Archive for the ‘Συνεντεύξεις’ Category
συνέντευξη 08: Andrew Nicoll
Andrew Nicoll
συνέντευξη στη Στέλλα Πεκιαρίδη
Ο Andrew Nicoll κατέφυγε στη συγγραφή για να ξεπεράσει την κρίση των 40 του χρόνων. Το αποτέλεσμα ήταν το Βραβείο του Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στη Σκοτία για το 2009 και η μετάφραση του πρώτου του μυθιστορήματος σε 13 γλώσσες. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου του «Ο Καλός Δήμαρχος» είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του, μεταξύ άλλων, τι είναι τελικά αυτό που έκανε την ιστορία του ξεχωριστή.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο του Andrew Nicoll “Ο Καλός Δήμαρχος”:
“Γυρίζει για να βγάλει ένα σάντουιτς από το καλαθάκι της, κάθε της άρθρωση κινείται, η μέση και ο ώμος και ο αγκώνας και ο καρπός και τα δάχτυλα, κάθε καμπύλη και γραμμή και γωνιά της, ως την τελευταία άκρη του δαχτύλου της που τώρα, για μια στιγμή μόνο, αγγίζει το καπάκι του καλαθιού και το σπρώχνει κι αυτό αρχίζει να γέρνει. Και αυτή είναι η στιγμή που διαρκεί αιώνια. Αυτή είναι η στιγμή που ο Καλός Τάιμπο Κρόβιτς ίπταται έξω από το χρόνο, τόσο ψηλά πάνω από τους χτύπους του ρολογιού, όσο ψηλά βρίσκεται πάνω από την πλατεία. Γιατί το καλαθάκι με το φαγητό της κυρίας Στόπακ αρχίζει και κινείται. Πέφτει από το χείλος του σιντριβανιού. Γλιστράει μέσα στο νερό τόσο αργά, σαν το σιρόπι το χειμώνα, και ο Τάιμπο αρχίζει να τρέχει. Περνάει την πορτούλα δίπλα στον ιστό της σημαίας, πηδάει από την κορυφή των τεσσάρων ξύλινων σκαλοπατιών μέσα στο μικρό, άσπρο δωμάτιο με τους κουβάδες και τις σκάλες και τα ξεσκονόπανα και τους σωρούς από γκρεμισμένους σοβάδες, παλεύει με την κλειδαριά και τελικά βγαίνει στην πίσω σκάλα του Δημαρχείου, καθώς η πόρτα κλείνει με δύναμη ξοπίσω του, έπειτα τσακίζεται και τρέχει και κατεβαίνει σαν πέτρα τρεις ορόφους, αυτόν με το Τμήμα Αδειοδοτήσεων για Καταστήματα Αναψυχής, με το Γενικό Γραμματέα και το Μηχανικό του Δήμου και με το Τμήμα Πολεοδομίας, φτάνει στο μωσαϊκό έξω από το γραφείο του, περνάει τη γυάλινη πόρτα και, προτού εκείνη προλάβει να παλινδρομήσει στο μεντεσέ της, διασχίζει το χοντρό μπλε χαλί και ξανακατεβαίνει, κατεβαίνει τα πράσινα μαρμάρινα σκαλοπάτια που βγάζουν στην κεντρική είσοδο και στην Πλατεία Δημαρχείου όπου ακριβώς, πλάι στο σιντριβάνι, η κυρία Στόπακ στρέφεται αγανακτισμένη για να ψαρέψει το μουσκεμένο της δοχείο μέσα από το νερό.“
***
Ύστερα από ένα μικρό διάστημα που εργάστηκε ως ξυλοκόπος, ο Andrew Nicoll αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αρθρογραφία. Οι μικρές του ιστορίες έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Ο Andrew Nicoll ζει στη Σκοτία. Είναι 46 ετών, παντρεμένος και πατέρας 3 παιδιών.
***
Αληθεύει πως γράψατε το βιβλίο στο τρένο καθώς πηγαίνατε στη δουλειά;
Ναι. Δεν είχα πρόθεση να γράψω βιβλίο. Δεν παύω να πιστεύω πως το γράψιμο είναι μια μορφή προσιτής ψυχοθεραπείας. Ξεκίνησα στα 40 μου γράφοντας κάποια διηγήματα, κάποια από τα οποία εκδόθηκαν. Μια νύχτα είδα στο όνειρό μου το δημαρχείο της πόλης μου και μόλις σηκώθηκα έγραψα περίπου 6 σελίδες με αφορμή αυτό. Κάθε μέρα που ταξίδευα με το τρένο η ιστορία μου έπαιρνε σταδιακά μορφή.
Ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρα παραμυθιού που το διακρίνει. Το είχατε εξ αρχής κατά νου αυτό το αποτέλεσμα;
Στο όνειρό μου ήξερα ήδη ότι θα υπάρξει αυτή η μεταμόρφωση, με ένα μεταφυσικό τρόπο. Η μεταμόρφωση που συντελείται στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν μέρος του ονείρου. Όταν ξεκινάς να πεις μια ιστορία, πρέπει να το κάνεις αυτό. Αυτή είναι η γοητεία της αφήγησης. Δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Το λέτε εξάλλου και στο βιβλίο πως το θέμα δεν είναι τι συμβαίνει στη ιστορία αλλά η ίδια η ιστορία, το ταξίδι σε αυτήν.
Ακριβώς. Έχω ένα φίλο στρατιωτικό στον οποίο διάβαζα την ιστορία καθώς ήμασταν στο αυτοκίνητο. Και μου είπε ακριβώς αυτό: «Έχεις σελίδες ολόκληρες στις οποίες δεν συμβαίνει τίποτα, κι όμως αγωνιώ για το τι θα ακολουθήσει στην επόμενη σελίδα». Το θέμα είναι να πεις την ιστορία, δεν είναι τα γεγονότα, αλλά το τι συμβαίνει σε αυτούς τους ανθρώπους εσωτερικά, πώς εξελίσσονται τα συναισθήματά τους.
Το σύμπαν του βιβλίου είναι εύληπτο γιατί κάθε σελίδα είναι γεμάτη εικόνες. Ο αναγνώστης βουτάει σε αυτό αμέσως. Θεωρείτε ότι η επαγγελματική σας εμπειρία έχει ενδυναμώσει την παρατηρητικότητα και την περιγραφική σας τεχνική;
Ζω κοντά στη θάλασσα και η παρατήρηση της φύσης και του τοπίου είναι κάτι φυσιολογικό για μένα. Η δημοσιογραφία, βέβαια, σε εκπαιδεύει ώστε να βλέπεις τα πράγματα γύρω σου. Από την άλλη πλευρά, το να γράφει κανείς σε εφημερίδες είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία από το να γράφει ένα βιβλίο. Πρέπει να κόβει διαρκώς υλικό και να γίνεται όσο το δυνατόν πιο σύντομος. Είναι ακριβώς η αντίστροφη διαδικασία από τη συγγραφή.
Στο βιβλίο εκφράζετε την ιδέα πως είναι δυνατό κάποιος να εκτιμά την ομορφιά χωρίς απαραίτητα να την κατανοεί. Ποιος είναι ο ρόλος της ομορφιάς στις μέρες μας;
Η ομορφιά σήμερα έχει συνδεθεί με τη σεξουαλική διαθεσιμότητα. Βλέπεις μικρά κορίτσια να φοράνε μπλουζάκια με τη στάμπα «Pornstar», για παράδειγμα, και απορείς πώς είναι δυνατό μια μητέρα να ενθαρρύνει το παιδί της να ντυθεί έτσι. Παράλληλα υπάρχει μια ομοιομορφοποίηση των προτύπων της ιδανικής ομορφιάς. Στο βιβλίο, όμως, υπάρχουν χαρακτήρες όπως η αγία Βαλπουρνία που είναι εξαιρετικά άσχημη εξωτερικά, αλλά έχει απίστευτο χιούμορ ή η Μάμα Τσέζαρε που δεν συνειδητοποιεί ότι είναι εξίσου όμορφη με την καλλονή φίλη των νεανικών της χρόνων.
Όσον αφορά την έννοια του «καλού». Γιατί ο Τάιμπο, ένας από τους πρωταγωνιστές αποδέχεται τα συγχαρητήρια του κόσμου για το γεγονός ότι είναι καλός δήμαρχος, αλλά έρχεται σε δύσκολη θέση όταν τον αποκαλούν καλό άνθρωπο;
Είναι αρκετά επίκαιρο το θέμα. Ακούω ότι στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη συζήτηση για θέματα διαφθοράς και αναξιοπιστίας των πολιτικών. Το πρόβλημα του Τάιμπο ήταν η εικόνα που θα δείξει κι έτσι κορόιδευε και τον ίδιο του τον εαυτό. Όλοι ήξεραν τι συνέβαινε, μόνο ο ίδιος δεν το παραδεχόταν. Η καλοσύνη είναι κάτι που εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει. Είναι ένα ιδανικό που προσπαθώ να μεταδώσω και στους γιους μου εξηγώντας τους ότι το σημαντικό είναι να βοηθάνε τον άλλο, όχι να το παίζουν ψευτοπαλληκαράδες. Η δύναμη του καθενός κρύβεται στη γενναιοψυχία, και όχι στον εκφοβισμό.
Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές που φανερώνουν την εξοικείωσή σας με την αρχαία ελληνική παράδοση, όπως ονόματα ηρώων, η περιγραφή της Καρυάτιδας, το όνειρο της πρωταγωνίστριας να βρει έναν άντρα που θα της διαβάζει Όμηρο και πολλά άλλα. Ποια είναι ακριβώς η επαφή σας με τον ελληνικό πολιτισμό;
Σήμερα το πρωί ξύπνησα πολύ νωρίς και περπάτησα ως το λόφο της Ακρόπολης. Ένιωσα δέος. Είπα «εδώ ξεκίνησαν όλα». Έχω διαβάσει αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τα ομηρικά έπη, Ηρόδοτο. Θεωρώ ότι είστε πολύ τυχεροί άνθρωποι, θα ‘πρεπε να νιώθετε περήφανοι. Όταν ήταν πολύ μικρός ο ένας μου γιος καθώς τον πήγαινα στο σχολείο του έλεγα ιστορίες από την Οδύσσεια. Ήταν τόσο προσηλωμένος και γοητευμένος που επέμενε πάντα να ολοκληρώσω την ιστορία και είχε ένα σωρό απορίες για τους ήρωες.
Παρότι το βιβλίο αφηγείται μια ιστορία αγάπης, μπορεί να διαβαστεί και από αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στο είδος. Εκτός από το βασικό στόρι περιγράφεται παράλληλα μια κοινωνική ζωή στην Ντοτ, σε μια πόλη όπου «τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται». Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ένα μείγμα μαγικού ρεαλισμού, σουρεαλισμού και ωμού ρεαλισμού. Ήταν στις προθέσεις σας αυτό;
Αν δουλεύεις σε μια εφημερίδα, βλέπεις πολλά πράγματα. Μαθαίνεις ιστορίες ανθρώπων. Η μορφή αυτή, ωστόσο, ήταν και ένας από τους λόγους που δεν κατάφερνα να εκδώσω το βιβλίο για δύο χρόνια. Δεν ήξερα πώς ακριβώς να το περιγράψω. Κάποιοι το εκλάμβαναν ως ιστορία αγάπης και διαβάζοντάς το διαπίστωναν προς μεγάλη τους έκπληξη ότι δεν ήταν ένα κλασικό ρομάντζο. Ήταν πολύ δύσκολο να τους δώσω να καταλάβουν ότι είναι ένα βιβλίο για τη ζωή. Ένιωθα σαν ηλίθιος υποψήφιος σε εκπομπή ριάλιτι που προσπαθούσε να πείσει τους κριτές ότι είναι ο Μάικλ Τζάκσον. Τελικά, με τη βοήθεια από την ατζέντη μου, δέκα ημέρες πριν από τη διορία που είχα θέσει στον εαυτό μου, έλαβα τη θετική απάντηση από τον εκδοτικό.
Είχατε προτάσεις για οπτικοποίηση του βιβλίου στον κινηματογράφο ή το θέατρο;
Ξέρετε, υπάρχει ένα βασικό εμπόδιο σε αυτό. Δυσκολεύει τον αναγνώστη το θέμα της μεταμόρφωσης της ηρωίδας. Άλλοι πιστεύουν ότι γίνεται πράγματι σκύλος, άλλοι το εκλαμβάνουν μεταφορικά. Εγώ προσωπικά δεν θεωρώ πως γίνεται σκύλος. Ωστόσο, ένα βιβλίο ολοκληρώνεται πάντα από τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας του αφήνει περιθώρια να συμπληρώσει τα κενά μόνος του. Από την άλλη πλευρά, σε ένα κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο ο δημιουργός πρέπει να διαλέξει εκδοχή, να αποφασίσει ο ίδιος για το θεατή. Δεν υπάρχει μέση λύση. Αν παρακαμφθεί αυτό το πρόβλημα και μου γίνει πρόταση, μετά χαράς θα δεχθώ. Θα μπορούσα μάλιστα να προτείνω και τον Τομ Χανκς για το ρόλο του κεντρικού ήρωα!
Έχοντας κερδίσει το Βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, ποια σχεδιάζετε να είναι τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Έχω τελειώσει το δεύτερο βιβλίο μου, το οποίο θα εκδοθεί τα Χριστούγεννα και έχω στα σκαριά το τρίτο. Μάλλον θα ταξιδεύω ακόμη συχνότερα με το τρένο από εδώ και στο εξής.
συνέντευξη 07: Paul Kearney
Paul Kearney, συνέντευξη στην Ευθ. Δεσποτάκη
O Paul Kearney έχει περγαμηνές και σταθερή (αν όχι ζηλευτή) πορεία στη σύγχρονη σκηνή του φανταστικού. Οι ιστορίες του δεν είναι μόνο καλό φανταστικό, αλλά ειναι και καλή λογοτεχνία και η ανάγνωση των βιβλίων του στο πρωτότυπο μπορεί να είναι μια πολύ επικοδομιτική ασχολία. Οι λογοτεχνικές του ικανότητες είναι φανερές και στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Paul Kearney “The Ten Thousand”:
“By the sea, Rictus had been born, and now it was by the sea that he would die.
He had thrown away his shield and sat on a tussock of yellow marram grass, with the cold grey sand between his toes and a blinding white lace of foam from the incoming tide blazing bright as snow in his eyes.
If he lifted his head there was real snow to be seen also, on the shoulders of Mount Panjaeos to the west. Eternal snow, in whose drifts the god Gaenion had his forge, and had hammered out the hearts of stars.
As good a place as any to make an end.
He felt the blood ooze from his side, a slow promise, a sneer. It made him smile. I know that, he thought. I know these things. The point has been made. A spearhead from Gan Burian has made it.
He still had his sword, such as it was, a cheap, soft-iron bargain he ‘d picked up more out of a sense of decorum than anything else. Like all men, he knew his real weapon was the spear.”
“Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δεν διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ.”
Κατ’ αρχήν, πείτε μας λίγα πράγματα για το «Ten Thousand» που θα θέλατε εμείς να γνωρίζουμε, πριν το διαβάσουμε.
Είναι η ιστορία ενός στρατού, ενός σώματος ανδρών που τους ενώνει ο πόλεμος. Οι στρατιώτες αυτοί, εξαιτίας των περιστάσεων τις οποίες αντιμετωπίζουν, πρέπει να αποφασίσουν τι άνδρες θέλουν να είναι. Είναι αρκετά ωμή ιστορία, βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα της Ανάβασης, αλλά με κάποιες δικές μου ανατροπές. Και είναι τοποθετημένη σε έναν εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο.
Ως Ελληνίδα με κέντρισε ιδιαίτερα η ιδέα της ανάγνωσης ενός φανταστικού σκηνικού που μοιάζει αρχαιοελληνικό. Ως συγγραφέα, τι σας έκανε να δημιουργήσετε έναν τέτοιο κόσμο; Τι σας τράβηξε ώστε να γράψετε το φανταστικό είδωλο της Ανάβασης;
Πιστεύω πως είναι μια από τις καλύτερες ιστορίες του κόσμου. Η στιγμή που οι Έλληνες βλέπουν από μακριά τη θάλασσα και φωνάζουν το «Θάλαττα! Θάλαττα!» είναι από τις πιο εντυπωσιακές τόσο της λογοτεχνίας όσο και της Ιστορίας. Πάντοτε με γοήτευε η Αρχαία Ιστορία, όχι μόνο ο κόσμος των Ελλήνων αλλά και εκείνος των Αχαιμενιδών Περσών. Ήταν κάτι που κάποιες φορές μοιάζει πολύ κοντινό σε μας, από τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος του έχει νοστιμίσει τον πολιτισμό που έχουμε σήμερα κι όμως ταυτόχρονα ένα άλλο μέρος του είναι εξωτικά ανοίκειο. Σκέφτηκα ότι αυτή η εξωτικότητα μπορούσε να τονιστεί και να διακριθεί, να χρησιμοποιηθεί ως η κινητήριος δύναμη της ιστορίας. Έτσι, τη στιγμή που ο λαός των Macht στον κόσμο του «Ten Thousand» είναι διακριτά ανθρώπινος, οι υπόλοιπες φυλές του βιβλίου ανήκουν στην πραγματικότητα σε άλλο είδος. Ήταν ένας τρόπος να αναπαράγω την απομόνωση των Αχαιμενιδών, όπως επίσης και να τονίσω τις διαφορές που είχαν αυτές οι δύο κουλτούρες.
Κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο η φήμη ότι θα έχουμε δύο νέα βιβλία μετά το «Ten Thousand»: το «Corvus» και το «Kings of Morning». Θα μπορούσατε να μας κάνετε να τα περιμένουμε με ανυπομονησία, λέγοντας μας λίγα λόγια γι’ αυτά;
Αυτή την εποχή γράφω το «Corvus». Δε θα ήθελα να αποκαλύψω πολλά, αλλά αρκεί να σας πω ότι τα επόμενα δύο βιβλία θα είναι επίσης εμπνευσμένα από επεισόδια της Ελληνικής και Περσικής Ιστορίας. Σκοπεύω να ερευνήσω τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και την καριέρα του Αλέξανδρου. Ο Rictus, ο πρωταγωνιστής του «Ten Thousand», θα βρίσκεται και στα δύο επόμενα βιβλία, αν και θα εμφανίζεται μεγαλύτερος στην ηλικία και πιο ώριμος ως άνθρωπος.
Οι προσωπικές σας εμπειρίες ως μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών) πόσο σας βοηθούν όταν γράφετε;
Πιστεύω ότι δε θα μπορούσα να είχα γράψει τα βιβλία που έχω γράψει, χωρίς αυτές τις εμπειρίες. Φορούσα στολή για περίπου εννέα χρόνια κι αυτό μου έδωσε μια ιδέα σχετικά με το πώς δουλεύουν οι στρατιώτες και πώς λειτουργούν τα μεγάλα σώματα ανδρών. Κι επιπλέον η πεζοπορία στα βουνά με βοήθησε να οπτικοποιήσω τη σκληρή καταπόνηση από το παρατεταμένο ταξίδι διαμέσου της υπαίθρου, μέσα σε ένα άγριο τοπίο -τον στυλοβάτη μεγάλου μέρους της λογοτεχνίας του φανταστικού, πρέπει να τονίσω.
Συνήθως τα φανταστικά μοτίβα έχουν μια ψευδο-μεσαιωνική απόχρωση. Αυτό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, με όλο και περισσότερους συγγραφείς να δοκιμάζουν διαφορετικές εποχές για την κοσμοπλασία τους, όπως η βικτωριανή σειρά Gentelmen Bastards του Scott Lynch ή η ναπολεόντεια σειρά Temeraire της Naomi Novik. Φαίνεται πως σας αρέσει αυτό το νέο “κύμα”, λαμβάνοντας υπόψη το Macht (ψευδο-αρχαιοελληνικό) και το Monarchies of God (ψευδο-Αναγεννησιακό) σκηνικό. Ποια ήταν η αιτία που σας οδήγησε σε αυτήν την επιλογή;
Οι Macht ήταν μια ιδέα που κυοφορείτο στο μυαλό μου για πολύ καιρό, από τότε που διάβασα τις νουβέλες της Mary Renault. Αλλά το «Monarchies of God» είναι πολύ παλιότερο. Το «Hawkwood’s Voyage» (σ.τ.Μ.: το πρώτο βιβλίο της σειράς) εκδόθηκε πριν από δεκατρία χρόνια, οπότε αν υπάρχει νέα «κύμα», τότε εγώ το ξεκίνησα! Σοβαρά τώρα, αγαπούσα πάντοτε την ιστορία της Αναγέννησης το ίδιο με την Αρχαία. Έχεις ατσάλι και μπαρούτι να συνυπάρχουν, τις απαρχές της πραγματικής επιστήμης, μια αμφισβήτηση της θρησκείας και μαζικούς πολέμους μεταξύ δύσης και ανατολής, δύο διαφορετικές πίστεις, δύο διαφορετικά συστήματα αξιών. Είναι πολύ πιο δυναμικό από το στάνταρ μεσαιωνικό μοτίβο της πλειοψηφίας της φανταστικής λογοτεχνίας.
Η υψηλή ποιότητα της γραφής σας εξαίρεται σε όλες τις κριτικές που έχουν γίνει στο έργο σας κι αυτό μπορώ να πω ότι αποτελεί και προσωπική μου εμπειρία. Το βρίσκετε εύκολο να ανταποκρίνεστε στην απαίτηση των αναγνωστών σας για υψηλής ποιότητας γραφή;
Στ’ αλήθεια δε μπορώ να πω πώς γράφω. Απλά προσπαθώ να πω μια ιστορία και μου βγαίνει όπως μου βγαίνει. Πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα μπορούσα να γράψω με άλλον τρόπο. Ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει τη γραφή μου είναι ο χρόνος. Αν με πιέζει κάποια προθεσμία, πρέπει να προσέξω και να μην πιέσω την ιστορία να τελειώσει. Κάποιες φορές, είμαι τόσο βυθισμένος στην κατασκευή μιας παραγράφου, που ο ρυθμός του κεφαλαίου μπορεί να υποφέρει. Ίσως να είναι ένα σημάδι των ετών που περνούν από πάνω μου!
Λέγεται ότι οι συγγραφείς είναι σαν τους θεούς: δημιουργούν και καταστρέφουν. Αλλά κάθε τόσο ξεχωρίζει ένας χαρακτήρας, όπως ο Corfe Cear-Inaf στο «Monarchies of God», που, με δικά σας λόγια, “καταλαμβάνει τα βιβλία πιάνοντάς με εξαπίνης”. Πώς αισθάνεστε όταν ένας χαρακτήρας είναι τόσο ζωντανός ώστε ακόμη και ο ίδιος του ο δημιουργός δεν μπορεί να τον ελέγξει;
Είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να νιώσει ένας συγγραφέας -το πιστεύω πραγματικά αυτό. Γιατί όταν συμβαίνει, είναι σχεδόν σα να μη γράφεις εσύ την ιστορία – είναι σα να είσαι ο «αγωγός» των γεγονότων. Δε συμβαίνει συχνά, αλλά όταν συμβαίνει, μετατρέπει τη συγγραφή στην καλύτερη δουλειά του κόσμου.
Υπάρχει κάτι που πραγματικά να σας αρέσει ή πραγματικά να μη σας αρέσει στη διεθνή φανταστική σκηνή, όπως αυτή παρουσιάζεται στις μέρες μας;
Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρέπει να παραδεχτώ ότι δε διαβάζω βιβλία φαντασίας, ποτέ. Ρίχνω μια ματιά σε κάποιο, από καιρού εις καιρόν, και περιστασιακά κάποιος φίλος με καταπιέζει να διαβάσω ένα, αλλά το βρίσκω εξαιρετικά δύσκολο να διαβάσω το είδος με πραγματική ευχαρίστηση -συνεχώς συγκρίνω αυτό που διαβάζω με αυτά που γράφω εγώ. Έχοντας αυτό υπόψην, πιστεύω πραγματικά ότι τα σκουπίδια της λογοτεχνίας του φανταστικού που εκδίδονται αντιστοιχούν σε μεγαλύτερο ποσοστό του συνόλου της απ’ όσο θα έπρεπε.
Ποια βιβλία πιστεύετε ότι πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει ένας πρωτάρης αναγνώστης του φανταστικού;
Τα κλασσικά -Τόλκιν, Στέφεν Ντόναλντσον, Τζούλιαν Μέι, Τζακ Βανς, Τζον Κρόουλυ. Αυτοί ήταν πραγματικοί αριστοτέχνες, οι ήρωες κι οι ηρωίδες της νεότητάς μου, που με έκαναν να ξεκινήσω να διαβάζω. Είναι πραγματικοί συγγραφείς, που ξέρουν πώς να πουν μια ιστορία με όμορφο, γοργό ρυθμό, και που ταυτόχρονα έχουν τις αφηγηματικές ικανότητες να την κάνουν να ξεχωρίσει.
Και, τέλος, ποιες είναι οι ευχές σας για το 2010;
Να τελειώσω το «Corvus» στην ώρα του!
Ο Paul Kearney γεννήθηκε στο Ballymena της Βόρειας Ιρλανδίας, το 1967 και σπούδασε στο Lincoln College της Οξφόρδης. Είναι μέλος της Mountaineering Society (Ορειβατική Εταιρία) και των Officer Training Corps (Σώμα Εκπαίδευσης Αξιωματικών). Έχει ζήσει στην Κοπεγχάγη, το Νιού Τζέρσεϊ και το Καιμπριτζσάιρ, αλλά προς το παρόν το σπίτι του βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τη θάλασσα στο County Down, με τη σύζυγό του, δύο σκυλιά, μια φθαρμένη βάρκα, και πάρα πολλά βιβλία. Bιβλίoγραφία: The Way to Babylon (1992), A Different Kingdom (1993), Riding the Unicorn (1994), η πενταλογία The Monarchies of God (Hawkwood’s Voyage-1995, The Heretic Kings-1996, The Iron Wars-1999, The Second Empire-2000, Ships From the West-2002), η διλογία The Sea Beggars (The Mark of Ran-2004, This Forsaken Earth-2002), The Ten Thousand (2008, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας των Macht).
Ακολουθεί η κριτική της Ευθυμίας για το τελευταίο βιβλίο του Paul Kearney.
Paul Kearney
The Ten Thousand
Solaris (UK), 2008
Μ’ αρέσουν τα βιβλία που μπορώ να τα καταλάβω άνετα. Κι όταν λέω καταλάβω εννοώ σε όλα τα επίπεδα της λέξης, από την συνειδητή εγκεφαλική κατανόηση έως το υποσυνείδητο ψυχανέμισμα του ενστίκτου. Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται το ότι τελικά, ο Λόγος είναι εκείνο που μας εκφράζει, που μας κρατάει σε συνοχή με εκείνο που εκφράζει τους άλλους.
Τι συμβαίνει λοιπόν με κάποια βιβλία, που, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένα σε ξένη γλώσσα -σε ξένο Λόγο-, εγώ τα καταλαβαίνω άνετα; Τι παραπάνω έχουν αυτά; Τι παραπάνω έχει από ένα ιστορικό μυθιστόρημα Έλληνα συγγραφέα η φάνταζυ νουβέλα «The Ten Thousand», του Ιρλανδού Paul Kearney;
Μη με κοιτάτε λοξά, δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι ούσα γνωστή αρνητίς της στρατιωτικής λογοτεχνίας, το άτιμο το βιβλίο αυτό με κέρδισε. Κι όχι απλώς με κέρδισε, το κατάλαβα κιόλας.
Μυστήριο. Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα να διαβάσει military fantasy (δηλαδή φανταστική λογοτεχνία που έχει για κύριο θέμα την στρατιωτική πλευρά μιας ιστορίας) και μάλιστα κάτι που μοιάζει με την Κάθοδο των Μυρίων σε εξ ολοκλήρου φανταστικό κόσμο, σε γλώσσα ξένη από τη δική της κι όμως να της αρέσει; Το σκέφτηκα πολύ και βρήκα μερικούς υπόπτους για το έγκλημα. Ας πούμε, το ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικά αληθοφανές και καταπληκτικό στις περιγραφές των μαχών και των συνήθειων των στρατιωτών, σε σημείο να σε παρασύρει. Ή η σύλληψη της θεάς των μισθοφόρων, που λέγεται Antimone κι είναι η θεότητα που κλαίει τους νεκρούς στα πεδία των μαχών. Ή η χρήση ελληνικών αυτούσιων λέξεων όπως ο ωθισμός (othismos) ή η αιχμή (aichme) μέσα στο αγγλικό κείμενο.
Αλλά τελικά δεν πρέπει να είναι μόνο αυτά. Πρέπει να είναι κι η ίδια η απατηλή ελληνικότητα του κειμένου, των ανθρώπων που περιγράφονται, των καταστάσεων τις οποίες υποσυνείδητα αναγνωρίζω ως οικίες. Πρέπει να είναι το άρωμα κι όχι μόνο ο Λόγος που με κάνει να το καταλαβαίνω αυτό το βιβλίο, να το Καταλαβαίνω σε όλα του τα επίπεδα. Ακόμη και σε ‘κείνα στα οποία δεν αρκεί το ένστικτό μου για να τα συλλάβω.
συνέντευξη 06 – Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι
Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι
συνέντευξη στη Μ. Γεωργοπούλου
Ένας από τους κορυφαίους λογοτέχνες του ιστορικού μυθιστορήματος και της περιπέτειας, ο Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι, απαντάει στις ερωτήσεις μας και μιλάει για το λογοτεχνικό είδος στο οποίο έχει διακριθεί. Με ένα βιβλίο του να έχει ήδη μεταφερθεί στον κινηματογράφο αναλύει την άποψή του για τη μετάβαση από το χαρτί στη μεγάλη οθόνη. Μια συνέντευξη ενός συγγραφέα που μας ταξιδεύει σε περασμένους καιρούς κάνοντάς τους σύγχρονους.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο του Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι “Οι τελευταίες ημέρες του Καίσαρα”:
“… Ο Καίσαρας περπάτησε μέχρι το ναό, ακολουθώντας τις σκέψεις του, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Μπήκε στο άδειο και σιωπηλό κτίριο από μια δευτερεύουσα πόρτα και πήγε να καθίσει σ’ έναν πάγκο στον περιμετρικό τοίχο, αριστερά από το άγαλμα της θεάς. Δεν πέρασε πολλή ώρα και στο φως που έμπαινε από την είσοδο διέκρινε μια γυναικεία μορφή με καλυμμένο πρόσωπο. Η γυναίκα προχώρησε με σταθερό βήμα μέχρι το είδωλο της Άρτεμης: ένα ωραίο άγαλμα από ελληνικό μάρμαρο, που απεικόνιζε τη θεά με κοντό χιτώνα, τόξο και φαρέτρα. Η γυναίκα έβαλε εκεί όπου καίγονταν τα αρώματα λίγους κόκκους θυμιάματος.
Ο Καίσαρας βγήκε από τη σκιά και στάθηκε πίσω από μια κολόνα. «Σερβιλία…».
Η γυναίκα ξεσκέπασε το κεφάλι της. Ήταν ακόμα γοητευτική, αν και είχε περάσει τα πενήντα. Οι γοφοί της τονίζονταν κάτω από την ψηλή ζώνη και το ανοιχτό στο λαιμό ρούχο της άφηνε να διακρίνεται ένα στήθος δυνατό και στητό. Μόνο το πρόσωπό της αποκάλυπτε τα σημάδια από της έντονες εμπειρίες που είχε ζήσει. «Ποιος άλλος;» απάντησε εκείνη. «Είχα καιρό να σε δω… Πολύ καιρό. Ήθελα να σε συναντήσω…”
***
Ο Βαλέριο Μάσιμο Μανφρέντι γεννήθηκε το 1943 και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια. Έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια της Ιταλίας και του εξωτερικού, όπως το Ιcole Pratique des Hautes Ιtudes της Σορβόνης, και είναι καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Luigi Bocconi στο Μιλάνο. Έχει διευθύνει επιστημονικές αποστολές, εξερευνήσεις και ανασκαφές σε πολλά μέρη του κόσμου. Από το 1980 μέχρι σήμερα, έχει δημοσιεύσει άρθρα και δοκίμια εμπνευσμένα από την αρχαία Ελλάδα, καθώς επίσης και 13 μυθιστορήματα. Η μεγάλη του αγάπη για την αρχαιότητα τον ώθησε στη συγγραφή και ιστορικών μυθιστορημάτων. Ανάμεσά τους το “Alexander” έχει δημοσιευθεί σε 36 γλώσσες σε 55 χώρες και το “The Last Legion” μεταφέρθηκε από το Χόλιγουντ στη μεγάλη οθόνη.
***
Ο τρόπος που γράφετε είναι ιδιαίτερος με γρήγορη αφήγηση και γεμάτος με κινηματογραφικές εικόνες.
Ας πούμε ότι ο τρόπος που γράφω είναι πολύ οπτικός και κινηματογραφικός, το οποίο δε σημαίνει απαραίτητα «σινεμά». Αυτό έρχεται από το στιλ γραψίματός μου. Δουλεύω τις νυχτερινές ώρες στο σκοτάδι, με τη μουσική μου στα ακουστικά μου, ενός είδους σάουντρακ της ιστορίας μου. Γι’ αυτόν το λόγο οι περιγραφές μου είναι τόσο ζωντανές, επειδή πραγματικά βλέπω αυτό που περιγράφω. Το γρήγορο βήμα, επίσης, έρχεται και από αυτού του είδους την ατμόσφαιρα.
Αυτό το συγκεκριμένο στιλ βοηθά περισσότερο τον συγγραφέα ή τους αναγνώστες;
Κανέναν από τους δύο. Δε γράφεις για να βοηθήσεις οποιονδήποτε. Γράφεις για να επικοινωνήσεις αισθήματα, για να δημιουργήσεις για εσένα και τους αναγνώστες σου μια διαφορετική και παράλληλη ζωή, την οποία η προσωπική μας μοίρα μας έχει αρνηθεί. Φυσικά, για να επικοινωνήσεις τα αισθήματα, πρέπει να τα έχεις αισθανθεί πρώτα ο ίδιος.
Έχετε γράψει για πολλά ιστορικά πρόσωπα. Ποιο από αυτά είναι το αγαπημένο σας και ποιο είναι το ιστορικό πρόσωπο για το οποίο θέλετε οπωσδήποτε να γράψετε ένα βιβλίο στο μέλλον;
Τα άτομα ή οι χαρακτήρες δεν είναι ουσιώδη. Βρήκα τον Αλέξανδρο και τον Διονύσιο των Συρακουσών ιδιαίτερα ενδιαφέροντες εξαιτίας των εξαίρετων προσωπικοτήτων. Αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι να έχεις μια σπουδαία ιστορία να πεις. Μπορείς να έχεις έναν σπουδαίο χαρακτήρα και να γράψεις μια πολύ βαρετή ιστορία. Μπορεί να έχεις έναν μικρό ή άγνωστο χαρακτήρα και να γράψεις μια φανταστική ιστορία. Το να είσαι συγγραφέας, περισσότερο από όλα, σημαίνει, να δωρίζεις άλλες φανταστικές και εναλλακτικές ζωές στον αναγνώστη.
Ένα από τα βιβλία σας έγινε ταινία. Τι πιστεύετε γι’ αυτό; Το βιβλίο ή η ταινία κερδίζει σε αυτή την περίπτωση;
Μια ταινία είναι εντελώς διαφορετικό είδος έκφρασης από ένα βιβλίο. Η «Τελευταία Λεγεώνα» ήταν ένα βιβλίο 475 σελίδων και έπρεπε να το πιέσεις μέσα σε 95-100 σελίδες σεναρίου: Φυσικά πρέπει να θυσιάσεις πολλά πράγματα. Σε αυτή την περίπτωση, έπρεπε να κοπεί μια ολόκληρη ώρα γυρίσματος γιατί ένας από τους διανομείς αποφάσισε ότι ήθελε το μοντάζ να είναι σα βιντεοπαιχνίδι. Φοβάμαι ότι αυτό έκανε ζημιά στην ποιότητα της ιστορίας.
Με τα βιβλία σας έχετε την πρόθεση να κάνετε την ιστορία περισσότερο προσιτή στον κόσμο;
Όχι. Η ιστορία είναι μια αυστηρή, σκληρή πειθαρχία και δεν υπάρχουν παρακάμψεις σε αυτή. Το να λες ιστορίες είναι εντελώς διαφορετικό από το να γράφεις ιστορία. Η διήγηση ιστοριών γεμίζει το κενό μεταξύ του μυαλού μας και της ζωής μας, με την έννοια ότι το μυαλό μας είναι πολύ μεγαλύτερο από τη ζωή μας. Έτσι, χρειαζόμαστε περισσότερη ζωή και περισσότερες ζωές που να είναι φτιαγμένες από τη φαντασία. Εικονικές πραγματικότητες με άλλες λέξεις.
Το να γράφεις ιστορία είναι μια τίμια και, κάπως, τιτάνια επιχείρηση, η οποία τείνει να δημιουργήσει και να μεταβιβάσει μια κοινή μνήμη για την ανθρωπότητα, μια προσπάθεια να ξαναδημιουργηθεί μια πιθανή «αλήθεια», γνωρίζοντας καλά ότι είναι αδύνατο. Στο τέλος η ιστορία είναι μια άποψη, αλλά δυνατή. Η μεγαλύτερη διαφορά μεταξύ του να λες ιστορίες και του να γράφεις ιστορία είναι ότι ο ιστορικός έχει το βάρος της απόδειξης.
Η ιστορία είναι βασική γιατί είναι μνήμη και η μνήμη είναι ταυτότητα. Κανένας δε μπορεί να ζήσει χωρίς μνήμη. Κανένας δε μπορεί να ζήσει χωρίς ταυτότητα.
Το να λες ιστορίες είναι επίσης βασικό γιατί χρειαζόμαστε επίσης συναισθήματα και γι’ αυτό πρέπει να ονειρευόμαστε. Μέρα και νύχτα.
Για ποιο λόγο πιστεύετε ότι τα ιστορικά μυθιστορήματα είναι δημοφιλή;
Όλα τα μυθιστορήματα είναι ιστορικά γιατί δημιουργούνται σε ένα ιστορικό περιβάλλον. Όταν έχεις τελειώσει να γράφεις μια σύγχρονη ιστορία είναι ήδη ιστορική. Ας πούμε ότι στους ανθρώπους αρέσει η διήγηση ιστοριών. Αν η ιστορία είναι τοποθετημένη σε μια απομακρυσμένη περιοχή κερδίζει, επίσης, τη γοητεία μια μακρινής εποχής και μιας μακρινής χώρας. Έχουμε ανάγκη να ονειρευόμαστε, έχουμε ανάγκη το μυστήριο, έχουμε ανάγκη το σκοτάδι γιατί μόνο στο σκοτάδι μπορείς αληθινά να ονειρευτείς. Θυμηθείτε την αρχή της εντεκάτης ραψωδίας της Οδύσσειας. Είναι ένα από τα καλύτερα κομμάτια της λογοτεχνίας όλων των εποχών. Ενέπνευσε τις δημιουργίες του Βιργιλίου και του Δάντη και είναι μία από τις πιο σκοτεινές.
Ποιο είναι το αγαπημένο σας βιβλίο; Είναι κάποιο ιστορικό μυθιστόρημα;
Ναι. Και λέγεται «Οδύσσεια». Και αποδίδεται σε έναν τυφλό ποιητή που ονομάζεται Όμηρος.
Έχετε διαβάσει άλλους Έλληνες συγγραφείς;
Ναι. Κυρίως ποιητές. Καβάφη και Καζαντζάκη, για παράδειγμα. Τους λατρεύω.
συνέντευξη 05- Γιάννης Καλπούζος
Γιάννης Καλπούζος
συνέντευξη στον Νίκο Αραπάκη
“Στην ποίηση καίγομαι κυριολεκτικά από το ιερό πυρ και τη θεία μανία και γράφω σε κατάσταση ενσυνείδητης παραίσθησης”
Το ιστορικό μυθιστόρημα “Ιμαρέτ” (στη σκιά του ρολογιού), του Γιάννη Καλπούζου, ήταν αυτό που κέρδισε για φέτος το βραβείο αναγνωστών του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Ο συγγραφέας δέχτηκε να μας μιλήσει για τη βράβευσή του και όχι μόνο. Μια ενδιαφέρουσα κουβέντα γύρω από το βιβλίο, τους κριτικούς λογοτεχνίας, τους εκδότες και άλλα πολλά.
***
Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Από το 1982 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το 2000 από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα εκδόθηκε η ποιητική συλλογή «Το νερό των ονείρων» και το μυθιστόρημα του «Μεθυσμένος δρόμος». Το 2007 εκδόθηκε το ποιητικό έργο «Έρωτας νυν και αεί», με το οποίο ήταν υποψήφιος στη «μικρή λίστα» για το κρατικό βραβείο ποίησης. Στα μέσα Νοεμβρίου 2008 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο το ιστορικό μυθιστόρημά του με τίτλο «Ιμαρέτ» και υπότιτλο «Στη σκιά του ρολογιού». Ακόμη, από το 1995 έχει υπογράψει τους στίχους 65 τραγουδιών που ερμήνευσαν μεταξύ άλλων η Γλυκερία, ο Ορφέας Περίδης, η Ελένη Πέτα και ο Κώστας Μακεδόνας.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου “Ιμαρέτ”:
“Μετά το πρώτο μουσικό κομμάτι εμφανίστηκαν δύο τραγουδίστριες. Εκ περιτροπής ή μαζί τραγουδούσαν πότε με τρομώδεις λαρυγγισμούς, πότε με γλυκιά βραχνάδα ή ερωτικούς στεναγμούς και πότε μονότονους ήχους ομοιόχρωμους, με μικρές διακυμάνσεις και ελαφρές παραλλαγές στους τόνους, μεταξύ παράπονου, βόμβου, γογγυσμού και νανουρίσματος, πάντα αισθησιακά και με ηδύτητα, χαμηλώνοντας ή υψώνοντας την ένταση της φωνής τους.
Τριγύρω σιγή. Οι θαμώνες έμοιαζαν υπνωτισμένοι. Να βυθίζονται στη ρέμβη του ήχου, του ποτού και του χασίς. Με μια θλίψη και ταυτόχρονα μακαριότητα στα πρόσωπά τους. Μελαγχολικοί, ράθυμοι, να τους συνεπαίρνει γλυκιά νάρκη και ηδυπαθής ανατριχίλα να διατρέχει τα κορμιά ενόσω οι μελωδικές φωνές και τα όργανα που τις συνόδευαν ανακάλυπταν μύχιους πόνους και ντέρτια στις ψυχές τους. Μόνος ανέκφραστος ο πελώριος Αιγύπτιος, ο Μααρούφ, ο οποίος καθόταν κοντά στην πόρτα και παρατηρούσε κάθε κίνηση στην αίθουσα, έτοιμος να επέμβει αν χρειαστεί.
Σε λίγο εμφανίστηκε η μελαψή καλλονή που μάγεψε τον Νετζίπ στο ιμαρέτ. Φορούσε βράκα με πολύχρωμα σχέδια, χρυσοκέντητο κοντό πουκάμισο που άφηνε ακάλυπτη την κοιλιά της, κόκκινες περικνημίδες και μυτερά πέδιλα ολοκέντητα. Το σώμα της θαρρείς και δεν είχε κόκαλα. Λύγιζε, έτρεμε όπως οι ιτιές στον Άραχθο όταν φυσούσε, πρόβαλλε το στήθος, περιέπλεκε τις κνήμες, αναπηδούσε ελαφρά και κουνούσε τα χέρια της, ίδια φίδια σε ερωτικές περιπτύξεις, χτυπώντας ταυτόχρονα στο ρυθμό της μουσικής τα ζίλια…”
Πριν μιλήσουμε για τη βράβευση και το βιβλίο σας, θα ήθελα να μου πείτε δυο λόγια για το θεσμό του βραβείου αναγνωστών. Υπάρχουν αρκετοί που επικρίνουν την όλη διαδικασία, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι μπαίνουν στο ίδιο τσουβάλι λογοτεχνία και παραλογοτεχνία. Συμφωνείτε με αυτή την άποψη;
Δεν νομίζω ότι ανήκει στην κατηγορία της παραλογοτεχνίας κανένα από τα βιβλία που βραβεύτηκαν μέχρι σήμερα. Πέραν αυτού, από τη φετινή χρονιά, συμμετέχουν στην τελική αξιολόγηση κατά 50% τα μέλη των λεσχών ανάγνωσης, που με το υψηλό ποιοτικό κριτήριο τους προστατεύουν τη λογοτεχνία. Σε κάθε περίπτωση, το βραβείο αναγνωστών του Ε.ΚΕ.ΒΙ., αποτελεί σημαντικό θεσμό γιατί δίνει τη δυνατότητα να εκφράσει τη γνώμη της η ευρύτατη “κριτική επιτροπή” των αναγνωστών. Ό,τι, δηλαδή, γίνεται από χρόνια σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης.
Η βράβευση ήταν κάτι που περιμένατε ή προέκυψε εντελώς απροσδόκητα; Αλλάζει κάτι για σας με αυτό το βραβείο;
Το Ιμαρέτ είχε μια πολύ καλή πορεία, ξεπερνώντας σε πωλήσεις τα 15.000 αντίτυπα, όμως προτίμησα να αναμένω το αποτέλεσμα χωρίς να κάνω υποθέσεις. Όσο για το βραβείο, το εισπράττω ως αντίδωρο από τους αναγνώστες που επικοινωνήσαμε μέσα από τις σελίδες του. Σε ό,τι με αφορά ως άτομο, τίποτε δεν αλλάζει. Σίγουρα όμως θα βοηθήσει να συνεχίσει το Ιμαρέτ το δρόμο του και να το ανακαλύψουν πολλοί περισσότεροι αναγνώστες.
Τι σας οδήγησε να ασχοληθείτε με το ιστορικό μυθιστόρημα; Σε σχέση με ότι έχετε γράψει μέχρι τώρα, θα το χαρακτηρίζατε ευκολότερο ή δυσκολότερο σαν είδος;
Το αρχικό κίνητρο προήλθε από την ιστορία ενός προγόνου μου, τον οποίον αιχμαλώτισαν οι Τούρκοι κατά την έξοδο του Μεσολογγίου και τον έφεραν σκλάβο στην Άρτα, όπου εξαγόρασαν την ελευθερία του οι καλόγεροι ενός μοναστηριού. Χωρίς να έχω καταλήξει αν θα χειρισθώ μυθοπλαστικά το γεγονός αυτό, ερευνούσα την τοπική ιστορία. Διαπιστώνοντας ότι το πολυφυλετικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον της Άρτας και οι συνθήκες που επικρατούσαν στην καθημερινή ζωή μού επέτρεπαν να γράψω για όλα όσα με ενδιέφεραν και μπορούσαν να στείλουν μηνύματα στη σύγχρονη εποχή, προχώρησα στη συγγραφή του Ιμαρέτ.
Η μελέτη και η συγκέντρωση στοιχείων και στη συνέχεια η μάχη να δαμάσει ο συγγραφέας το τεράστιο υλικό που συγκεντρώνει και να το εντάξει λειτουργικά στο κείμενο του, καθιστά πολύ πιο δύσκολο το εγχείρημα συγγραφής ενός ιστορικού μυθιστορήματος. Όμως η τέχνη του λόγου, το πλάσιμο των χαρακτήρων, η δομή και η εξέλιξη του μύθου, ανεξάρτητα εάν στίβος τους είναι το ιστορικό μυθιστόρημα ή μυθοπλασίες σε τρέχοντα χρόνο, έχουν τις ίδιες δυσκολίες.
Το ότι ασχοληθήκατε με την Άρτα, υποθέτω, αφορά στην καταγωγή σας. Η συγκεκριμένη χρονική περίοδος πως προέκυψε; Υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος που ασχοληθήκατε με την Άρτα του δέκατου ένατου αιώνα και όχι με κάποια άλλη περίοδο;
Η συγκινησιακή σχέση με τον γενέθλιο τόπο μου, όντως με οδήγησε να τοποθετήσω τη μυθιστορία του Ιμαρέτ στη Άρτα. Αυτή η χρονική περίοδος είναι αφενός άγνωστη ως προς τον τομέα της καθημερινής ζωής στις οθωμανοκρατούμενες περιοχές, αφετέρου, και το πιο σημαντικό, στην Οθωμανική αυτοκρατορία είχαν γίνει πολλές μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της ισονομίας των πολιτών και την παροχή ελευθεριών στους μη μουσουλμάνους. Ξεκίνησαν δειλά από το 1830 και ουσιαστικά με τα σουλτανικά φιρμάνια Τανζιμάτ του 1839 και Χατιχουμαγιούν του 1856. Γι’ αυτό ανθίζει τα ίδια χρόνια ο ελληνισμός στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη, στις Κυδωνιές (Αϊβαλί) και αλλού. Επιπλέον η θρησκευτική και πολιτιστική συνείδηση που μέχρι τότε ένωνε ή διαχώριζε τους λαούς μετατρέπεται σταδιακά σε εθνική. Πρόκειται εν ολίγοις για το μεταίχμιο ή το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας άλλης.
Στο βιβλίο σας εμπεριέχονται πάρα πολλά ιστορικά στοιχεία. Ήταν επίπονη η άντλησή τους; Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να ολοκληρώσετε το μυθιστόρημα;
Πραγματοποίησα έρευνα διάρκειας τριών ετών. Μελέτησα κείμενα ιστορικά, θρησκευτικά, λαογραφικά, Ελλήνων και ξένων περιηγητών, καθώς και βιβλία που αναφέρονται στο αγροτικό ζήτημα, στις βυζαντινές και κλασικές αρχαιότητες και την αρχιτεκτονική της εποχής. Ακόμη εφημερίδες και περιοδικά όπου κατέγραφαν τις μνήμες τους όσοι έζησαν τότε ή οι απόγονοί τους μέσα από διηγήσεις και η έρευνα μου επεκτάθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στα αρχεία των σχολείων και των υποπροξενείων που λειτουργούσαν στην Άρτα, σε φωτογραφίες και γκραβούρες, σε λαογραφικά και ενδυματολογικά μουσεία. Τέλος, μίλησα με ηλικιωμένους Αρτινούς που έζησαν στις αρχές του 1900, όταν ακόμα δεν είχε αλλάξει σημαντικά η πόλη και διατηρούσαν πολλά έθιμα, συνήθειες και παραδόσεις από την εποχή της οθωμανοκρατίας. Όσο για την καθ’ αυτού διαδικασία της γραφής χρειάστηκα ένα χρόνο, επί πολλές ώρες καθημερινά, τα δε Σαββατοκύριακα έως και 16 ώρες συνεχόμενες. Συνολικά, δηλαδή, τέσσερα χρόνια.
Η συνύπαρξη Ελλήνων, Τούρκων και εβραίων, των τριών εθνοτήτων που κατοικούσαν την Άρτα τη συγκεκριμένη εποχή, παρουσιάζεται ως αρμονική. Σήμερα πολλοί φοβούνται ότι, με την αθρόα είσοδο μεταναστών, κινδυνεύει η κοινωνική συνοχή και η εδαφική ακεραιότητα της χώρας. Συμφωνείτε;
Υπήρχαν και εντάσεις και διαφορές και φανατισμοί και ανταγωνισμοί όπως περιγράφονται στο μυθιστόρημα. Επίσης έγιναν τρεις επαναστάσεις την περίοδο αυτή και τότε οι κώδικες της συνύπαρξης ανατρέπονταν. Όμως η γενική εικόνα σε ήρεμους καιρούς, χαρακτηριζόταν από αρμονικές σχέσεις μεταξύ των απλών ανθρώπων. Είναι αποκαλυπτικό άλλωστε αυτό που γράφει ο Παγανέλης και υπάρχει ως προμετωπίδα στο βιβλίο περί στενοτάτων κοινωνικών σχέσεων μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών. Ανάλογες εμπειρίες έχουν διηγηθεί και πολλοί εκτοπισμένοι Μικρασιάτες, Πόντιοι και Κύπριοι, παρότι βίωσαν την γενικότερη αλλά και την προσωπική τους τραγωδία και τη συναισθηματική τους συντριβή.
Σε ό,τι αφορά τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα δεν συμμερίζομαι τους φόβους περί κινδύνων της εδαφικής ακεραιότητας της πατρίδας μας. Ούτε εκείνους περί διαταραχής της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο θεωρώ ότι η χώρα μας δεν μπορεί να φιλοξενήσει απεριόριστο αριθμό μεταναστών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αγγίξαμε ήδη τα όρια μας. Σε κάθε περίπτωση το σημαντικό είναι να αντιμετωπίζονται με ανθρωπιά, ισότιμα, να απολαμβάνουν τα ίδια εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα και να πάψουν να υπάρχουν τα φαινόμενα της εξαθλίωσης και της περιθωριοποίησης.
Το βιβλίο σας είναι πολυπρόσωπο, θα θέλατε να μου ξεχωρίσετε κάποιον ή κάποιους ήρωες και να μου το αιτιολογήσετε;
Όπως και η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών, ξεχωρίζω τον θυμόσοφο παππού Ισμαήλ. Γιατί, κάθε κουβέντα του αποτελεί απόσταγμα σοφίας και στέκεται πέρα από τα πάθη και τις μισαλλοδοξίες. Γιατί, αντιμετωπίζει τα ανθρώπινα πάθη σκωπτικά και με την κατανόηση που μόνο η σοφία προσδίδει. Γιατί είναι βαθύτατα ανθρωπιστής. Κι ακόμη, γιατί ξέρει καλά, σύμφωνα και με την τούρκικη παροιμία που χρησιμοποιεί, πως: «κάθε μάνας γέννα πεσκέσι του θανάτου». Δηλαδή, πως όλη η ύπαρξή μας είναι ένα στιγμιαίο πέρασμα μέσα στον αδηφάγο χρόνο. Μια διαπίστωση που τον οδηγεί και στην καταδίκη της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Μεταξύ των ανθρώπων του βιβλίου γίνεται, συχνά πυκνά, μεγάλη κουβέντα για τους κριτικούς και τις κριτικές. Ποια ή άποψή σας; Επηρεάζει, εν τέλει, τις πωλήσεις ενός βιβλίου η αντιμετώπιση από τα μέσα;
Επηρεάζει στο κτίσιμο της εικόνας του πνευματικού όγκου των δημιουργών και λιγότερο ή ελάχιστα – ανάλογα με τον συγγραφέα – στις πωλήσεις. Όμως το πρώτο είναι πολύ σημαντικό. Γιατί με άλλη προσέγγιση και λογοτεχνική βαρύτητα διαβάζει η συντριπτική πλειοψηφία των αναγνωστών το βιβλίο που φέρει την υπογραφή ενός φημισμένου και προβεβλημένου συγγραφέα και με άλλη εκείνον που δεν έχει τύχει της προσοχής των κριτικών. Ακόμα κι αν ο δεύτερος έχει γράψει ένα πολύ καλό βιβλίο, χάνει πολλές από τις αξίες που θα έβλεπαν οι αναγνώστες, εάν το ίδιο βιβλίο έφερε την υπογραφή του πρώτου. Για να γίνει πιο κατανοητό τι εννοώ, αντιγράψετε ορισμένους στίχους ενός από τους πιο φημισμένους Έλληνες ποιητές και ενός καλού αλλά άσημου ποιητή, μεταθέστε το όνομα τού ενός στα ποιήματα του άλλου, δείξτε το σε έναν αριθμό αναγνωστών και ζητήστε τους να επιλέξουν τα καλύτερα. Θα εκπλαγείτε από τις απαντήσεις.
Ποια η άποψή σας για τη σύγχρονη Ελληνική παραγωγή βιβλίου; Συμμερίζεστε την άποψη ότι οι εκδότες εστιάζουν στο κέρδος και όχι στην ποιότητα;
Όλοι οι εκδότες ή οι περισσότεροι τουλάχιστον θα ήθελαν να έχουν στα χέρια τους ένα λογοτεχνικό αριστούργημα και θα το εξέδιδαν ανεξάρτητα της εμπορικής του επιτυχίας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία περί αυτού. Βέβαια κάθε εκδοτικός οίκος ενδιαφέρεται για τα έσοδα του. Είναι αναγκαίο κακό αυτό. Χωρίς έσοδα δε θα υπάρχει βιβλιοπαραγωγή. Εξάλλου, πολλές φορές τα ευπώλητα βιβλία χρηματοδοτούν την έκδοση άλλων, καλών μεν, αντιεμπορικών δε, βιβλίων. Ωστόσο υπάρχουν και οι περιπτώσεις που αναφέρετε.
Έχετε τρεις ιδιότητες: στιχουργός, ποιητής, πεζογράφος. Αν σας έβαζα να διαλέξετε μια, ποια θα διαλέγατε και γιατί;
Η ποίηση και ο πεζός λόγος μονοπωλούν εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον μου. Και το ένα και το άλλο απαιτεί αφιέρωση, γι’ αυτό και ποτέ δεν ασχολούμαι ταυτόχρονα με τα δύο είδη γραφής. Δεν είναι εύκολο να επιλέξω. Θα μιλήσω όμως για τις στιγμές της δημιουργίας, όπου τα πράγματα είναι ξεκάθαρα και προκρίνω εκείνες της ποίησης. Στο μυθιστόρημα, κι αφού προηγηθεί η έρευνα στην περίπτωση που απαιτείται, προέχει η φαντασία και η λογική, ενώ το συναίσθημα γεννιέται ανάλογα με την εξέλιξη της μυθιστορίας. Στην ποίηση προηγείται το συναίσθημα και έπεται -σχεδόν ταυτόχρονα- η λογική, τακτοποιώντας σε κατανοητή σφαίρα τα γεννήματα της ενόρασης. Στην ποίηση καίγομαι κυριολεκτικά από το ιερό πυρ και τη θεία μανία και γράφω σε κατάσταση ενσυνείδητης παραίσθησης. Πρόκειται για μοναδικές στιγμές!
Εξ όσων γνωρίζω, ετοιμάζετε καινούργιο βιβλίο. Θέλετε να μας πείτε δυο κουβέντες και πότε να το περιμένουμε;
Καταγίνομαι από τον Μάιο ξανά με το ιστορικό μυθιστόρημα. Ανυπομονώ κι εγώ να δω που θα με οδηγήσουν οι ήρωες μου. Όμως μέχρι να νοιώσω ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα, δεν υπάρχει ούτε για μένα αυτό το κείμενο.
συνέντευξη 04
Στεφανία Γρηγορίου
συνέντευξη στη Μαρία Γεωργοπούλου
“Το να γράφω σημαίνει για μένα ότι συνεχίζω να ελπίζω.”
Η Στεφανία Γρηγορίου, μόλις 24 χρόνων, μας μιλά για το βιβλίο της και για την ίδια. Ελεύθερες δραστηριότητές της είναι η αρθρογραφία σε τοπικά περιοδικά, η ραδιοφωνική παραγωγή και ο αθλητισμός. Στόχος της η αέναη προσπάθεια για προσφορά, δημιουργία, ποιότητα, και εν τέλει ο σφαιρικός άνθρωπος, η άρτια επιστήμονας.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Στεφανίας Γρηγορίου “Μάθε με να σ’ αγαπώ”:
“…ο χρόνος περνούσε μπρος στα μάτια του. Τι θα της έλεγε αν δεν έμπαινε στη νομική; Πώς θα της απολογούνταν; Αν και στον ίδιο καμία αίσθηση δεν έκανε ούτε η νομική ούτε η ιδέα του πανεπιστημίου. Άλλα όνειρα είχε, αλλιώς φανταζόταν τη ζωή του μετά τα δεκαοκτώ. Ήθελε να παίξει στο θέατρο, όσο ήταν δυνατόν πιο γρήγορα, να αποδείξει το ταλέντο του και την ορμή, που ξεπόρτιζε από τα σπιρτόζικα μάτια του και με την οποία ερμήνευε τους ρόλους κάθε βράδυ κρυφά στο δωμάτιό του, αθόρυβα μα τόσο ζωντανά. Αντίφαση, αλλά οι αντιφάσεις είναι αυτές που δίνουν μια άλλη νότα, το διαφορετικό, το ξεχωριστό, γιατί το ιδιαίτερο συνήθως κρύβει και κάτι ωραίο.
- …αλλά δυστυχώς καταντήσαμε να το αποφεύγουμε, διότι για τη μάζα το ξεχωριστό είναι άγνωστο και το άγνωστο φοβίζει. Άμυνα αλλά σιγουριά, συμβιβασμοί και συνέχεια, μια συνέχεια ίδια, πάντα ίδια. Κάτι τέτοια έλεγε ο Άγγελος και έβαζε σε σκέψεις τη μάνα του. Παρ’ όλ’ αυτά παρέμενε προσηλωμένος στον στόχο του.
-Λίγο χρόνο έχω ακόμη, συνέχιζε, αφού περάσω θα κάνω τα πάντα. Μ’ ακούς; έλεγε στην κοπέλα του αλλά κι εκείνη κουνούσε το κεφάλι ειρωνικά, δεν τον πίστευε.
-Διάβασμα, διάβασμα, του έλεγε επιτακτικά η μητέρα του, και μετά… ”
Η Στεφανία Γρηγορίου γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1985. Σπούδασε κλινική ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκανε μεταπτυχιακές της σπουδές στην αθλητική ψυχολογία στο πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έχει εργαστεί εθελοντικά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Σταυρούπολης και της Λέρου και τώρα ζει και εργάζεται στα Τρίκαλα ως κλινική ψυχολόγος στη ΔΕ.ΚΟ.ΜΕ.Τ. Είναι μέλος της μη-κυβερνητικής, ανθρωπιστικής & διεθνούς οργάνωσης «Γιατροί του Κόσμου», τακτικό μέλος της Ε.Α.Ψ., του Πανελληνίου Συλλόγου Ψυχολόγων και υπήρξε μέλος της «Βουλής των Εφήβων» (2001). Το 2009 κέρδισε το Α’ βραβείο λογοτεχνικού διηγήματος «Αντώνης Σαμαράκης».
Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σου με τη συγγραφή;
Ξεκινά πολύ νωρίς, από το γυμνάσιο ακόμη, όπου ένιωθα πως μπορούσα να εκφράζω αυτό που αισθάνομαι συγκεκριμένες στιγμές. Είμαι αιρετική στον τρόπο που σκέφτομαι. Ένα άτομο, όμως κατά τα άλλα, πολύ πιεσμένο αγχωτικό και ήθελα αυτό που ένιωθα να ξέρω ότι μπορούν να το νιώσουν και άλλοι, άνθρωποι που με ενδιέφεραν. Ήθελα να ξέρουν πως αισθάνομαι και επειδή ο προφορικός λόγος, με άγχωνε, και τελικά δεν κατάφερνα να τους πω αυτό που ήθελα, έβρισκα τα λόγια να καταγράφω τα συναισθήματά μου και κυρίως να εκφράζομαι και να με ενσυναισθάνονται, πράγμα φοβερά δύσκολο σήμερα. Αργότερα στο λύκειο προέκυψε η βουλή των εφήβων, μέσω μίας γραπτής εργασίας, όπου επελέγην ανάμεσα σε χιλιάδες παιδιά, να εκπροσωπήσω τον νομό Τρικάλων. Όσο ήμουν στο πανεπιστήμιο, ακολούθησα έναν διαφορετικό τρόπο φοίτησης, πολύ διαφορετικό από τον καθιερωμένο, δούλευα εθελοντικά σε ψυχιατρικά νοσοκομεία (Σταυρούπολη, Λέρο) και κάπου εκεί, στο 3ο έτος σπουδών μου στη ψυχολογία, λέω γιατί δε γράφω κάτι, μία ιστορία, με ήρωες καθημερινούς ανθρώπους, όπως εμάς, που βιώνουν ένα πολύ μικρό όνειρο ο καθένας, και το παλεύουν μη ξέροντας που θα τους φτάσει.
Πώς αποφάσισες σε τόσο νεαρή ηλικία να γράψεις ένα βιβλίο που πραγματεύεται την επιθυμία για την εκπλήρωση των ονείρων μέσα από διάφορες δυσκολίες;
Η επιθυμία μου είναι να γράφω για συναισθήματα, που και άλλοι μπορούν να τα καταλάβουν , να συναισθανθούν, να δουν μέσα τους, τις πιο κρυφές τους επιθυμίες, να λογαριαστούν με τον εαυτό τους, αν αξίζει να παλέψουν γι’ αυτά. Τι είναι αυτό που τα κάνει όνειρα και τι είναι αυτό που δεν έχουμε εμείς για να μπορέσουμε να τα πραγματοποιήσουμε. Η διαφορά ανάμεσα στο να πιστεύουμε στα όνειρα, από το να πιστεύουμε σε όνειρα θερινής νυκτός. Γιατί δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας, να μην είναι τέλειοι και κυρίως το ανούσιο των ονείρων μας, ακόμη και αν καταφέρουμε να τα πραγματοποιήσουμε αν δεν έχουμε ανθρώπους δίπλα μας, να μας αντέχουν και να μας αγαπούν παρ’ ότι είμαστε αυτοί που είμαστε.
Οι χαρακτήρες του βιβλίου σου είναι άνθρωποι απλοί, τους οποίους χαρακτηρίζει κυρίως η απώλεια είτε ενός προσώπου (πατέρα ή συζύγου) είτε κατανόησης. Παρόλα αυτά συνεχίζουν να προσπαθούν. Είναι μια κατάσταση που βλέπεις συχνά στη σημερινή εποχή;
Το να γράφω σημαίνει για μένα ότι συνεχίζω να ελπίζω. Νιώθω ότι σήμερα η πλειονότητα παλεύει με τη βλακεία του, προκειμένου να ξορκίσει την απελπισία που νιώθει. Δε θέλω να παραδίνομαι, δε θέλω να μην ελπίζω και απλά να ζω. Ξέρετε υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να ζεις απλά και να ζεις όπως το εκλαμβάνω εγώ. Ζωή σημαίνει για μένα, όπως έχει αναφέρει ο Buscaglia, να πηγαίνεις πέρα από τον εαυτό σου, προς τα αστέρια. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι πάσχουμε από απελπισμένη μοναξιά (και είναι πολύ δύσκολο να αντέχεις ανθρώπους δίπλα σου από απελπισμένη μοναξιά) και η ηλικία δεν σου κλείνει τα μάτια σ’ αυτό. Είτε 15 είσαι είτε 45 η μοναξιά υπάρχει και μηδενίζει τη συμπεριφορά μας, αρκεί να μπορούμε να την αναγνωρίσουμε και να προσπαθούμε να κάνουμε κάτι γι αυτό. Είναι γενικά δύσκολο να αποδεχτεί κανείς πως αν δεν εξυπηρετείς μία κατάσταση δεν επαρκείς, δεν υπάρχεις.
Είχες δυσκολία στην αποδοχή σου ως συγγραφέα λόγω ηλικίας ή στην εποχή μας δεν υπάρχει η καχυποψία του παρελθόντος;
Ακόμη ομολογώ είναι πολύ νωρίς, για να εκλάβω την καχυποψία σε τέτοιο βαθμό που εννοείτε. Σαφώς υπάρχει μία προκατάληψη ότι δεν μπορώ να πιστέψω ότι εσύ σε τέτοια ηλικία έχεις γράψει βιβλίο, ότι μπορείς να σκέφτεσαι κάπως διαφορετικά και έχεις το θάρρος να το εκδώσεις. Επειδή όμως συνέβαινε λόγω του διαφορετικού τρόπου σκέψης μου να δέχομαι κριτική, έτσι και τώρα είμαι έτοιμη να δεχτώ οποιαδήποτε κριτική γίνει, έτοιμη να πάρω από τον καθένα ότι θα με πάει ένα βήμα εμπρός. Και επιθυμώ να είμαι έτσι για να υπενθυμίζω στον εαυτό μου, ότι πρέπει να αποδεχτεί τη μη τελειότητά του, από ατρόμητη μαθαίνω να γίνομαι πιο ανθρώπινη.
Ποιες είναι οι λογοτεχνικές σου προτιμήσεις;
Κοιτάξτε να δείτε, έχω διαβάσει πολύ στη ζωή μου και νομίζω ότι οι λογοτεχνικές μου προτιμήσεις δεν εστιάζονται μόνο σε ένα πλαίσιο. Έχω διαβάσει από Ρίτσο μέχρι Baudelaire και καταραμένους ποιητές. Μου αρέσει ο Foucault και ο Buscaglia, αλλά και θεατρικοί συγγραφείς όπως ο Μπρεχτ και ο Νίκι Σίλβερ. Κυρίως η λογοτεχνία που μπορεί να «πιάσει» τον αναγνώστη και με τρόπο που μπορεί να τον αντέξει, να του δίνει πικρές αλήθειες. Πρέπει ο αναγνώστης να δεχτεί κυρώσεις για να αντιληφθεί την πραγματικότητα και τη λειτουργικότητα των ανθρώπων. Να βρει και να δει του φόβους του μέσα σε ένα κείμενο. Να γίνεται ουσιαστικά μία ανάκλαση της ζωής του. Κανείς δε γεννήθηκε δίπλα μας καλοσυνάτος και καλόκαρδος, που θα μας βοηθήσει, οι εμπειρίες τον κάνουν καλύτερο και κυρίως ανθρώπινο.
Με ποιον τρόπο οι σπουδές σου και το επάγγελμά σου έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σου;
Αρχικά επηρέασαν εμένα την ίδια, στο πως βλέπω τον εαυτό μου και τους άλλους δίπλα μου, απέναντί μου αλλά και πλάι μου. Κυρίως με επηρέασε στο πως λες την αλήθεια με τέτοιο τρόπο ώστε να μη διαλύσεις τον άλλον. Ανθρώπινος πόνος, φόβοι αλλά και συναίσθημα ήταν η καθημερινότητά μου για δύο χρόνια της ζωή μου δουλεύοντας, όπως είπα και πριν εθελοντικά σε ψυχιατρικά νοσοκομεία. Έχω γευτεί πολλές ποιότητες και εμπειρίες στη ζωή μου και είμαι πολύ χαρούμενη γι αυτό.
Ευχαριστούμε πολύ.
συνέντευξη: Χρήστος Καψάλης
ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
συνέντευξη στον Γιάννη Πλιώτα
“Όχι μόνο μπαίνω στον πειρασμό να αλλάξω φράσεις του αρχικού κειμένου, αλλά έχω υποπέσει πάμπολλες φορές στο σχετικό «αμάρτημα».”
Το “Χαμένο Σύμβολο” πούλησε την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ενώ οι New York Times έγραψαν ότι “είναι αδύνατον να το αφήσεις από τα χέρια σου”. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μεταφράστηκε και στη χώρα μας, κατακλύζοντας βιτρίνες βιβλιοπωλείων και λίστες ευπωλήτων. Όμως για να φτάσει στα χέρια μας έπρεπε ένας άοκνος ερμηνευτής συμβόλων να το διαβάσει πρώτος και να το ξαναγράψει λέξη προς λέξη. Αναζήτησα τον Χρήστο Καψάλη, μεταφραστή όλων των βιβλίων του Νταν Μπράουν και συζητήσαμε για τις απαιτήσεις της δουλειάς του, αλλά και για το “Χαμένο Σύμβολο”, ένα βιβλίο που ομολογώ πως μου άρεσε.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Dan Brown “To Χαμένο Σύμβολο”:
“…αισθανόταν τόσο άδειος όσο και την εποχή που σάπιζε σε εκείνη την τούρκικη φυλακή. Τι είναι αυτό που μου λείπει;
Η απάντηση του αποκαλύφθηκε μερικούς μήνες μετά. Ο Άνδρος καθόταν μόνος στη βίλα του (σ.σ. στη Σύρο), αλλάζοντας αφηρημένα κανάλια στην τηλεόραση μέσα στη νύχτα, όταν έπεσε τυχαία πάνω σε μια εκπομπή σχετικά με τα μυστικά του τεκτονισμού. Εκπομπή δεν ήταν καλογυρισμένη, δημιουργώντας περισσότερα ερωτήματα από αυτά στα οποία απαντούσε, όμως εκείνος ένιωσε να κεντρίζεται το ενδιαφέρον του από τις θεωρίες συνωμοσίας που συνόδευαν την αδελφότητα. Ο αφηγητής περιέγραφε τον έναν μύθο μετά τον άλλον.
Οι τέκτονες και η Νέα Τάξη Πραγμάτων… Η μεγάλη τεκτονική σφραγίδα των Ηνωμένων Πολιτειών… Η τεκτονική στοά Ρ2… Το χαμένο μυστικό του τεκτονισμού… Η Τεκτονική Πυραμίδα…
Ο Άνδρος ανακάθισε αιφνιδιασμένος. Η πυραμίδα. Ο αφηγητής άρχισε να περιγράφει την ιστορία μίας μυστηριώδους πέτρινης πυραμίδας της οποίας η εγχάρακτη κωδικοποιημένη επιγραφή υποσχόταν να οδηγήσει στα μυστικά της χαμένης σοφίας, χαρίζοντας απίστευτες δυνάμεις σε όποιον την αποκωδικοποιούσε. Η ιστορία, παρότι φάνταζε απίθανη, ξύπνησε μέσα του μια μακρινή ανάμνηση, μια ξεχασμένη μνήμη από μια πολύ πιο σκοτεινή εποχή”
Πρώτα απ’ όλα πείτε μας δύο λόγια για τον Χρήστο Καψάλη.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Γιάννενα. Σπούδασα Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ, όπου «κόλλησα» τον ιό της μετάφρασης και στη συνέχεια έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στη Βρετανία. Εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια εργάζομαι ως επαγγελματίας μεταφραστής.
Πόσο δύσκολο είναι το επάγγελμα του μεταφραστή;
Είναι ένα ιδιαίτερο επάγγελμα, υπό την έννοια ότι η δουλειά του μεταφραστή είναι μάλλον παραγνωρισμένη. Συχνά υπάρχει η εντύπωση ότι ο μεταφραστής απλά «γνωρίζει» μια ξένη γλώσσα και μεταφέρει στα Ελληνικά κείμενα από αυτή. Δεν είναι, όμως, τόσο απλό. Η λογοτεχνική μετάφραση, λ.χ., συχνά απαιτεί γνώσεις ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτικής. Αντίστοιχα, η τεχνική μετάφραση απαιτεί μια σημαντική τριβή με τα αντίστοιχα τεχνολογικά ή τεχνικά θέματα. Κάποιοι βρίσκουν το επάγγελμα μοναχικό. Προσωπικά, θεωρώ ότι η χαρά του να βλέπεις μια μετάφρασή σου στα βιβλιοπωλεία, να ξέρεις ότι κάποιοι άνθρωποι διαβάζουν ένα βιβλίο γιατί εργάστηκες για να τους προσφέρεις αυτή τη δυνατότητα, αξίζει τις ώρες που περνάς μόνος μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή.
Αισθάνεστε λίγο ένας αφανής ήρωας; Εσείς γράφετε;
Δεν θα χρησιμοποιούσα τη λέξη ήρωας. Είμαι ευτυχής επειδή μπορώ να εργάζομαι πάνω σε ένα αντικείμενο που αγαπώ ιδιαίτερα και προσπαθώ να τιμώ την εμπιστοσύνη που μου δείχνουν οι συνεργάτες μου. Εκ των πραγμάτων, τον πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο συγγραφέας, όμως είναι γεγονός ότι και ο ρόλος του μεταφραστή είναι κρίσιμος: μια καλή μετάφραση μπορεί να δώσει άλλη δυναμική στο πρωτότυπο κείμενο. Όσο για μένα, πράγματι κάτι ετοιμάζω αυτόν τον καιρό: ένα ιστορικό μυθιστόρημα με φόντο τη μεσαιωνική Ήπειρο. Η πολύχρονη παραμονή στην Αθήνα μάλλον με έκανε να νοσταλγήσω τη γενέτειρα μου.
Πόσος χρόνος απαιτείται για τη μετάφραση ενός βιβλίου; Φαντάζομαι έχετε μεταφράσει πολλά μέχρι σήμερα.
Συνολικά έχω μεταφράσει περισσότερα από πενήντα βιβλία, κυρίως μυθιστορήματα αλλά και επιστημονικού περιεχομένου. Ο χρόνος ποικίλει ανάλογα με το αντικείμενο του βιβλίου αλλά και παραμέτρους που έχουν να κάνουν με τις επιταγές της αγοράς. H περίπτωση του «Χαμένου Συμβόλου» είναι χαρακτηριστική: η ημερομηνία κυκλοφορίας, τόσο στα Αγγλικά όσο και στα Ελληνικά είναι από μόνη της συμβολική και έπρεπε να τηρηθεί σχεδόν ευλαβικά. Γενικά, θα έλεγα ότι κυμαίνεται στους δύο μήνες, αν και έχει χρειαστεί να εργαστώ κάτω από πολύ στενά χρονικά περιθώρια.
Μπαίνετε στον πειρασμό να αλλάξετε φράσεις του αρχικού κειμένου;
Όχι μόνο μπαίνω στον πειρασμό, αλλά έχω υποπέσει πάμπολλες φορές στο σχετικό «αμάρτημα». Μία από τις συχνότερες παρερμηνείες όσον αφορά το έργο του μεταφραστή λογοτεχνικών έργων είναι ότι απλά αντικαθιστά τις λέξεις του πρωτότυπου κειμένου με τις αντίστοιχες της γλώσσας προς την οποία μεταφράζει. Όμως, δεν είναι έτσι: υπάρχουν εκφράσεις οι οποίες ακόμη και αν ήθελε να τις αποδώσει κανείς κατά λέξη, δε θα μπορούσε. Το Βρετανικό φλέγμα, λόγου χάρη, δημιουργεί θέματα στην Ελληνική μετάφραση γιατί αποτελεί το γλωσσικό καθρέφτη μιας νοοτροπίας σύνθετης: σε μια λέξη χωρά ειρωνεία, αμφισβήτηση, ανία ακόμη. Γενικά, στόχος μου όταν μεταφράζω είναι να ξεχνά ο αναγνώστης ότι διαβάζει κείμενο που αρχικά συντάχθηκε σε μια ξένη γλώσσα: το ιδανικό είναι να αισθάνεται ότι το κείμενο ρέει αβίαστα, οι εκφράσεις είναι φυσικές, ο λόγος κατανοητός. Γενικά, επειδή η ανθρώπινη εμπειρία είναι κοινή, βρίσκω ότι οι ομοιότητες μεταξύ δύο γλωσσών είναι πολύ περισσότερες από όσες θα φανταζόταν κανείς. Πάντως, είναι αναπόφευκτο να αλλάξει το πρωτότυπο κείμενο. Ουσιωδώς όχι, βέβαια, αλλά σε επίπεδο εκφράσεων ναι.
Μπορεί μία μετάφραση να αποδειχθεί πιο δύσκολη από τη συγγραφή του πρωτοτύπου;
Επειδή η συγγραφική μου εμπειρία είναι πολύ μικρή, θα μου επιτρέψετε να επιφυλαχθώ να σας απαντήσω. Σε κάθε περίπτωση, θα έλεγα ότι και η μετάφραση αποτελεί μια μορφή συγγραφικού έργου. Μια δυσκολία που θα επισήμαινα, ασχέτως τυχόν συγκρίσεων, είναι ότι ο μεταφραστής καλείται να ακολουθήσει τις δομές του πρωτοτύπου, επομένως παρότι όπως σας ανέφερα νωρίτερα περιθώρια ελιγμών υπάρχουν, η ουσία του κειμένου πρέπει να γίνει σεβαστή και να αποδοθεί με ακρίβεια.
Κατά πόσο διατηρείται η λογοτεχνική αξία ενός βιβλίου κατά τη μετάφραση;
Άποψή μου είναι ότι η λογοτεχνική αξία ενός βιβλίου επί της ουσίας έγκειται στα συναισθήματα και τις εικόνες που γεννά στον αναγνώστη. Σαφώς το μέσο αυτής της δημιουργίας είναι ο λόγος, οι λέξεις, και επομένως η μετάφραση αναπόφευκτα επεμβαίνει σε αυτό. Όμως, ακόμη και αν οι λέξεις αλλάξουν, το συναίσθημα παραμένει. Ο Επιτάφιος του Περικλή, για παράδειγμα, είναι συγκινητικός σε όποια γλώσσα και αν τον διαβάσει κανείς.
Είστε ο μεταφραστής του Dan Brown στα ελληνικά. Θα δηλώνατε θαυμαστής του; Υπάρχει κάποιο βιβλίο του που ξεχωρίσατε; Τον έχετε γνωρίσει;
Είχα την τύχη να μεταφράσω και τα πέντε βιβλία του Dan Brown στα Ελληνικά. Χρησιμοποιώ τη λέξη τύχη, γιατί δε νομίζω ότι ήταν πολλοί εκείνοι που περίμεναν, την άνοιξη του 2004 όταν ολοκληρώθηκε η μετάφραση του Κώδικα, ότι μερικά χρόνια μετά θα μιλούσαμε για ένα πραγματικό φαινόμενο. Παρότι δεν έχω γνωρίσει το συγγραφέα, θεωρώ ότι αυτό που κατόρθωσε είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Στη χώρα μας, όπου δυστυχώς η αγορά του βιβλίου είναι σχετικά μικρή, το να φτάσει ένα μυθιστόρημα να γίνει θέμα συζήτησης, να προβληματίσει και να ωθήσει μεγάλο αριθμό ανθρώπων να ψάξουν και να μάθουν, είναι κάτι που δε συμβαίνει συχνά. Χωρίς να μπω σε συζήτηση για το κατά πόσο συμφωνώ ή διαφωνώ με όσα υποστηρίζει μέσα από τα βιβλία του ο συγγραφέας, το γεγονός ότι, χάρη στο Κώδικας Da Vinci, λόγου χάρη, κάποιοι άνθρωποι έψαξαν να δουν πώς αποτυπώνονται οι μορφές στο Μυστικό Δείπνο του Λεονάρντο ντα Βίντσι, για μένα δεν μπορεί παρά να είναι θετικό.
Πώς αισθανόσασταν που έπρεπε να αποδώσετε ένα βιβλίο τόσο εμπορικό και πολυαναμενόμενο όσο το «Χαμένο Σύμβολο»;
Οπωσδήποτε υπήρχε πίεση. Πέρα από τους χρονικούς περιορισμούς, στους οποίους αναφέρθηκα νωρίτερα, το γεγονός ότι μετέφραζα ένα πραγματικά πολυαναμενόμενο βιβλίο, δημιουργούσε επιπλέον απαιτήσεις. Αναπόφευκτα αισθανόμουν την ανάγκη να δικαιώσω την εμπιστοσύνη που μου δείχνουν οι Εκδόσεις Λιβάνη, αλλά και να συντομεύσω την αναμονή των φίλων του συγγραφέα. Αυτό που πετύχαμε με την κυκλοφορία του «Χαμένου Συμβόλου» ήταν πραγματικά ένα μικρό εκδοτικό θαύμα. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο από την κυκλοφορία του βιβλίου στα Αγγλικά, η μετάφραση ήταν έτοιμη και η Ελληνική έκδοση βρέθηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Για να το πετύχουμε αυτό χρειάστηκαν οι συντονισμένες προσπάθειες μιας ομάδας ανθρώπων, από τους επιμελητές μέχρι τους τυπογράφους.
Υπάρχουν βιβλία που θα θέλατε να έχετε μεταφράσει;
Ομολογώ πως ναι. Έχω ιδιαίτερη αδυναμία στον Terry Pratchett και τη σειρά βιβλίων Discworld. Πρόκειται για μια σειρά βιβλίων με πυκνά νοήματα και πολύ ιδιαίτερη γραφή. Μάλιστα, για τις ανάγκες της δεύτερης πτυχιακής μου εργασίας μετέφρασα ένα από αυτά, το Small Gods. Οπότε, ίσως να είναι ένα μικρό απωθημένο από τα φοιτητικά μου χρόνια. Πάντως, οι μεταφράσεις στα Ελληνικά που κυκλοφορούν μου άρεσαν πολύ, οπότε νομίζω ότι θα δυσκολευόμουν να τα καταφέρω καλύτερα.
Τρία αγαπημένα σας βιβλία;
Επιγραμματικά, θα ανέφερα Το Νησί της Προηγούμενης Ημέρας, του Umberto Eco, Το Αριστερό Χέρι του Σκότους, της Ursula K. Le Guin και Τα Ταξίδια του Γκιούλιβερ, του Jonathan Swift.
(Μια ερώτηση που θα θέλατε να απαντήσετε;)
Πώς βλέπετε την πορεία του βιβλίου στη χώρα μας;
Αισιοδοξώ ότι βρισκόμαστε σε ανοδική τροχιά. Παρατηρώ μια κινητικότητα, κυκλοφορούν σημαντικοί τίτλοι από πολλούς εκδοτικούς οίκους, ενώ και το Ελληνικό βιβλίο έχει περισσότερες διεξόδους έκφρασης. Παρότι η διεθνής συγκυρία δεν είναι η ιδανικότερη, γίνεται συζήτηση για βιβλία και νέες κυκλοφορίες. Ως αφετηρία προβληματισμού αλλά και ευκαιρία για ένα πολύ προσωπικό ταξίδι, θεωρώ ότι το βιβλίο παραμένει αξεπέραστο.
Κριστιάν Μπομπέν
από τη Στέργια Κάββαλου
Κριστιάν Μπομπέν
Αιχμάλωτος του Λίκνου
(Μτφ. Μαρία Χρηστίδου)
Χαραμάδα, 2008
Ο νεαρότερος κρατούμενος της Γαλλίας όπως αναφέρει στο βιβλίο του Αιχμάλωτος του Λίκνου γεννήθηκε στις 24 Απριλίου του 1951 στο Κρεζό όπου και παραμένει αφού ένας άγγελος τού φράζει το κατώφλι εμποδίζοντάς τον να βγει. Για χρόνια περνά τις μέρες του μεταξύ αυλής και δωματίου. Με συμμάχους τη σιωπή, τα ρόδα και την καθολική του πίστη εμφανίζεται στα γαλλικά γράμματα το 1977 ισορροπώντας εξαρχής μεταξύ δοκιμίου και ποίησης ακόμα και όταν απευθύνεται σε παιδιά. Ο λόγος του αποσπασματικός, η γραφή του μινιμαλιστική. Μετά από περιπλάνηση σε μικρούς εκδοτικούς οίκους γνωρίζει την επιτυχία το 1991 με το Une petite robe de fete. Την επόμενη χρονιά βραβεύεται για το βιβλίο του Le Tres-Bas που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης. Παραμένει έξω από λογοτεχνικούς κύκλους αφού σύμφωνα με τον ίδιο το φως που βγάζει ο μέσα του ήλιος τον απομονώνει από τους άλλους ανθρώπους.
Μετά την κυκλοφορία του έργου του “Αιχμάλωτος του Λίκνου” από τις Εκδόσεις Χαραμάδα και ενώ προετοιμάζεται η έκδοση της “Ηγεμονίας του Κενού”,
ο Κριστιάν Μπομπέν, αντί συνέντευξης, έστειλε το παρακάτω κείμενο
συστήνοντας έτσι τον εαυτό του στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό:
“Η ομορφιά, κανείς δεν ξέρει τι είναι. Ξέρουμε μόνο πως δεν μπορούμε να κάνουμε δίχως της, πως είναι ζωτική σαν το νερό, το ψωμί ή το φως. Ο ζωγράφος Turner, την ώρα που έτρωγε, άρχισε να φωνάζει μπροστά από ένα πιάτο με σαλάτα: «πρόκειται για χρώμα δροσιστικό, θα το χρησιμοποιήσω». Οι εκτυφλωτικοί πίνακες του Turner έγιναν από δυο βλέφαρα που τρίφτηκαν μετά από μεγάλη νύχτα. Η ομορφιά είναι απαγωγή των αγγέλλων: έχουμε στη διάθεσή μας ένα μόνο λεπτό για να πετάξουμε σε αυτή τη ζωή των βραχιολιών του φωτός που χτυπούν στους καρπούς-ή, στη σαλάτα μέσα στο πιάτο, στο ζωογόνο φως. Ένα δευτερόλεπτο, στιγμή περισσότερο. Η ανυπόμονη και η καρτερική ομορφιά δεν έχουν όνομα, το πρόσωπό τους πάντα άλλο. Είναι πολύ εύθραυστη για να πεθάνει. Μια μέρα θα μπω στο Ουσόν, πάνω στον κοκκινωπό λόφο του Μορβάν, σε ένα μοναστήρι μεγάλο σαν φωλιά χελιδονιού. Στο εσωτερικό της φωλιάς, δυο καλόγριες ντυμένες στα μαύρα, περικυκλωμένες από τις φλόγες των εκτεθειμένων προς πώληση εικόνων. Ο θάνατος χτυπώντας στη χρυσαφένια επιφάνεια μιας εικόνας εξατμίζεται σαν σταγόνα νερού πάνω σε πυρωμένη πλάκα. Οι τοίχοι της τραπεζαρίας της μονής ήταν διακοσμημένοι με βιβλικές τοιχογραφίες. Καμιά φορά η ομορφιά μπορεί να είναι απότομη σαν μια νεαρή κοσμική γυναίκα που θέλει να της σφυρίζουν αλλά σιωπηλά. Αυτή η σιωπή δεν είναι άξια πίστης. Δε θαύμασα τις τοιχογραφίες που ήταν λουσμένες από χρυσό. Η αληθινή χάρη περνούσε μπροστά από το ανοιχτό παράθυρο της τραπεζαρίας: στο βάθος του λιβαδιού, πάνω σε ένα βράχο, ένας γάιδαρος ονειρεύονταν. Το ξύλο του παράθυρου πλαισίωνε τη ζωντανή εικόνα. Η όρεξη για χόρτα σύντομα θα οδηγούσε το γάιδαρο εκτός κάδρου. Δε θα έμενε παρά ο βράχος και ο καταγάλανος ουρανός: μια άλλη εικόνα, μια άλλη μέρα, για άλλα μάτια από τα δικά μου. Ο γάιδαρος πάνω στο βράχο ήταν πιο ωραίος από τον παγωμένο επίχρυσο Χριστό του τοίχου. Ο ένας ήταν ζωντανός ενώ ο άλλος μόνο μια ζωγραφιά. Ο γάιδαρος κουβαλούσε ατάραχα πάνω στην πλάτη του τόνους μαζών αέρα, μακρινά αστέρια και άρωμα ζωής. Για ένα δευτερόλεπτο. Η ομορφιά ποτέ δεν επιμένει. Καμιά φορά βλέπω πράγματα τόσο όμορφα που χαίρομαι που δεν τα έχω στην κατοχή μου. Δεν μπορούμε να πιάσουμε, μέσα σε ένα μουσείο, τα άτομα του αέρα και τη μεθυσμένη χαρά που μας δίνουν. Η ομορφιά κρατά στο χέρι της τη γεμάτη αστέρια μπαγκέτα των μεταμορφώσεων. Χάρη σε εκείνη έγινα γάιδαρος, βράχος και κομμάτι γαλανού ουρανού-μια στιγμή, μόνο μία, όσο ο χρόνος ενός βλεφαρίσματος, ο ακριβής χρόνος διάρκειας μιας ανθρώπινης ζωής.”
Η επιστολή του Κριστιάν Μπομπέν συνοδεύτηκε από την εξής επισήμανση που δεν μπορώ να παραλείψω:
«Στα 20 μου συγκινήθηκα βαθύτατα από την ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Από τον τρόπο του να προσκαλεί νεκρούς και ζωντανούς, ανθρώπους του λαού και ημίθεους στην ίδια κόλλα χαρτί».
Η ευκαιρία να εγγραφεί ο Μπομπέν, με τη γοητεία των δικών του σελίδων, στην ποιητική σας μνήμη περνά μέσα από τις κυκλοφορίες των έργων του στα ελληνικά που εκτός από τον “Αιχμάλωτο του Λίκνου” είναι:
“Κίσσα”, 2000
“Η ανέλπιστη”, 1998
“Η γυναίκα που έρχεται”, 1998
“Η ξέφρενη πορεία”, 1996
από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
“Η φάλαινα με τα πράσινα μάτια”, 1998
από τις Εκδόσεις Εξάντας
συνέντευξη 02
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΑΚΗΣ, συνέντευξη στον Τηλέμαχο Τσαρδάκα
“Για μένα περισσότερο ενδιαφέρον έχει η ζωή και κυρίως οι άνθρωποι που πήραν λοξή πορεία στον βίο τους.”
Ο Γιάννης Μακριδάκης ζει μόνιμα στη Χίο και από εκεί γράφει με τον ήρεμο και τρυφερό του λόγο τις ιστορίες του. Ιστορίες για βουνά, για χωριά, για παρανόμους, για καλογέρους, για τον άνεμο, για τις εποχές, για τα ζώα, για τα φυτά… για πράγματα δηλαδή που περνάνε συνήθως μόνο από την άκρη του ματιού μας. Ο Γιάννης όμως, με πολύ προσοχή και φροντίδα, τα κρατάει ζεστά στην τσέπη του.
Η δεξιά τσέπη του ράσου είναι ένας ήρεμος ύμνος στη φύση, στην άδολη αγάπη και στην ξεχασμένη τρυφερότητα. Φαίνεται ότι διψάμε για τέτοιες ιστορίες. Περίμενες ότι θα πάει τόσο καλά στις πωλήσεις; Σε ενδιαφέρουν οι επιδόσεις και οι αριθμοί του βιβλίου;
Αυτό διαπίστωσα κι εγώ. Ότι το αναγνωστικό κοινό διψάει για ιστορίες ανθρώπινες, που αναδεικνύουν την ψυχή και τα αγνά αισθήματα, τα καταπιεσμένα από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Βέβαια και το περίμενα ότι θα πάει καλά το βιβλίο αφού πιστεύω ότι κάθε άνθρωπος είναι σε θέση να διακρίνει και να αναγνωρίσει την αγνότητα διότι την έχουμε μέσα μας, είναι πρωτογενές συστατικό της ύπαρξής μας και μας έλκει όσο φαύλοι και αν έχουμε εξελιχθεί στη ζωή μας. Όσο για τις επιδόσεις, και βέβαια με ενδιαφέρουν, όπως ενδιαφέρουν κάθε δημιουργό. Είναι μια ένδειξη για το πόσοι άνθρωποι έγιναν κοινωνοί της σκέψης του.
Πώς είναι η ζωή στη Χίο; Υπάρχουν περισσότερο πράγματα που σου λείπουν ή πράγματα που δε θα έβρισκες πουθενά αλλού;
Η Χίος συνδυάζει την ήρεμη ζωή μιας επαρχιακής πόλης και τα θέλγητρα ενός ελληνικού νησιού. Νομίζω ότι είναι τυχεροί οι άνθρωποι που ζουν σε τέτοια μέρη. Αναμφισβήτητα βιώνουν ομορφιές που δεν θα τις έβρισκαν σε μια μητρόπολη, ταυτόχρονα όμως δεν βρίσκονται σε άμεση επαφή με τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς. Το καλό με τη Χίο είναι ότι από εκεί μπορεί κανείς να μεταβεί με τρόπο φθηνό και εύκολο στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Επίσης με τρόπο εύκολο αλλά όχι φθηνό μπορεί να μεταβεί στην Αθήνα. Με τρεις μεγάλες πόλεις λοιπόν σχετικά κοντά μας νομίζω ότι όσοι έχουν την επιθυμία να ενημερώνονται για τις σύγχρονες τάσεις δεν χάνουν έδαφος διαμένοντας μόνιμα στο νησί.
Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας που ζει σε ένα νησί μακριά από την Αθήνα, (μακριά δηλαδή από τις πολλές δημόσιες σχέσεις, τα events κτλ) να μένει τόσο καιρό ψηλά στις λίστες των ευπώλητων;
Είναι επιλογή μου να μένω μακριά από όλα αυτά. Δε με αφορούν. Μετέχω μόνο σε εκδηλώσεις που διοργανώνουν βιβλιοπωλεία και σχολεία ανά την Ελλάδα διότι εκεί υπάρχει άμεση επικοινωνία με τους ανθρώπους οι οποίοι έρχονται από πραγματικό ενδιαφέρον για το έργο και μόνο. Δε νομίζω ότι ένα άρτιο έργο τέχνης έχει ανάγκη από τις συναναστροφές του δημιουργού του για να λάβει τη θέση που του αξίζει. Αν έχει τέτοια ανάγκη τότε δεν αξίζει το έργο. Και δε θα ήθελα να βαυκαλίζομαι ούτε να κορδίζομαι ως καλός, πετυχημένος κλπ. Τελικά το μοναδικό έργο τέχνης που καλούμαστε να φιλοτεχνήσουμε μέρα με τη μέρα είναι ο εαυτός μας.
Εκδότης, συγγραφέας, ερευνητής και – απ’ όσο γνωρίζω – με ένα κασσετοφωνάκι στα χέρια να καταγράφεις ασταμάτητα τις ιστορίες και να διασώζεις τις μνήμες των ανθρώπων γύρω σου. Πως αντιμετωπίζει η κοινωνία στην οποία ζεις τις προσπάθειές σου; Έχεις νιώσει τη στήριξή της;
Δεκατρία χρόνια ζει το Κέντρο Χιακών Μελετών Πελινναίο. Αν δεν υπήρχε στήριξη από την τοπική κοινωνία αλλά και τους Χιώτες της διασποράς, δεν θα άντεχε τόσο. Υπάρχουν βέβαια όπως παντού και πολέμιοι αλλά χρόνο με το χρόνο απογοητεύτηκαν.
Στη Δεξιά τσέπη του ράσου η αγάπη ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα κουτάβι πλησιάζει «επικίνδυνα» την καθαρότητα της Χριστιανικής αγάπης. Πως τα πας με τη θρησκεία; Παίζει ρόλο σήμερα; Για την εκκλησία τη γνώμη έχεις;
Έχω απωθημένα παιδικά με τη θρησκεία όπως σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν τις δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα στην Ελλάδα και δη στην επαρχεία αλλά πλέον δεν έχω καμιά σχέση με το θέμα. Και βέβαια όμως παίζει ρόλο στη ζωή μας όπως κάθε τι που συσπειρώνει οπαδούς και δημιουργεί μάζες με περιχαρακωμένη ιδεολογία και φόβο για το διαφορετικό. Όσον αφορά στην εκκλησία και στους εκπροσώπους της, δε θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Αυτός είναι ο ρόλος του ποδηγέτη των μαζών. Δεν με εκπλήσσει τίποτα απ’ όσα ακούγονται, ούτε καν απ’ όσα συμβαίνουν.
Ο άνθρωπος αντιμέτωπος με τη φύση και με τον εαυτό του. Σίγουρα μια επίκαιρη σύγκρουση. Ο ήρωάς σου αναμετριέται με τις εναλλαγές των εποχών αλλά και με τη μοναξιά του. Είσαι αισιόδοξος για τη σχέση μας με τη φύση; Η οικολογία (που συζητιέται έντονα τελευταία) πιστεύεις ότι μπορεί να αναδείξει τα προβλήματα και τις λύσεις;
Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος διότι δεν βλέπω να μετριάζεται η αλαζονεία του ανθρώπου. Στην Ελλάδα εκτός από αλαζόνες είμαστε και ανεύθυνοι αφού θεωρούμε ότι το «δημόσιο» δεν ανήκει σε κανέναν. Οικολογικές ομάδες και μικροκινήματα ανά την Ελλάδα κάνουν απίστευτη δουλειά όσον αφορά στην προσπάθεια αλλαγής της νοοτροπίας και διασώζουν ό,τι μπορούν από τη λαίλαπα της «ανάπτυξης» με την ελπίδα πως οι επόμενοι θα εκτιμούν περισσότερο ό,τι περισσέψει.
Στον Ανάμιση ντενεκέ δεν δίστασες να μετατρέψεις τον εαυτό σου-ερευνητή σε ήρωα του μυθιστορήματος. Ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκπληξη που έκανε το βιβλίο αυτό ξεχωριστό. Πόσα θέλεις να ξέρουν οι αναγνώστες σου για σένα, για τη ζωή σου και για τα κίνητρά σου;
Όποιος γράφει δημόσια εκθέτει τον εαυτό του. Από την ψυχή του και το νου του αντλεί για να γράψει. Αν δηλαδή κάποιος φτιάχνει έναν ήρωα που έχει τα χαρακτηριστικά του εαυτού του αλλά του δίνει άλλο όνομα και ρόλο, δεν νιώθει ο ίδιος εκτεθειμένος;
Οι χαρακτήρες των βιβλίων σου προκύπτουν από ανθρώπους που έχεις συναντήσει στη ζωή σου; Τελικά έχει περισσότερο ενδιαφέρον η πραγματικότητα ή η φαντασία;
Για μένα περισσότερο ενδιαφέρον έχει η ζωή και ο άνθρωπος. Κυρίως οι άνθρωποι που πήραν λοξή πορεία στο βίο τους. Αυτοί με συναρπάζουν και δε μπορώ να αντισταθώ. Συνήθως από τέτοιους ανθρώπους αντλώ ιδέες για τους ήρωες των βιβλίων μου.
Συρματένιοι ξεσυρματένιοι όλοι, 10.516 μέρες, Ανάμισης ντενεκές, Η δεξιά τσέπη του ράσου. Αντλείς τη θεματολογία σου από το νησί. Πόσο ανεξάντλητος (ή και πόσο εθιστικός) είναι ο τόπος που μεγαλώνουμε και ζούμε; Έχεις νιώσει την ανάγκη να φύγεις;
Ο τόπος εξαντλείται ή δεν εξαντλείται ανάλογα με την ψυχική διάθεση. Είναι σαν τα παράλια της Τουρκίας που μετά από μια βορινή βροχή έρχονται πάντα πιο κοντά στη Χίο ενώ κατά τη διάρκεια μιας φουσκωμένης σοροκάδας πάντα απομακρύνονται έως εξαφάνισης. Έχει ο καιρός γυρίσματα όμως, έτσι κι εγώ όσες φορές σκέφτηκα να φύγω και όσες φορές έφυγα άλλες τόσες σκέφτηκα να μείνω κι άλλες τόσες επέστρεψα.
Απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Γιάννη Μακριδάκη “Η δεξιά τσέπη του ράσου:
“Νοέμβρης ήτανε του ‘84 σαν έφτασε πρώτη φορά ο Βασίλης στ’ ακρωτήρι, έφηβος, με αγάπη ακατέργαστη για τη ζωή του μοναχού. Έλα, βρε παιδί μου, και σε περίμενα, του ’χε πει ο γέροντας ανοίγοντας τα χέρια του και ο μικρός αναθάρρησε, σκέφτηκε πως η Παναγιά είχε στείλει σημάδι. Πανευτυχής, τακτοποίησε τη φτωχή πραμάτεια του μες στο ετοιμόρροπο κελί που του δώσανε και αδημονούσε να ζήσει τη μέρα της κουράς. Τον βάφτισαν Βικέντιο, μα γρήγορα αποδείχτηκε πως η καλογερική ήτανε βαριά κι αυτός ανήψητος. Η παρθενία και η φτώχεια καλά, ποτέ του δεν αντάμωσε έρωτες και πλούτη, δεν είχε τι να του λειφτεί και τι να νοσταλγήσει. Η υπακοή όμως; Καλογερόπαιδο στα δεκαεφτά, πώς να μπει σε καλούπι; Του ‘λαχε κι ένας γούμενος σκληρός και ιδιότροπος. Τους μοναχούς τους ήθελε μόνο για να μαυρίζουνε τον τόπο ολόγυρά του. Μαύρα αντρείκελα. Τους παίδευε, τους είχε νηστικούς, καλόγεροι είμαστε, τους έλεγε, δεν επιτρέπεται να τρώμε, ούτε να ‘χουμε πολυτέλειες. Μα ό,τι πιότερο από το ξεροφάγι κι ένα σανιδοκρέβατο ήτανε πολυτέλεια. Κάθε μεσημέρι στην τράπεζα μετρούσε τις μπουκιές τους. Στη δεύτερη σηκωνότανε ολόρθος και το γεύμα απόσωνε. Ο αναγνώστης ίσα που προλάβαινε ν’ αρχίσει, κι έκοβε κι αυτός απότομα τη μουρμούρα. Απομένανε τα τσανάκια τους γεμάτα και τα στομάχια αδειανά.”
O Γιάννης Mακριδάκης γεννήθηκε το 1971 στη Xίο και σπούδασε Mαθηματικά. Aπό το 1997, που ίδρυσε το Kέντρο Xιακών Mελετών με σκοπό την έρευνα, αρχειοθέτηση, μελέτη και διάδοση των τεκμηρίων της Xίου, οργανώνει τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα του Kέντρου, επιμελείται τις εκδόσεις του και διευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό Πελινναίο. Έχει γράψει τα βιβλία Συρματένιοι, ξεσυρματένιοι· όλοι. Xιώτες πρόσφυγες και στρατιώτες στη Mέση Aνατολή: Mαρτυρίες 1941-1946 (εκδ. K.X.M., Πελινναίο 2006) και 10.516 μέρες: Iστορία της νεοελληνικής Xίου 1912-1940, ιστορικό αφήγημα (εκδ. K.X.M., Πελινναίο 2007).
Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2009
Η κρυστάλλινη αντανάκλαση μιας θολής επικαιρότητας στα άδολα μάτια ενός αναχωρητή. Την ώρα που ο κόσμος συνταράσσεται από τον εκωφαντικό θάνατο του αρχιεπισκόπου, ο μικρόκοσμος του μοναχού Βικέντιου γυρίζει γύρω από τον αγώνα του να κρατήσει στη ζωή τρία θνησιγενή κουτάβια. Έτσι απλά, μέσα από μια λιτή αντίστιξη ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό, ο Μακριδάκης μας δίνει κάτι παραπάνω από ένα συμπαθές φιλοζωικό ανάγνωσμα. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το λιγότερο, ίσως, εμπορικό θέμα, το ζήτημα της πίστης, όχι ως θεολογικό κατασκεύασμα, αλλά ως φάρμακο στην ασθένεια της ζωής, της πίστης στην ίδια τη ζωή. Σε μια ζωή, όπως αυτή που ο Βικέντιος σχεδόν ενσωματώνει, φυλάσσοντάς την βαθειά μέσα στη δεξιά τσέπη του ράσου του. Ο συγραφέας, μέσα από την -γνήσια απόγονο της λογοτεχνικής μας παράδοσης- γραφή του, δεν καταδεικνύει απλώς το μεγάλο αναδεικνύοντας το μικρό, αλλά συναγωνίζεται τον ίδιο τον ήρωά του στην αγωνιώδη και μυστικιστική ανάλυση του παραλογισμού της πραγματικότητας.
Γιάννης Αντάμης
Συνέντευξη – Διαμαντής Καράβολας
Διαμαντής Καράβολας
συνέντευξη στον Ν. Λαμπρόπουλο
Από τις συναντήσεις της Σουρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών, τα ετήσια ραντεβού στις εκθέσεις ανεξάρτητων εντύπων και fanzines στον Καϊάφα (προτού καεί) και τις ασταμάτητες αναζητήσεις στο έργο του Δημοσθένη Βουτυρά, φτάσαμε στο να υπάρχουν οι Εκδόσεις Φαρφουλάς με το αγαπημένο ομώνυμο περιοδικό να συνεχίζει για χρόνια την πορεία του.
Οι Εκδόσεις Φαρφουλάς υπάρχουν 2 χρόνια τώρα, αλλά το περιοδικό «Ο Φαρφουλάς» κυκλοφορούσε αρκετό καιρό πριν. Πότε ξεκίνησε και τι έχει αλλάξει από τη στιγμή που το κέφι μετατράπηκε σε επάγγελμα;
Το πρώτο τεύχος του Φαρφουλά κυκλοφόρησε το 2001. Είχα διαβάσει ένα παράδοξο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά γραμμένο το 1935 με αυτόν το τίτλο και σκέφτηκα: να ο κατάλληλος τίτλος για ένα περιοδικό που θα μπορέσει να στεγάσει τόσο τις δικές μου λογοτεχνικές και άλλες εμμονές όσο και των φίλων μου. Και βγήκαν άλλα 6-7 τεύχη μέχρι το 2005.
Το καλό είναι ότι από τότε οι αρχικές εμμονές ενισχύθηκαν, βλάστησαν και καρποφόρησαν και προστέθηκαν κι άλλες με τελευταία αυτή του Θεάτρου Σκιών και του Καραγκιόζη. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει από τη στιγμή που “το κέφι μετατράπηκε σε επάγγελμα” όπως λες είναι ότι εγώ τουλάχιστον έχω σταματήσει να κάνω άλλα επαγγέλματα που δε μου κάναν κέφι.
Στο τελευταίο τεύχος που είναι αφιερωμένο στον Καραγκιόζη φιλοξενείς πολλά και σημαντικά ονόματα του Θεάτρου Σκιών. Πιστεύεις ότι εξάντλησες τις πηγές σου ή θα μπορούσε κάποιος να συνομιλήσει και να καταγράψει κι άλλες αναφορές αλλά και πτυχές που δεν συμπεριλαμβάνονται στο τεύχος αυτό του Φαρφουλά;
Ο Καραγκιόζης και το Θέατρο Σκιών είναι ένα ιδιαίτερα πλούσιο φαινόμενο της λαϊκής δημιουργίας όσο αφορά το παρελθόν, το παρόν και πόσο μάλλον το μέλλον του, αφού, παρά τις αντιξοότητες της εποχής, καταφέρνει να συγκεντρώνει και σήμερα ένα πολύ ελπιδοφόρο δυναμικό νέων αφοσιωμένων και ταλαντούχων δημιουργών που το υπηρετούν με σεβασμό και αγάπη. Αν βλέπαμε τον Καραγκιόζη μουσειακά ίσως να μη χρειαζόταν καν να κάνουμε αυτό το αφιέρωμα. Αλλά όσο θα συνυπάρχουν αντιθετικά ο πλούτος (το Σαράι) και η φτώχια (η παράγκα του Καραγκιόζη) ο Καραγκιόζης θα υπάρχει και θα έχει ακόμα πολλά να πει και να εκφράσει.
Ο Γιάνναρος, αν θυμάμαι καλά, χαρακτηρίζει ως καταστροφή για τον Καραγκιόζη τον Σπαθάρη, παρόλο που θεωρείται ως ο άνθρωπος που τον έκανε προσιτό σε πλατιές μάζες. Θεωρείς δικαιολογημένη την άποψή του;
Καταρχήν ο Καραγκιόζης ήταν ένα κατεξοχήν λαϊκό θέαμα με μεγάλη απήχηση και όχι περιθωριακό όπως λανθασμένα έχει περάσει. Άρα ο Σπαθάρης δεν ήταν αυτός που τον έκανε προσιτό στις πλατιές μάζες. Αυτό που κυρίως έκανε είναι ότι με την τηλεόραση το περιόρισε μόνο για τα παιδιά προσδίνοντάς του και έναν διδακτισμό ξένο από τον χαρακτήρα του, εξοβελίζοντας τα αγοραία και σατιρικά στοιχεία που προσέλκυαν το λαϊκό κόσμο στις παλιές «μάντρες» και που φυσικά δεν μπορούσαν να περάσουν από την μικρή οθόνη. Αλλά δεν ήταν θέμα του Σπαθάρη και μόνο. Κανένας καραγκιοζοπαίχτης όταν παίζει σε ένα σχολείο ή σε μια παιδική παράσταση δεν θα πει αυτά που θα πει παίζοντας σε ένα καφενείο ή σε ένα θέατρο.
Πιστεύεις πως τα ΜΜΕ προβάλλουν αρκετά τη δουλειά ενός μικρού εκδότη σήμερα; Λειτουργούν αξιοκρατικά ή επηρεάζονται από τις επιταγές της διαφήμισης και των ευπώλητων;
Σαφώς τα ΜΜΕ και επηρεάζονται άλλα λιγότερο και άλλα πάρα πολύ από τη διαφημίσεις που παίρνουν και προβάλουν επιλεκτικά την τρέχουσα βιβλιοπαραγωγή. Το κομμάτι της προσοχής που δίνεται στους μικρούς εκδότες είναι αυτονόητα μικρό. Ευτυχώς όμως δε ζούμε σε μια μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία, η Αγγλία ή η Γαλλία. Επομένως μια micro εκδοτική προσπάθεια όπως είναι αυτή που κάνουμε εμείς, αν επιμείνει σταθερά και με συνέπεια σ’ αυτό που κάνει μπορεί να βρει τους αποδέκτες της είτε την προβάλουν τα ΜΜΕ είτε όχι.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα πάντως με τα ΜΜΕ που ασχολούνται με το βιβλίο είναι ότι έχει περιοριστεί, σχεδόν εκλείψει, η εμπεριστατωμένη βιβλιοκριτική, είτε αρνητική είναι αυτή είτε θετική, και έχει υποκατασταθεί από την βιβλιοπαρουσίαση που σε ποσοστό 90% αναπαράγουν το Δελτίο Τύπου που συνοδεύει ένα βιβλίο άντε και το σημείωμα που είναι γραμμένο στο οπισθόφυλλο.
Το να είσαι ταυτόχρονα εκδότης, πολλές φορές γραφίστας, αλλά και ο άνθρωπος που κινεί τα πάντα στις Εκδόσεις Φαρφουλάς, πιστεύεις πως σε βοηθά να παράγεις καλύτερο αποτέλεσμα ή αυτός ο κατακερματισμός σε διαφορετικά αντικείμενα σε αποπροσανατολίζει και μειώνει την δημιουργικότητά σου;
Ο σοφός κινέζος θεωρητικός του πολέμου Σουν Τσου είχε πει πως το να διοικείς ένα στράτευμα ή λίγους άντρες υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό στην περίπτωση που κάποιος έχει ξεκινήσει έναν εκδοτικό οίκο είναι να μπορεί να διοικεί σωστά τον εαυτό του. Βέβαια, για να είμαι δίκαιος, πρέπει να πω ότι δεν τα κάνω όλα μόνος μου αλλά έχω την τύχη να χαίρω της πολύτιμης –εθελοντικού χαρακτήρα– έμπρακτης βοήθειας μερικών φίλων και συνεργατών (να αναφέρω μερικά μόνο ονόματα: Νίκος Σταμπάκης, Ηλίας Μέλιος, Βάσιας Τσοκόπουλος, Τζίμης Ευθυμίου, Μανόλης-Λούης Αυτιάς, Γιάννης Ξούριας, Δάφνη Χρονοπούλου) που μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Χωρίς αυτούς, τους οποίους και ευχαριστώ δημόσια, ίσως πολλά πράγματα να μην είχαν γίνει ή να μην είχαν γίνει τόσο καλά…
Αν πιστεύεις ότι είχε την δυνατότητα ένα βιβλίο από τις εκδόσεις σου να γινόταν best seller ποιο πιστεύεις ότι θα ήταν αυτό;
Όλα μπορούν να γίνουν, αλλά κι αν δεν γίνουν τι έγινε;
Είναι δεδομένο πως πολλά από τα βιβλία που κυκλοφορούν δεν άξιζαν έκδοσης αλλά βλέπουμε πολλούς μεγαλοεκδότες να θυσιάζουν την ποιότητα της έκδοσης στο βωμό του κέρδους και πολλούς μικρούς και ανεξάρτητους εκδότες να το κάνουν για τη μάχη της επιβίωσης. Ποιοι πιστεύεις ότι κάνουν τις μεγαλύτερες παραχωρήσεις;
Είναι μεγάλη κουβέντα να πει κανείς τι αξίζει να εκδίδεται και τι όχι. Άλλωστε πόσοι μεγάλοι συγγραφείς δε κατάφεραν να δουν ούτε ένα βιβλίο τους τυπωμένο όσο ζούσαν. Ή έκαναν μια εκδοτική επιτυχία μετά από απανωτές απορρίψεις. Και απ’ την άλλη πόσοι συγγραφείς δεν πουλήσανε χιλιάδες βιβλία για μια περίοδο και μετά δεν ξαναασχολήθηκε κανείς μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση την μεγαλύτερη παραχώρηση την κάνει ο αναγνώστης που θα θυσιάσει τον χρόνο και τα χρήματά του για ένα βιβλίο και αυτός είναι που θα κρίνει αν αυτό ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του ή όχι. Εν πάση περιπτώση, ένα βιβλίο έστω και ένας άνθρωπος να το διαβάσει και να το ευχαριστηθεί νομίζω ότι αξίζει την έκδοσή του.
Πες μου ένα βιβλίο που διάβασες και θα ήθελες να έχεις εκδώσει.
Ε, δε λέγονται αυτά. Είναι σαν να θες τη γυναίκα του πλησίον σου και να το λες δημόσια…
Περιέγραψέ μου σε λίγες γραμμές τον στόχο και το όραμα του Φαρφουλά για τα επόμενα 10 χρόνια.
Μερικοί εκδοτικοί οίκοι αυτοαποκαλούνται Εκδοτικοί Οργανισμοί. Ένας μάλιστα (μπορεί να είναι κι άλλοι) γράφει στην ταμπέλα του Παγκόσμιος Εκδοτικός Οργανισμός(!!!) Αυτό ίσως είναι ένα σπουδαίο όραμα για έναν εκδότη. Για να το πραγματοποιήσει δεν έχει παρά να το γράψει στην ταμπέλα του…
Τέλος πάντων, για να απαντήσω σοβαρά, θα ήθελα απλά να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω και τώρα με λιγότερες αντιξοότητες και να καταφέρω να ολοκληρώσω την επανέκδοση των έργων μιας σειράς αγνοημένων ή αδικημένων συγγραφέων που το έργο τους αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να αποκατασταθεί στην εποχή μας.
Με τα βιβλία σου θεωρείς πως ασκείς πολιτική κριτική και λαμβάνεις θέση ή πιστεύεις πως η λογοτεχνία είναι κάτι διαφορετικό και αυτόνομο;
Μην αυταπατόμαστε! Όλα είναι πολιτική, πόσο μάλλον ό,τι γίνεται στην Ελλάδα που υπάρχει παραδοσιακά ένα υψηλό ενδιαφέρον για την πολιτική. Η λογοτεχνία όμως, όπως και γενικότερα η τέχνη καλό είναι να κρατάει τη αυτονομία της και την αξιοπρέπειά της απ’ την τρέχουσα πολιτική, ιδιαίτερα αυτή που ασκείται από τα κόμματα εξουσίας. Νομίζω ότι για να έχει λόγο ύπαρξης και να μην είναι ένα συμπλήρωμα της πολιτικής, αλλά να πηγαίνει πιο μακριά απ’ αυτή, θα πρέπει σταθερά να είναι προσανατολισμένη στον ανθρώπινο πόνο, να τον αφουγκράζεται, να τον εκφράζει και να τον μετουσιώνει σε δύναμη πνευματικής ανάπτυξης, ψυχικής δύναμης και κοινωνικής αλλαγής.