίων της Βιρτζίνια Γουλφ που είχε τον τίτλο «Ο συνηθισμένος αναγνώστης» και την εξαιρετική συλλογή δοκιμίων της Αμερικανίδας Αν Φάντιμαν με τον τίτλο «Ex Libris, Εξομολογήσεις ενός συνηθισμένου αναγνώστη». Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που θεώρησα πως και το βιβλίο του Βρετανού Άλαν Μπένετ θα είχε παρόμοιο, δοκιμιακό και βιβλιοφιλικό, περιεχόμενο. Ως προς το δεύτερο δεν διαψεύστηκα, η αγάπη για τα βιβλία είναι πανταχού παρούσα στις σελίδες του, συγκεκριμένα αποτελεί το κεντρικό θέμα τους. Δεν πρόκειται όμως για δοκίμιο, όπως νόμιζα, αλλά για προϊόν μυθοπλασίας – και αυτή ήταν η ευχάριστη έκπληξη που μου επιφύλασσε η ανάγνωσή του.
Παρασκευή. Η Αυτής Μεγαλειότητα, η γηραιά Βασίλισσα του Ηνωμένου Βασιλείου, ανακαλύπτει, στην αρχή σιγά-σιγά και μετά απότομα, τη μαγεία της ανάγνωσης και η ζωή της – όσο αυτό είναι δυνατόν για μια βασίλισσα – αλλάζει τελείως: «Εκείνο που διαπίστωσε», διαβάζουμε στη σελίδα 37, «ήταν ότι το ένα βιβλίο οδηγούσε στο άλλο, πόρτες άνοιγαν συνεχώς όπου και αν στρεφόταν, και οι ημέρες δεν ήταν αρκετά μακριές για να διαβάσει όλα αυτά που ήθελε» – welcome to the club, Your Majesty! Έτσι, παραμελεί τα βασιλικά της καθήκοντα προκειμένου να έχει χρόνο για τα βιβλία, ρωτάει τους ανθρώπους που παρουσιάζονται μπροστά της τι διαβάζουν αφήνοντάς τους να την κοιτάζουν ανέκφραστοι, αν όχι πανικόβλητοι. Χαρίζει βιβλία ποίησης και ιστορίας στον πρωθυπουργό της και ζητάει σε επόμενη συνάντησή τους να πληροφορηθεί αν τα διάβασε. Αρχίζει να κρατάει σημειώσεις για τις αναγνώσεις και τις σκέψεις της προετοιμαζόμενη, ασυνείδητα, για το σχεδόν αναπόφευκτο άλμα που οδηγεί από την ανάγνωση στη συγγραφή και ξαφνιάζει τους πάντες με την ανακοίνωσή της που διαβάζουμε στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος.
Σάββατο. Μαζί με την ασυνήθιστη αναγνώστρια Βασίλισσα ανακαλύπτει και συνειδητοποιεί και ο κοινός αναγνώστης όλες τις πτυχές και τις τροπές της αναγνωστικής περιπέτειας που έχει γνωρίσει στη ζωή του: τον ψυχικό αναγκασμό να διαβάζει ως την τελευταία σελίδα ακόμη και τα πιο βαρετά βιβλία, τα απορημένα βλέμματα ή και τα επιτιμητικά σχόλια των ανθρώπων για το αλλόκοτο αυτό πάθος, τη δυσκολία να συστήσεις κάποιο βιβλίο για διάβασμα σε έναν αρχάριο αναγνώστη, την απογοήτευση και τον πανικό από τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό αξιανάγνωστων βιβλίων που υπάρχουν στον κόσμο, το παιχνίδι της επιλογής του κατάλληλου βιβλίου πριν από ένα ταξίδι, την ανάγκη να μοιραστείς κάθε νέα ανακάλυψη, την απόλαυση της μεγαλόφωνης ανάγνωσης – της πρώτης ανάγνωσης που γνωρίζει κάθε άνθρωπος στη ζωή του όταν είναι παιδί.
Κυριακή. Ένας από τους συγγραφείς τα έργα του οποίου όλοι (ή, ίσως, οι πιο τυχεροί από μας) τα έχουμε πρωτογνωρίσει διαβασμένα από τα χείλη άλλων και ο οποίος μάλιστα ήταν και ο ίδιος δημοφιλέστατος δημόσιος αναγνώστης των βιβλίων του είναι ο Κάρολος Ντίκενς. Διαβάζουμε στην «Ιστορία της ανάγνωσης» του Αλμπέρτο Μανγκέλ: «Κάπως κατάφερνε να δημιουργήσει τα απροσδόκητα εφέ του με μια οικονομία μέσων κατά τρόπο μοναδικό, δημιουργώντας στ’ αλήθεια την εντύπωση ότι τα μυθιστορήματά του αποκτούσαν λαλιά μέσω εκείνου. Μετά την ανάγνωση δεν αποδεχόταν ποτέ το χειροκρότημα. Υποκλινόταν, έφευγε από τη σκηνή και άλλαζε ρούχα, αφού ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα». Το μυθιστόρημά του που περισσότερο απ’ όλα έχει αναγνωστεί με αυτόν τον τρόπο από ενήλικες σε παιδιά είναι η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία». Αυτήν ξεκίνησα από χθες να διαβάζω στην Άννα, ενώ ο Νικόλας, που είναι μεγαλύτερος, δήλωσε ότι θα το διαβάσει μόνος του αργότερα – τώρα εξάλλου διαβάζει τον «Λαβύρινθο των σκελετών, The 39 clues» και δοκιμάζει τις δυνάμεις του στο Ben 10, Protector of Earth.
Δευτέρα. Μια παραμονή Χριστουγέννων στο χιονισμένο Λονδίνο ο τσιγκούνης έμπορος Εμπενίζερ Σκρουτζ δέχεται τις διαδοχικές επισκέψεις ενός φαντάσματος (του πρώην φίλου και συνεταίρου του Μάρλεϊ) και τριών πνευμάτων (που είναι το παρελθόν του, το παρόν του και το μέλλον του) και μεταμορφώνεται από σκληρός και άτεγκτος εργοδότης στον καλό και αγαθοεργό πλούσιο που μοιράζει απλόχερα ευτυχία στους γύρω του – μια μορφή αρκετά συνηθισμένη στα μυθιστορήματα του Ντίκενς. Όπως και πολλά άλλα εξαιρετικά μυθιστορήματα (ο «Δον Κιχώτης», ο «Ροβινσών Κρούσος», η «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων») που έχουν περάσει στη συνείδηση του κόσμου για παιδικά αναγνώσματα, έτσι και τα έργα του Ντίκενς είναι παραπλανητικό να θεωρούνται κατάλληλα μόνο για παιδιά. Γιατί οι ιστορίες του, εκτός από τις σκοτεινές, τυπικά βικτωριανές, όψεις που έχουν, φανερώνουν και μια ματιά τόσο έντονα κριτική για την κοινωνία που περιγράφει κι έναν τόνο τόσο οργισμένο που δύσκολα αφήνουν αδιάφορο τον σύγχρονο ενήλικο αναγνώστη.
Τρίτη. Μια, κατά βάση, πολιτική ανάγνωση του Ντίκενς επιχειρεί ο Τζορτζ Όργουελ στο δοκίμιό του «Κάρολος Ντίκενς» το οποίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ύψιλον σε μετάφραση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου. Ο Όργουελ αρνείται τον περιορισμό του συγγραφέα Ντίκενς είτε κάτω από την ετικέτα του καθολικού συντηρητικού είτε κάτω από αυτήν του επαναστάτη μαρξιστή. Αναγνωρίζει τις σφοδρές επιθέσεις και τη διαρκή κριτική που ασκεί εναντίον των θεσμών του αγγλικού κράτους (εκπαίδευση, νομικό σύστημα, κοινοβουλευτική κυβέρνηση), επισημαίνει όμως εύστοχα πως αυτή του η στάση δεν καταλήγει στο να ζητήσει την ανατροπή της υπάρχουσας δομής της κοινωνίας. Γιατί κύριος στόχος του Ντίκενς δεν είναι η κοινωνία αλλά η ανθρώπινη φύση. Και η λύση που προτείνει για τη διόρθωση της κοινωνίας είναι η ατομική καλοσύνη – μια λύση που και ο ίδιος στα περισσότερα μυθιστορήματά του φαίνεται να τη θεωρεί ατελέσφορη, μα δεν την εγκαταλείπει. «Μόνο ένα γέλιο μπορεί να χρωματίσει τη σκούρα πραγματικότητα· μόνο η καλοσύνη μπορεί να σώσει», όπως γράφει η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ σ’ ένα συνταρακτικό ποίημά της.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Η Βασίλισσα διάβαζε για τις αδελφές Μπροντέ και α βάσανα που είχαν περάσει στα παιδικά ους χρόνια, αλλά καταλάβαινε ότι το βιβλίο αυτό δεν θα τη βοηθούσε να ξανακοιμηθεί. Ψάχνοντας να βρει κάτι άλλο, είδε στην άκρη του ραφιού το βιβλίο της Άιβι Κόμπτον-Μπέρνετ που είχε δανειστεί από την κινητή βιβλιοθήκη και το οποίο της είχε χαρίσει ο κύριος Χάτσινγκς πριν από χρόνια και ζαμάνια. Τότε το ειχε βρει βαρετό και παραλίγο να την αποκοιμίσει, θυμήθηκε, οπότε γιατί να μην είχε το ίδιο αποτέλεσμα και σήμερα;
Συνέβη ακριβώς το αντίθετο: το μυθιστόρημα που είχε βρει αργό κάποτε της φαινόταν τώρα γρήγορο κι ευχάριστο, με στεγνό αλλά καυστικό ύφος, ενώ ο σοβαρός τόνος της κυρίας Άιβι τής θύμιζε καθησυχαστικά τον δικό της. Σκέφτηκε τότε (όπως έγραψε την επομένη στο σημειωματάριό της) ότι το διάβασμα ήταν, συν τοις άλλοις, ένας μυς τον οποίο, όπως φαινόταν, έπρεπε κανείς να γυμνάζει. Τώρα διάβαζε το μυθιστόρημα με άνεση και μεγάλη ευχαρίστηση, γελούσε με μερικές (σχεδόν καθόλου αστείες) παρατηρήσεις που δεν είχε καν προσέξει παλιά.”
[Άλαν Μπένετ, Το βασίλειό μου για ένα βιβλίο, μτφ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδ. Μεταίχμιο, 2009 ]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Όταν διαβάζει κανείς κάποιο δυνατό κείμενο έχει την εντύπωση πως βλέπει ένα πρόσωπο να διαγράφεται κάπου πίσω από τη σελίδα. Δεν είναι απαραιτήτως το πραγματικό πρόσωπο του συγγραφέα. Αυτό που βλέπει κανείς είναι το πρόσωπο που θα όφειλε να έχει ο συγγραφέας. Λοιπόν, στην περίπτωση του Ντίκενς βλέπω ένα πρόσωπο που δεν είναι απολύτως το πρόσωπο των φωτογραφιών του Ντίκενς, αν και του μοιάζει. Είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου γύρω στα σαράντα, με μια μικρή γενειάδα και έντονα χρώματα. Γελάει, και έχει κάποιον τόνο οργής το γέλιο του, αλλά κανένα θρίαμβο, καμία κακεντρέχεια. Είναι το πρόσωπο ενός ανθρώπου που αγωνίζεται διαρκώς ενάντια σε κάτι, αλλά που αγωνίζεται ανοιχτά και δίχως φόβο, το πρόσωπο ενός ανθρώπου γενναιόψυχα οργισμένου – με άλλα λόγια, το πρόσωπο ενός φιλελεύθερου του 19ου αιώνα, ενός ελεύθερου πνεύματος, το πρόσωπο ενός τύπου ανθρώπου που μισήθηκε εξίσου από όλες τις δύσοσμες μικρές ορθοδοξίες που ανταγωνίζονται σήμερα μεταξύ τους ποια θα κερδίσει την ψυχή μας.”
[George Orwell, Κάρολος Ντίκενς, μτφ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, εκδ. Ύψιλον, 2009]
ημερολόγιο ανάγνωσης 03
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Το «Ανθολόγιο» του Σαίξπηρ, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση και επιλογή κειμένων του Ερρίκου Μπελιέ, είναι ένα τετρακοσίων σχεδόν σελίδων βιβλίο που περιέχει εκατοντάδες μικρά αποσπάσματα αλλά και μεγάλα χωρία από όλα τα έργα του Σαίξπηρ χωρισμένα σε θεματικές κατηγορίες τα οποία όλα μαζί δίνουν μια σφαιρική και σαφή εικόνα τόσο των ιδεών της αναγεννησιακής εποχής (για την αγάπη, για τη δικαιοσύνη, τον θάνατο, τις τέχνες, τα όνειρα, τη βία, τον χρόνο…) όσο και της εκπληκτικής ποίησης του μεγάλου Βάρδου. Σκέφτομαι αυτές τις μέρες που το ξεφυλλίζω και λίγο-λίγο το διαβάζω ότι στον ίδιο χρόνο θα μπορούσα, ενδεχομένως, να διαβάσω δυο-τρία ολόκληρα θεατρικά έργα του Σαίξπηρ κι αμφιταλαντεύομαι αν πρέπει να το συνεχίσω ή όχι. Για να καταλήξω όμως, τελικά, στο σύνηθες για μένα συμπέρασμα, ότι δηλαδή μπορώ κάλλιστα να κάνω και τα δύο! Και το «Ανθολόγιο» να διαβάσω τώρα και, αργότερα, τον «Ερρίκο Η΄» ή, για άλλη μια φορά, τον «Ιούλιο Καίσαρα».
Πέμπτη. Ο Σαίξπηρ είναι μεταξύ των συγγραφέων εκείνος από τα έργα του οποίου, στον αγγλόφωνο τουλάχιστον κόσμο, γίνεται στον γραπτό και στον προφορικό λόγο η μεγαλύτερη χρήση παραθεμάτων, σαν αυτά που και ο Ερρίκος Μπελιές συγκεντρώνει στο «Ανθολόγιο» που έφτιαξε. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ υπήρξε χαρακτηριστική ως προς αυτό περίπτωση. Στη βιογραφία του που τώρα διαβάζω, γραμμένη από τον Μπάρρυ Μάιλς, με τίτλο «Ουίλιαμ Μπάροουζ El hombre invisible» (εκδόσεις Απόπειρα, μετάφραση Γιώργου Γούτα) αναφέρεται το εξής σχετικό περιστατικό: «Ο Γκίνσμπεργκ είχε εντυπωσιαστεί, γιατί ο Μπάροουζ ήταν ο πρώτος που συναντούσε ο οποίος μνημόνευε Σαίξπηρ για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του». Ο Γκίνσμπεργκ ήταν, στην πρώτη τους αυτή συνάντηση, δεκαεπτά μόλις χρονών, ενώ ο Μπάροουζ ήταν δώδεκα χρόνια μεγαλύτερός του· η φιλία τους όμως που τότε ξεκίνησε βάστηξε ως το τέλος της ζωής τους, μισό αιώνα αργότερα. Ο Τζακ Κέρουακ ήταν κι αυτός εκείνη τη μέρα παρών.
Παρασκευή. Οι τρεις συγγραφείς, Ουίλιαμ Μπάροουζ, Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ, συνδέθηκαν με στενή και δημιουργική φιλία γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’40 και από τη συμπόρευσή τους αυτή δημιουργήθηκε, χωρίς οι ίδιοι εξαρχής να το επιδιώξουν, το κίνημα με τη μεγαλύτερη επίδραση στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η Beat Generation, η γενιά των μπητ, δεν υπήρξε βέβαια ποτέ ένα αμιγώς λογοτεχνικό κίνημα, ίσως ούτε καν ως ομάδα δεν πρέπει να εκλαμβάνεται – στη βιογραφία του Μπάροουζ φαίνεται ξεκάθαρα αυτό. Μπορεί η λογοτεχνία να ήταν το κύριο πεδίο έκφρασης των «ιδρυτών» της, κανένα όμως κοινό μανιφέστο αρχών και λογοτεχνικών τρόπων δεν δημιουργήθηκε από τους τρεις τους. Ό,τι τους συνέδεε ήταν ο τρόπος της ζωής τους, ο οποίος βασιζόταν στην αδιαπραγμάτευτη άρνησή τους να ακολουθήσουν τα καθιερωμένα και στην παράφορη επιθυμία τους να διευρύνουν τους ορίζοντες τόσο της δράσης τους όσο και τους πνεύματός τους.
Σάββατο. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ ενσάρκωσε με πάθος το απελευθερωτικό όραμα της γενιάς του, ένα «μη δουλοπρεπές μοντέλο της ανθρώπινης φύσης», τόσο με τη ζωή του όσο και με τις ιδέες, με τις εικόνες, με τα όνειρα, με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει το έργο του. Γεννημένος το 1914 στο Σαιντ Λούις έκανε την πρώτη του λογοτεχνική προσπάθεια γράφοντας σε ηλικία οχτώ ετών ένα διήγημα με τον τίτλο «Η αυτοβιογραφία ενός λύκου» για να μην πάψει να γράφει ως το τέλος της ζωής του, το 1997. Εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, έζησε για πολλά χρόνια στην Ταγγέρη, στο Μεξικό, στο Παρίσι, στο Λονδίνο· η ζωή του ήταν ένας παράδοξος συνδυασμός άγριας ζοφερότητας (με ναρκωτικά και αλκοόλ, έρωτες και θανάτους) και ήσυχης δημιουργικής απομόνωσης. Η τελευταία εγγραφή στο ημερολόγιό του (Last words, The final Journals of William Burroughs) είναι η εξής: «Αγάπη; Τι είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει. ΑΓΑΠΗ».
Κυριακή. Όπως η ζωή του έτσι και το έργο του Μπάροουζ χαρακτηρίζεται από έντονες και παράδοξες αντιθέσεις που του προσδίδουν έναν προσωπικό, μοναδικό και, παρόλα αυτά, απολύτως συνεπή χαρακτήρα. Ο κόσμος που δημιουργεί στα βιβλία του είναι έντονα αυτοβιογραφικός και συγχρόνως υπέροχα επινοημένος. Οι χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του όσο απίθανοι και παράλογοι κι αν εμφανίζονται είναι πάντα βγαλμένοι από τη ζωή. Η γλώσσα του είναι ένα κράμα της λόγιας αστικής εκφραστικής και της χυδαίας φρασεολογίας του περιθωρίου. Η αντιπάθεια του για την ανθρωπότητα (και τις γυναίκες ιδιαιτέρως) αναιρείται από την όλο και αυξανόμενη συμπόνια και τρυφερότητα που ένιωθε και εκδήλωνε προς τους άλλους ανθρώπους και προς τα ζώα. Οι εφιάλτες των δυστοπικών οραμάτων του αναμειγνύονται με ένα διαρκώς παρόν λυτρωτικό χιούμορ. «Κεντρικό θέμα όλων των βιβλίων του», συνοψίζει εύστοχα ο Μπάρρυ Μάιλς, «είναι η μάχη ενάντια στον Έλεγχο, αν και την πραγματεύεται με τρόπο εξαιρετικά περίπλοκο».
Δευτέρα. Είναι μέρες τώρα που κουβαλάω μαζί μου, με σκοπό να το ξαναδιαβάσω προσεκτικά, το ποιητικό βιβλίο της Χριστίνας Οικονομίδου «Matthew και Shirley» (εκδόσεις Απόπειρα, 2009). Το εξώφυλλο του αντιτύπου μου, με την ασπρόμαυρη υπέροχη φωτογραφία, έχει ένα αχνό σημάδι από ποτήρι που κάποιος το ακούμπησε πάνω του, ενώ οι άκρες του έχουν τσακίσει και ταλαιπωρηθεί. Στίχοι στις σελίδες του, «μου φαίνεται πως κάπως έτσι / εντελώς κοινότοπα / ενηλικιώθηκα: / ανάμεσα στην ενοχή και στην απόλαυση», είναι σημειωμένοι ή υπογραμμισμένοι με μολύβι και με μαύρο στυλό. Το βιβλίο μοιάζει ν’ ανήκει πια τόσο στον αναγνώστη του όσο σχεδόν και στη συγγραφέα του – μπορώ πλέον να μιλήσω γι’ αυτό με την τρυφερότητα ή/και την απρέπεια του οικείου.
Τρίτη. Ο Matthew και η Shirley (στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση της Χριστίνας Οικονομίδου) μοιάζει να έχουν επινοήσει ο ένας την ύπαρξη του άλλου στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μιαν έστω σαθρή ή κι ανυπόστατη σχέση, μιαν άλλη πραγματικότητα, ικανή να τους απεγκλωβίσει από την ωμή καθημερινότητα της ζωής. Ο ένας τους ξυπνάει στον λήθαργο του άλλου και μοιράζονται την κοινή τους ζωή σ’ ένα παιχνίδι ταυτοτήτων όπου κανείς δεν ξέρει ποιος είναι κάθε στιγμή (ούτε καν ο αφηγητής που επινοεί τα πρόσωπά τους και με τις αλλεπάλληλες παρενθέσεις αναιρεί κάθε υπαρξιακή βεβαιότητα), για να φτάσουν στο τέλος της ιστορίας στην ταύτιση με τη μορφή της γριάς γυναίκας που πεθαίνει και να γίνουν «ένα πλάσμα· άφυλο ή ερμαφρόδιτο· χωρίς ηλικία», γνωρίζοντας πως «δεν θα ήμασταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν κάποιοι να αφηγηθούν την ιστορία μας». Γιατί και ο έρωτας και η ζωή και η ύπαρξη, φαίνεται να λέει η ποιήτρια, δεν είναι παρά μια επινόηση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Ο Μπάροουζ πλησίαζε όλο και πιο κοντά στο να δώσει όνομα στο Απαίσιο Πνεύμα. Είχε ξοδέψει 40 χρόνια ερευνώντας τις διαφορετικές του όψεις και μεταμφιέσεις, αποκαλύπτοντας με τρόπο συστηματικό και εξετάζοντας τα πολλά του ονόματα και τις αμέτρητες μεθόδους που χρησιμοποιούσε. Στο έργο του μονίμως κυριαρχούσε η αναγνώριση των συστημάτων ελέγχου και η επινόηση τρόπων καταστροφής τους. Αγωνιζόταν πάντα για την απόλυτη ελευθερία – ελευθερία από κάθε μορφής έλεγχο και εισβολή ξένων δυνάμεων, όπως θρησκεία, σεξουαλική καταπίεση και περιορισμούς, Αμερικάνικο Τρόπο Ζωής και παραδοσιακές Οικογενειακές Αξίες, προγραμματισμό μέσω της τηλεόρασης, των ΜΜΕ, αλλά και των κρυμμένων μηνυμάτων της ίδιας της γλώσσας· ελευθερία από κάθε μορφής “-ισμό”, εθνικισμό, κομμουνισμό, ή φασισμό. Πρότεινε ένα αληθινό γυμνό γεύμα, όταν πια θα βλέπεις τι είναι αυτό που ολόγυμνο συσπάται στην άκρη του πιρουνιού.”
[Μπάρρυ Μάιλς, Ουίλιαμ Μπάροουζ, El hombre invisible]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Κι αυτό μας φέρνει στο σημείο που / καθένας ερμηνεύει / μ’ άλλον τρόπο / τις ίδιες προσδοκίες, τις απαγορεύσεις, / τις αναξιοπρέπειες, τα λάθη και τ’ αγγίγματα / το χρώμα την αφή τη σκόνη / το σώμα, την ψυχή / και την ορθογραφία / αυτής που συμφωνήσαμε να ονομάζουμε / Ζήτα Ωμέγα Ήτα (ή μήπως Ήττα) / σφίγγοντας τους κανόνες και τα αισθήματα / με πάθος γύρω απ’ τον λαιμό της / για να της εκμαιεύσουμε / μια τελευταία / – κάθε φορά – / κουβέντα, / ένα σχόλιο / που να μας αφορά // αποκλειστικά // ως το ελάχιστο αντίτιμο / για την αδιαφορία / μιας πραγματικότητας // κοινής // (που ενδεχομένως / να έχουμε μονάχα / επινοήσει).”
[Χριστίνα Οικονομίδου, Matthew και Shirley]
Ημερολόγιο Ανάγνωσης 02
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Μου αρέσει όταν έχω τη δυνατότητα (καμιά φορά κι όταν δεν την έχω) να κάθομαι μια-δυο ώρες μόνος σε μια καφετέρια και να διαβάζω το βιβλίο μου, να γράφω ή να κάνω όποια άλλη δουλειά μπορεί να γίνει σε ένα τέτοιο μέρος (καθώς και μερικές που δεν μπορούν να γίνουν). Έτσι και σήμερα: ξεμπέρδεψα νωρίς με τις πρωινές μου υποχρεώσεις κι ύστερα έπιασα τραπέζι πλάι στο παράθυρο κι έμεινα εκεί ως τις τρεις περίπου πίνοντας πρώτα καφέ κι ύστερα μια μπύρα. Είχα μαζί μου την ποιητική συλλογή της Χριστίνας Οικονομίδου «Matthew και Shirley» (εκδόσεις Απόπειρα), που ήθελα να τη διαβάσω σήμερα προσεκτικά κρατώντας κάποιες σημειώσεις για κάθε νόμιμη χρήση. Σπανίως όμως έχω μαζί μου ένα μόνο βιβλίο· έτσι έπιασα πρώτα στα χέρια μου το «Σολάρις» του Στανισλάβ Λεμ που μόλις το είχα αγοράσει και δεν το ακούμπησα κάτω παρά όταν είχα διαβάσει τις πρώτες εξήντα σελίδες του.
Πέμπτη. Αν επρόκειτο κάποιος (δεν βλέπω βέβαια τον λόγο γιατί να το κάνει αυτό κανείς, αλλά έστω) να διαβάσει ένα μόνο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας στη ζωή του, αυτό το βιβλίο θα έπρεπε νομίζω να είναι το «Σολάρις» (εκδόσεις Ποταμός, μετάφραση Γιώργου Τσακνιά). Γιατί στις σελίδες του κυριαρχεί το κεντρικό αυτού του λογοτεχνικού είδους ερώτημα: αν μέσω της επιστημονικής ή όποιας άλλης γνώσης μπορεί ο άνθρωπος να κατανοήσει πραγματικά το σύμπαν που τον περιβάλλει και να αλλάξει έτσι και ο ίδιος ή αν θα μείνει για πάντα κλεισμένος στα στενά όρια της ύπαρξής του και της ατομικής του συνείδησης.
Παρασκευή. Στο βιβλίο του Λεμ οι επιστήμονες που βρίσκονται στον πλανήτη Σολάρις δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από τις αναμνήσεις και από το υποσυνείδητό τους: ο μυστηριώδης πλανήτης έχει τη δυνατότητα να διαβάζει τη σκέψη και να επαναφέρει στη ζωή μορφές του παρελθόντος δίνοντας έτσι στους ανθρώπους μια δεύτερη ευκαιρία να διορθώσουν τα λάθη τους και να ξαναζήσουν όσα έχασαν ή βυθίζοντάς τους σε έναν διαρκώς επανερχόμενο ζωντανεμένο εφιάλτη. Οι προθέσεις του οργανισμού – καλές, κακές ή ουδέτερες – που κατοικεί τον πλανήτη και δημιουργεί το φαινόμενο της επανάληψης δεν γίνονται ως το τέλος κατανοητές από τους ανθρώπους, γεγονός απολύτως σύμφωνο με την αγνωστικιστική σκέψη του Στανισλάβ Λεμ, ο οποίος δημιουργεί εδώ ένα αξεπέραστο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας, που είναι συγχρόνως μια φιλοσοφική πραγματεία για τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, ένα περιπετειώδες αφήγημα γεμάτο εσωτερικές ανατροπές και αγωνία και μια ασυνήθιστη αλλά συγκινητική ερωτική ιστορία.
Σάββατο. Απ’ όλες τις ερωτικές ιστορίες που έχουν καταγράψει οι συγγραφείς των αιώνων εκείνη που περισσότερο αιχμαλωτίζει τον νου και την καρδιά όποιου έχει έστω μια φορά αγαπήσει είναι η τραγωδία «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» που έγραψε ο Σαίξπηρ το 1595 και έχει καταστεί πλέον αρχετυπική, ένα είδος προτύπου δηλαδή μες στην ψυχή κάθε ανθρώπου για το πώς πρέπει να είναι η αληθινή αγάπη. Είναι η ιστορία του κεραυνοβόλου και παράφορου έρωτα δύο νέων από τη Βερόνα που βρίσκει από την πρώτη στιγμή ανυπέρβλητο εμπόδιο το βαθύ μίσος που χωρίζει τις οικογένειές τους με αναπόφευκτη κατάληξη τον τραγικό θάνατο των δύο ερωτευμένων αλλά όχι και της αγάπης τους· «κι αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη», καθώς το διατυπώνει ο Ντύλαν Τόμας σ’ ένα του ποίημα.
Κυριακή. Το «Ρωμαίος κι Ιουλιέττα» είναι ένα έργο που ως ένα σημείο της πλοκής του έχει όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά των κωμικών και ανάλαφρων έργων του Σαίξπηρ, για να μεταβληθεί με μιαν άξαφνη ανατροπή σε μια σκοτεινή ιστορία έρωτα και θανάτου, σε μια ιστορία που αποδεικνύει ότι ο έρως μπορεί στ’ αλήθεια να είναι ακαριαίος και αιώνιος, αρκεί να είναι αδιαπραγμάτευτος και να είναι παράφορος και να έχει ντυθεί τα λόγια ενός μεγάλου ποιητή. Ο ποιητικός λόγος του Σαίξπηρ αποτελεί ωστόσο ένα μόνο από τα στοιχεία της απόλαυσης που προσφέρουν τα έργα του Άγγλου δημιουργού· ένα άλλο βρίσκεται, βέβαια, στην ιστορία που επινοεί και στον τρόπο με τον οποίο τη δραματοποιεί. Δεν είναι όμως πάντα εύκολο να τα αφομοιώσει κανείς και τα δύο ταυτόχρονα: όταν διαβάζουμε το κείμενο κατανοούμε και απολαμβάνουμε τον έντονα μεταφορικό και περιγραφικό σαιξπηρικό λόγο και τη γλωσσική σοφία του ποιητή· όταν πάλι παρακολουθούμε μια παράσταση κερδίζουμε το δραματικό αποτέλεσμα, χάνουμε όμως κάτι από την ποίηση.
Δευτέρα. Παρακολουθώντας προχθές στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» με έκπληξή μου διαπίστωσα πόσο αρμονικά προσφέρονταν και τα δύο στοιχεία – δράση και ποίηση – στον θεατή της παράστασης χωρίς η παρακολούθηση του πρώτου να δυσχεραίνει την κατανόηση του δεύτερου. Η μετάφραση που χρησιμοποιήθηκε στην παράσταση και στην οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλεται το ευτυχές αποτέλεσμα είναι του Διονύση Καψάλη (εκδόσεις Πατάκη, 1996). Θέλησα επί τη ευκαιρία να ξεφυλλίσω τις δύο μεταφράσεις του έργου που (πίστευα ότι) έχω στη βιβλιοθήκη μου. Όμως την προγραμματικά λαϊκή και από καιρό ξεπερασμένη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα (εκδόσεις Επικαιρότητα) την έχω αποθηκεύσει σε κάποιο άγνωστο σημείο του σπιτιού, ίσως και εκτός αυτού. Όσο για τη σύγχρονη, απαλλαγμένη από γλωσσικές αγκυλώσεις και καθ’ όλα ικανοποιητική μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ (εκδόσεις Κέδρος), αυτή βρίσκεται στα χέρια μιας μαθήτριας στην οποία την είχα πέρυσι δανείσει για λίγες μόνο μέρες – όπως γίνεται συνήθως. Έχω ευτυχώς το «Ανθολόγιο» του Σαίξπηρ σε μετάφραση και επιλογή κειμένων επίσης του Μπελιέ και προσωρινά βολεύομαι.
Τρίτη. Ο δανεισμός οποιουδήποτε βιβλίου είναι ένα θέμα που πονάει πολύ κάθε αληθινό βιβλιόφιλο. Σκέφτομαι συχνά τις δύο εκείνες φράσεις που κάθε άνθρωπος θα πρέπει να θυμάται όταν έρχεται αντιμέτωπος με αίτημα δανεισμού κάποιου βιβλίου του: «Ξέρεις γιατί παντρεύτηκα την Κάρολ;», διαβάζουμε στον «Ζούκερμαν δεσμώτη» του Φίλιπ Ροθ. «Της δάνεισα ένα βιβλίο κι ήξερα πως αν δεν την παντρευόμουν δεν θα το έβλεπα ποτέ ξανά». Η δεύτερη φράση ανήκει σ’ έναν αναγνώστη παλαιάς κοπής, του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι: «Μόνο οι ανόητοι δανείζουν βιβλία», παρατήρησε κάποτε συζητώντας μπροστά στα ξέχειλα ράφια της βιβλιοθήκης του, για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Όλα αυτά τα βιβλία ανήκαν κάποτε σε ανόητους». Κλαίω όταν σκέφτομαι τα βιβλία που έχουν βγει ανεπιστρεπτί απ’ το σπίτι μου και χαμογελάω πικρά κοιτάζοντας το μοναδικό βιβλίο που έχω αποκτήσει δι’ αυτής της μεθόδου, το αφήγημα της Κατερίνας Τσιτσεκλή «Η γυναίκα ανάμνηση» με μέσα αντί για σελιδοδείκτη μια κάρτα από κάποιο ξενοδοχείο της Μυκόνου.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Έβγαλα από τη θέση του ένα λεπτό φυλλάδιο του Γκάστρομ, ενός από τους πιο εκκεντρικούς συγγραφείς σε ολόκληρη την περί τον Σολάρις φιλολογία. Το είχα διαβάσει· πήγαζε από τη διάθεση να κατανοηθεί αυτό που είναι πέρα από τα όρια της ανθρωπότητας και στρεφόταν κυρίως ενάντια στον άνθρωπο, ως άτομο και ως είδος. Σε αυτό το βιβλιαράκι των δεκαπέντε σελίδων (το magnum opus του!), ο Γκάσρομ ξεκινάει ν‘ αποδείξει ότι και τα πιο αφηρημένα επιτεύγματα της επιστήμης, οι πιο προχωρημένες θεωρίες και οι θρίαμβοι των μαθηματικών δεν αποτελούν παρά ελάχιστη πρόοδο, ένα δυο μονάχα μικρά βήματα από την άγρια, πρωτόγονη και ανθρωπομορφική αντίληψη του κόσμου γύρω μας. Επεσήμανε αντιστοιχίες που έχουν με το ανθρώπινο σώμα – τις προβολές των αισθήσεών μας, τη φυσική δομή του οργανισμού μας, τα όρια που θέτει η ανθρώπινη φυσιολογία – οι εξισώσεις της θεωρίας της σχετικότητας, του θεωρήματος των μαγνητικών πεδίων και των διάφορων ενοποιημένων θεωριών πεδίου. Το συμπέρασμα του Γκάστρομ ήταν ότι ούτε υπήρξε ούε θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ θέμα «επαφής» μεταξύ της ανθρωπότητας και οποιουδήποτε μη ανθρώπινου οργανισμού.”
[Stanislaw Lem, Σολάρις, μτφ. Γιώργος Τσακνιάς, εκδ. Ποταμός]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Άπλωσε τα πυκνά σου πέπλα,
νύχτα, προστάτισσα του έρωτα, κλείσε τα μάτια των αδιάκριτων,
για να ορμήσει ο Ρωμαίος μου στην αγκαλιά μου
χωρίς κανένας να τον δει και να τον μαρτυρήσει.
Στους εραστές αρκεί το φως της ομορφιάς τους
για να βλέπουν όσο αγαπιούνται· χώρια που ο έρωτας,
τυφλός καθώς τον λένε, προτιμάει το σκοτάδι.
Έλα, νύχτα σεμνή, δέσποινα σεβαστή κατάμαυρα ντυμένη,
και δίδαξέ με πώς θα κερδίσω σ’ ένα παιχνίδι
όπου δυο αμόλυντα κορμιά θα χάσουνε την παρθενιά τους.
Σκέπασε με τον μαύρο μανδύα σου το αίμα μου,
που άντρα δεν έχει γνωρίσει και μου καίει τα μάγουλα,
ωσότου ο άμαθός μου έρωτας να ξεθαρρέψει
και να καταλάβει πως κάθε αληθινή αγάπη είν’ αγνή.”
[Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Ανθολόγιο, μτφ Ερρίκος Μπελιές,
εκδ. Κέδρος]
Ημερολόγιο Ανάγνωσης 01
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Ένας φτωχός και άνεργος νέος άνδρας, με όνειρα για το μέλλον και έγνοια για την άρρωστη μητέρα του, δέχεται να μετατρέψει το σπίτι του σε αποθηκευτικό χώρο για λογαριασμό μιας μυστηριώδους εταιρείας η οποία τον προσλαμβάνει για έναν χρόνο και τον πληρώνει εξαιρετικά γενναιόδωρα, υπό τον όρο να δέχεται όσα βαρύτιμα έπιπλα τού φέρνουν οι μεταφορείς της εταιρείας για φύλαξη. Σταδιακά όμως η κατάσταση γίνεται όλο και πιο αλλόκοτη και εφιαλτική για τον ήρωα της ιστορίας, καθώς είναι αναγκασμένος να παραμένει διαρκώς έγκλειστος στον χώρο του σπιτιού του, ο οποίος μάλιστα όλο και συρρικνώνεται μαζί και με την προσωπική του ελευθερία, ενώ οι οικονομικές του απολαβές αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς.
Πέμπτη. Διαβάζοντας από χθες το μυθιστόρημα του Δημήτρη Σωτάκη «Το θαύμα της αναπνοής», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος, και έχοντας ήδη υπόψη μου κάποιες κριτικές που έχουν δημοσιευτεί για αυτό, έρχονταν στο μυαλό μου όλες οι προφανείς ερμηνείες που μπορεί να δοθούν στην ιστορία που αφηγείται: ότι ο άνθρωπος θάβεται κάτω από τα υλικά αγαθά, ότι η παθητικότητα και η αδυναμία αντίδρασης αλλά και η άκρατη καταναλωτική ροπή της εποχής οδηγούν στη στέρηση της ελευθερίας, ότι το χρήμα και η ευμάρεια δεν οδηγούν στην ευτυχία. Όταν όμως την περασμένη νύχτα βίωσα, κατά κάποιον τρόπο, στον ύπνο μου την κατάσταση που περιγράφει ο συγγραφέας, συνειδητοποίησα πως η αξία του έργου δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην αλληγορική της ή όποια άλλη ερμηνεία, αλλά στον τρόμο και στη δύσπνοια της ανάγνωσης, όπως και στον ρεαλισμό της κλειστοφοβικής πραγματικότητας που πετυχαίνει ο Σωτάκης – όπως εξάλλου και ο Κάφκα στα δικά το εφιαλτικά έργα.
Παρασκευή. Εν μέρει για να εξακριβώσω μια εποχή, εν μέρει και την ώρα να περάσω, αλλά και για ν’ αναπνεύσω λίγο ορεινό οξυγόνο μετά τη δύσπνοια της χθεσινής ανάγνωσης, άνοιξα σήμερα την «Ανάβαση στο όρος Βεντού» του Πετράρχη που κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου από τις εκδόσεις Άγρα. Πρόκειται για μιαν επιστολή που έστειλε ο Πετράρχης σ’ έναν φίλο του μοναχό για να του περιγράψει την ανάβασή του στην κορυφή ενός βουνού στις 26 Απριλίου του έτους 1336 και θεωρείται από τους μελετητές η ιδρυτική πράξη του δυτικού ενδιαφέροντος για το τοπίο αλλά και της οπτικής ευαισθησίας του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος εκείνη ακριβώς την εποχή (της αρχόμενης δηλαδή Αναγέννησης) τολμάει να πάρει για λίγο το βλέμμα του από την ψυχή του και τη μετά θάνατον τύχη της και αρχίζει να αντικρίζει πραγματικά τον εξωτερικό κόσμο.
Σάββατο. Για άλλη μια φορά διαπιστώνω, με αφορμή την ανάγνωση του Πετράρχη, πόση αλήθεια κρύβει ο κοινός τόπος που λέει πως κάθε αναγνώστης βρίσκει στα βιβλία που διαβάζει αυτό ακριβώς που εκείνη τη στιγμή γυρεύει. Γιατί αυτό που εγώ κυρίως διάβασα στην «Ανάβαση» ήταν ένα εξαιρετικά απολαυστικό μικρό κείμενο γεμάτο με οικείες βιβλιοφιλικές αναφορές, απ’ αυτές που κι ο ίδιος απολαμβάνω να καταγράφω. Όπως το διατυπώνει ο Νίκος Δασκαλοθανάσης σε ένα από τα επίμετρα της έκδοσης, «αυτή η επιστολή όχι μόνο εγκλείει όλη τη δυτική φιλολογική παράδοση αλλά αποτελεί και ένα, λαβυρινθώδες, υπόδειγμα διακειμενικότητας. Η αφήγηση της ανάβασης στο Mont Ventoux από τον “βιβλιοφάγο” Πετράρχη χτίζεται κυριολεκτικά πάνω σε βιβλία».
Κυριακή. Μόλις ξέπνοος έφτασε ο Πετράρχης στην κορυφή του βουνού άνοιξε στην τύχη μια σελίδα των «Εξομολογήσεων» του Αυγουστίνου και βάλθηκε να διαβάζει δυνατά. Εγώ σήμερα κάθομαι με την κόρη μου μπροστά στο αναμμένο τζάκι και της διαβάζω δυνατά τις «Περιπέτειες του Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι από τις εκδόσεις Ερευνητές – τη ζωή ενός παιδιού που γυρεύει να μάθει ποιος πραγματικά είναι και δεν δέχεται αμαχητί να ενταχθεί στα καλούπια της κοινωνίας: «Κεφάλαιο 9. Ο Πινόκιο πουλάει το αλφαβητάριό του για να πάει να δει κουκλοθέατρο».
Δευτέρα. Η μέρα σήμερα, όση δηλαδή περισσεύει από τις πιεστικές βιοτικές μέριμνες, είναι αφιερωμένη στην ανάγνωση των ποιημάτων του Πετράρχη, που τα διαβάζω από την πλούσια σε συνοδευτικό υλικό δίγλωσση έκδοση «Εικοσιπέντε σονέτα και δύο τραγούδια», σε μετάφραση (όχι απολύτως ικανοποιητική δυστυχώς) της Κατερίνας Γλυκοφρύδη, εκδόσεις Γκοβόστη: «Λίγους συντρόφους θα έχεις σ’ αυτές τις στράτες, / μα σε παρακαλώ πνεύμα ευγενικό εσύ, τέλος / μη δώσεις στην υπέροχή σου αυτή την πορεία».
Τρίτη. Η ποίηση του Πετράρχη είναι, κατά βάσιν, ερωτική. Το ίδιο θα έλεγα, ως έναν βαθμό, και για την ποίηση της Κατερίνας Βασιλειάδου, την πρώτη συλλογή της οποίας, «Ένταλμα σύλληψης» από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, διαβάζω σήμερα. Εκεί όμως που ο Ιταλός ποιητής της Αναγέννησης υψώνει τον έρωτα προς τα ουράνια και συνενώνει το ερωτικό με το θρησκευτικό πάθος, η σύγχρονη ποιήτρια παρουσιάζει τη συντριβή του έρωτα στη ζοφερή καθημερινότητα. Στα ποιήματά της κάθε αίσθημα και εκδήλωση αγάπης μοιάζει καταδικασμένη να βουλιάξει στην τυραννία του τετριμμένου: «Πώς να περισσέψει χώρος / για μια τρυφερή κουβέντα / αφού το δωμάτιο γέμισε / από απλήρωτους λογαριασμούς;». Εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη και, ταυτόχρονα, η αδυναμία της ποίησης αυτής – στην τόλμη της να ταυτίζει τη λύπη από τον χωρισμό και την απουσία του αγαπημένου με τα λίπη που μια πλαδαρή ύπαρξη συσσωρεύει στο σώμα. Κάποιες φορές η ισορροπία ανάμεσα στα δύο συστατικά, το καθημερινό της ζωής από τη μία και το διαφορετικό του έρωτα από την άλλη, επιτυγχάνεται· κάποιες άλλες όχι.