Archive for the ‘Βιβλίο Επισκεπτών’ Category
βιβλίο επισκεπτών 08
Filioque – του Δημήτρη Μουζάκη*
Η σκόνη που έχω σήμερα στον αυχένα είναι από τη στέκα του Καρούζου. Οι κρούσεις που έχουν πραγματοποιηθεί επί των τοιχωμάτων μιας του ρήσης –ρήση το τραπέζι του μπιλιάρδου, μπίλια, εννοείται, το κεφάλι μου- είναι περισσότερες από τις σκέψεις που μπορώ να καταγράψω. Ας διασώσω κάποιες, αφού αναφέρω τη ρήση:
Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.(1)
Σκέφτομαι έτσι, για αρχή, ότι τόσο ο ποιητής όσο και ο ποιηματογράφος συνθέτουν ποιήματα. Γνωρίζω, άραγες, κάποιον ορισμό του ποιήματος; Όχι ο αγράμματος, ο ενδεής κι απαίδευτος, ορισμό του ποιήματος δε γνωρίζω. Καθότι αυτάρεσκος, δεν παραιτούμαι: επιθυμώ να σκαρώσω έναν. Ποίημα, λοιπόν, είναι κάθε λεκτική σύνθεση που, όταν ολοκληρωθεί, ο συνθέτης της ομολογεί στον εαυτό του πως αυτό που συνέθεσε είναι ποίημα (ή, έστω, διερωτάται). Έχω την αίσθηση πως αν ο συνθέτης λέξεων διακατέχεται από μια γνήσια, ανυπόκριτη βεβαιότητα πως η σύνθεσή του δε συνιστά ποίημα, δεν πρόκειται ποτέ να τη φανερώσει στην ανθρωπότητα ως ποιητική σύνθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σύνθεση με την οποία ουδέποτε θα ασχοληθούν άνθρωποι, επομένως ουδέποτε θα σχηματιστεί άποψη για την ποιητική της αξία, πέραν αυτής του συντάκτη της και του Θεού της ποίησης.
Όρισα, λοιπόν, το ποίημα στο επίπεδο των προθέσεων του συντάκτη. Τοιουτοτρόπως συμπεριέλαβα στα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης όλα τα ποιήματα που συνετέθησαν υπό τη σκέπη του «τώρα συνθέτω ποίημα» ή «ίσως είναι ποίημα αυτό που τώρα συνθέτω». Σύμφωνα με τη ρήση του Καρούζου, άλλα από αυτά τα ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών και άλλα ποιήματα ποιηματογράφων. Όλα τους, δε, διαθέτουν τον ιστό που απέκτησαν κατά την αυλάκωση του ορισμού μου: τα συνέχει η (ασθενική, έστω) πεποίθηση του συνθέτη τους, η απαραίτητη για να παρουσιασθούν στην ανθρωπότητα ως ποιήματα.
Ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα. Πώς ξέρουμε ποια ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών (για να τα στολίσουμε με δαφνόφυλλα και να τʼ αγαπάμε ως δια χειρός των όλα κατεχόντων) και ποια ποιήματα ποιηματογράφων (για να τα πτύουμε απαξιωτικώς και να τα μισούμε ως δια χειρός των τίποτα κατεχόντων);
Ούτε ξέρω τρόπο ούτε μπορώ να σκαρώσω. Σχεδίασα έναν ορισμό για το ποίημα προσπαθώντας να διατηρήσω την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων. Αποδέχτηκα ότι όλα τα ποιήματα είναι ποιήματα, στη βάση του ότι συνετέθησαν ως τέτοια, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι ότι όλα τα τραγούδια είναι τραγούδια επειδή συντίθενται ως τραγούδια (και όχι ως συνηχήσεις απώθησης σκύλων, μυοκτονίας ή απεντόμωσης). Από εκεί και πέρα, αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιητές από ποιηματογράφους.
Μέσα στην απελπισία του αδιεξόδου, προκύπτει το εξής ερώτημα: είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ας αναρωτηθώ κατάτι ευστοχότερα. Τι λόγους έχω να αποδέχομαι το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ένας λόγος ενδεχομένως είναι το πρόσωπο που πραγματοποίησε το διαχωρισμό: ο Νίκος Καρούζος. Από μόνο του το γεγονός αυτό φρονώ ότι για σημαντική μερίδα ανθρώπων συνιστά απόδειξη, αποτελεί απολύτως αντισεισμικό οίκο αυθεντίας. Σε εμένα δεν επαρκεί. Άλλος λόγος θα μπορούσε να είναι η συμπεριφορά της ιστορίας απέναντι στα ποιήματα: άλλα τα απαθανατίζει και άλλα τα απαλείφει, περιορίζει την ύπαρξή τους στο ότι, απλώς, κάποτε συνετέθησαν. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μεν εγράφησαν από ποιητές και τα δε από ποιηματογράφους. Σουρωτήρι και ο λόγος αυτός. Μπάζει από παντού: α) Δεν είναι ενιαία η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντι στα ποιήματα που απαθανατίζει η ιστορία, β) Οι μηχανισμοί απαθανατισμού δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την έκφραση της λαϊκής αποδοχής, την ισότιμη προβολή όλων των ποιημάτων ή την εφαρμογή κάποιων κοινώς αποδεκτών συνιστωσών αισθητικής, γ) Η ιστορία δεν έχει γραφτεί για τα ποιήματα που συντίθενται σήμερα, επομένως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα ως προς το αν θα τους αποδοθεί κύρος ποιητή ή απαξίωση ποιηματογράφου, δ) Από πουθενά δεν προκύπτει κάποιο «κοσμικό», «μεταφυσικό» αλάθητο της ιστορίας. Ένας τρίτος λόγος θα μπορούσε να είναι η αποδοχή μιας υπεριπτάμενης ποιητικής ιδέας ή προτύπου, προφήτες της οποίας είναι μόνον οι ποιητές και όχι οι ποιηματογράφοι, έστω κι αν αδυνατούμε ημείς οι θνητοί να διατυπώσουμε το σύνολο των κανόνων που γρήγορα, άμεσα και αδιαμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν, απομονώνοντας σαφώς τις δύο ομάδες. Είναι, πράγματι, πειρασμός, φύσει εκπορευόμενος ίσως, να πνευματοποιεί κανείς το σωματικό του ρίγος, να παράγει μια μεταφυσική υπόσταση τοποθετημένη εκτός χωροχρόνου, χαρακτηριζόμενη από πλασματική τελειότητα και αφθαρσία. Κάπως, έτσι, άλλωστε, φθάνουμε και στο filioque της Ποίησης: το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό; Στα θεολογικά συγκλονιζόμαστε αιώνες τώρα δίχως να αμφιβάλλουμε για το πρόσωπο του Υιού. Στα ποιητικά, μαίνονται τα χειρότερα: ούτε καν ξέρουμε τον Υιό. Διεκδικούν ποιητές και ποιηματογράφοι.
Δε βρίσκω να μου προσφέρει τίποτα ο διαχωρισμός ποιητών και ποιηματογράφων. Τον εγκαταλείπω στο αίνιγμά του. Προσπαθώ να βυθιστώ σε ύπνο ηδύ και δια τούτο ενθυμούμαι τον Μάρκο Αυρήλιο: Σήμερα ξέφυγα από καθετί βασανιστικό ή μάλλον έδιωξα καθετί βασανιστικό˙ γιατί δεν ήταν έξω αλλά μέσα μου, στη φαντασία μου.(2) Στρατιές ποιητών, αναγνωστών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ερίζουν γύρω από εκφράσεις όπως «τούτο είναι ποίημα, κείνο δεν είναι ποίημα», «κείνος είναι ποιητής, τούτος δεν είναι ποιητής», υπό τας επιταγάς μιας αποπροσανατολισμένης αίσθησης του υπηρετείν την υπεριπτάμενη Ποίηση. Λες και η συγγραφή ποιήματος ταυτίζεται με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος: χρειάζεται άδεια (εκ Θεού, κράτους ή θεοκρατούμενου κράτους;) και ο παραβάτης φυλακίζεται ως απειλών τη δημόσια υγεία.
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν ορίζαμε γενναιόδωρα πως ποίημα είναι ό,τι γράφεται με την αυτή πρόθεση, αποφορτίζοντας τη λέξη από το μεταφυσικό κίνδυνο της βλασφημίας, ταυτίζοντας τους ποιηματογράφους με τους ποιητές και, εν τέλει, συμφωνώντας σε έναν εφαρμόσιμο, κυριολεκτικό ορισμό;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν αποφλοιώναμε την ποιητική πράξη από την ανάγκη προσδιορισμού φυλετικής ανωτερότητας κάποιων στιχοπλόκων έναντι κάποιων άλλων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν στοχεύαμε σε ένα ευρύ, πεπαιδευμένο περί τα ποιητικά κοινό, το οποίο θα επιλέγει μόνο του τα ποιήματά του, δίχως την προληπτική διαλογή των «επαϊόντων», τουτ’ έστιν ακαδημαϊκών, περιοδικαρχών και άλλων ηγεμόνων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν μετουσιώναμε το σεβασμό απέναντι στην ποιητική τέχνη σε σεβασμό απέναντι σε όλους εκείνους που την υπηρετούν και όχι σε εκείνους που καταλαμβάνουν το θώκο μιας-συχνότατα αμφίβολης ποιοτικά-αναγνώρισης, αναγνωρισιμότητος και δημοφιλίας;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;
Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;
Στην αγκαλιά, πια, του Μορφέα, δε διερωτώμαι διόλου.
1. Καρούζος Νίκος, 1998: 115. Πεζά Κείμενα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
2. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου
* Ο Δημήτρης Μουζάκης είναι ποιητής.
βιβλίο επισκεπτών 07
(Απόσπασμα) – του Δημήτρη Μουζάκη*
Ένα βράδυ –βράδυ θα πρέπει να ‘ταν, μιας και τοίχος που δε νιώθει το φεγγάρι δεν υπήρξε ποτέ- το δωμάτιο του τοίχου επισκέφθηκε για πρώτη φορά ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με κανέναν από τους ανθρώπους που ως τώρα είχε ακούσει. Ο άνθρωπος αυτός φερόταν αλλόκοτα, ανακάτωνε το δωμάτιο, ψαχούλευε το καθετί που υπήρχε μέσα του, ανοιγόκλεινε συρτάρια, περιεργαζόταν θήκες και θηκούλες, ψηλαφούσε τον ίδιο τον τοίχο σπιθαμή προς σπιθαμή και τον αναστάτωνε. «Κλέφτης», σκέφτηκε ο τοίχος και τρομοκρατήθηκε- και τότε, συνέβη κάτι το καταπληκτικό. Ο άνθρωπος που ψαχούλευε με τόση μανία το δωμάτιο είπε: «Ναι, κλέφτης». «Ακούστηκα;», αναρωτήθηκε σαστισμένος ο τοίχος. «Ναι», αποκρίθηκε πανήρεμος ο κλέφτης, συνεχίζοντας, ταυτόχρονα την επιδρομή του.
«Αν δεν φύγεις, κλέφτη», σκέφτηκε θυμωμένα και αποφασιστικά ο τοίχος, «θα τρίξω τα τούβλα μου με όλη μου τη δύναμη. Οι άνθρωποι που ζουν μέσα μου θα νομίσουν ότι γίνεται σεισμός, θα ξυπνήσουν και τότε…». Ο κλέφτης δεν φάνηκε να ταράζεται. Με ξεκάθαρη φωνή και, δίχως να πάψει στιγμή να αναζητά, είπε στον τοίχο: «Κανείς δε ζει μέσα σου». «Χα», κάγχασε ο τοίχος με τη σκέψη του. «Και ποιοι είναι όλοι αυτοί που ακούω ολημερίς –και καμιά φορά το βράδυ- να μιλούν και να στενάζουν, να κλαίνε και να γιορτάζουν, να γεννούν, να μισούν και ν’ αγαπούνε;». «Απ’ έξω σου έρχονται καημένε όλες οι φωνές», είπε ο κλέφτης, «εδώ μέσα μήτ’ έζησε μήτε θα ζήσει κανείς ποτέ».
Ο τοίχος δεν πίστεψε τον κλέφτη. Πήρε βαθιά ανάσα από τα ρουθούνια της επιφάνειάς του κι έτριξε μ’ όση δύναμη είχε τα τούβλα του για να ξυπνήσει τους ανθρώπους, μια και δυο και τρεις φορές. Αποκαμωμένος, περίμενε ν’ ακούσει την αφύπνιση που θα έδιωχνε τον κλέφτη. Όμως δεν σάλεψε κανείς. Κρύος ιδρώτας περιέλουσε, τότε, τον τοίχο. Ώστε ήταν αλήθεια; Όλα έρχονταν απ’ έξω; Μέσα στο δωμάτιο, το δικό του δωμάτιο, δεν έζησε ποτέ κανείς; Κι ετούτος, ο κλέφτης, τι γύρευε με τέτοια επιμονή μες στο δωμάτιο;
*Ο Δημήτρης Μουζάκης είναι ποιητής. Το απόσπασμα ανήκει στο διήγημα «Ο τοίχος», της συλλογής ποιημάτων «Αυτάρεσκη Σιωπή» (Εκδ. Ενδυμίων, 2009).
Ένα ποίημα της Άννας Γρίβα*
για μαγκωμένα χαμόγελα
και αναβολές του ποτέ
επ’ αόριστον
η μητέρα πήρε στα χέρια της το περίστροφο το ψωμί την αγωνία
ύστερα είπε πως οι μέρες που περνούν κόβουν τον ήλιο στα δυο
ανοίγει τα μάτια της τις δέκα αγκαλιές της από αγάπη μόνο
δε χωρά κανείς στην αγκαλιά της μικρή κοριτσάκι η μητέρα
μικρή άνεμος και νοσταλγία που σβήνει
τιμωρία που δεν ξέρεις για τι και για ποιον
δε χωρά κανείς στην αγκαλιά της νεκρή η μητέρα
δεν υπάρχει το φιλί της
γυμνή μέσα στο κόκκινο φουστάνι της
κρεμά μια μια τις μνήμες στα μανίκια
και σέρνει το βάρος φωνές παράπονα
αντέχει το χρόνο
όχι πια
η μελωδία πάνω στο χώμα
την ακούει όποτε γαντζώνεται η νύχτα στα μαλλιά της
δεν έχουμε λόγο ν’ αντιστεκόμαστε στις μελωδίες
όσα δίνουν κι όσα παίρνουν ένας κόκκος στους ανέμους
μια μαύρη κηλίδα δεν της αρέσουν τα χρώματα
κηλίδα
και οι μέρες κόβουν τον ήλιο στα δυο
τεμάχιο της μοίρας μου το μαχαίρι
μητέρα ακούω άγγελος καταστροφής το άγγιγμά της
μητέρα όχι πια
δεν με περιμένει κι εγώ πονώ που δε μπορώ να την αγγίξω
πορφυρή αποκρουστική όσο ποτέ δεν είδε
ταξιδεύει και φθάνει πάντα στο τελευταίο λάθος της
είναι καταδίωξη και τη φοβάμαι
φεύγει γυρνά δε γυρνά στριφογυρνά
μα είναι πάντα μέσα στο βρώμικο τζάμι και με κοιτά
η αντανάκλασή της με τη μορφή μωρού ή γάτας
όσα χρόνια κι αν περάσουν
στα χέρια μου έχω μια πληγή μεγάλη σαν τα μάτια της
*Ποίημα από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή της Άννας Γρίβα, “Η φωνή του σκοτωμένου” από τις Εκδόσεις Χαραμάδα
βιβλίο επισκεπτών 06
Πατάς μανιωδώς ctrl και tab. Η μία καρτέλα ανοίγει πίσω από την άλλη. Πληκτρολογείς σε ταχύτητα ρεκόρ διευθύνσεις. Τόσες διευθύνσεις απ’ έξω ποτέ στη ζωή σου δεν είχες μάθει. Enter και μπαίνεις σε 15 διαφορετικά site. Πατάς στην «αναζήτηση» τα προϊόντα που ψάχνεις, τα πετάς όλα στο καλάθι, συγκρίνεις τιμές, διαβάζεις κριτικές και σχόλια. Στο τέλος μπερδεύεσαι, αγοράζεις άλλο από αυτό που ήθελες και πάλι από την αρχή για να ακυρώσεις την παραγγελία.
Για κάποιους όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι μία απλή καθημερινότητα. Κάποιοι άλλοι ίσως να αναρωτιούνται τι ακριβώς γράφω. Όπως και να ‘χει, τα ηλεκτρονικά καταστήματα και τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία, πιο συγκεκριμένα, έχουν μπει πια στη διαδικτυακή μας καθημερινότητα και μας προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες.
Πρώτα απ’ όλα, εφόσον τα περισσότερα ενημερώνονται από την ηλεκτρονική βάση της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ (του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου), προσφέρουν έναν πλήρως ενημερωμένο κατάλογο για ΟΛΟΥΣ τους τίτλους που έχουν κυκλοφορήσει στον ελληνικό χώρο. Πάμε όμως σε πιο πρακτικά θέματα: ο ενδιαφερόμενος μπορεί να διαλέξει το βιβλίο που επιθυμεί οποιαδήποτε στιγμή του 24ώρου. Η δε αγορά, μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε μέρος της γης και να καλύψεις ανάγκες σε βιβλία που πολύς κόσμος εκτός Αθηνών δεν μπορεί να βρει. Ο χρόνος παράδοσης είναι πολύ γρήγορος. Ειδικά αν είσαι μανιακός αναγνώστης δε χρειάζεται να κουβαλάς τις ντάνες τα βιβλία εφόσον έρχονται αυτά στην πόρτα σου να σε βρουν. Οι πολλοί και διαφορετικοί τρόποι πληρωμής καλύπτουν όλες τις ανάγκες, ακόμη και αυτών που φοβούνται να χρησιμοποιήσουν πιστωτικές κάρτες στο Διαδίκτυο. Μερικά από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία έρχονται να καλύψουν το κενό που άφησαν τα παραδοσιακά καφέ και η συναντήσεις που γίνονταν εκεί. Δημιουργούν βιβλιοφιλικές κοινότητες όπου ο κόσμος μπορεί να ανταλλάξεις απόψεις και ιδέες, να συζητήσει και να ενημερωθεί. Τέλος, σε μια εποχή όπου όλοι παίζουμε κυνηγητό με το χρόνο, αγοράζοντας από τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία μπορούμε να κερδίσουμε λίγο από αυτόν.
Το μοναδικό μειονέκτημα των ηλεκτρονικών βιβλιοπωλείων είναι το ότι δεν μπορείς να αγγίξεις το βιβλίο, να το μυρίσεις και να το νιώσεις. (Δεν αναφέρω το να ξεφυλλίσεις τις σελίδες του βιβλίου γιατί είναι πλέον εφικτό). Και αυτό όμως το αρνητικό ισοσταθμίζεται από τη διαδικασία ξετυλίγματος του πακέτου, όταν αυτό φτάσει στο σπίτι σου. Σκίζεις φακέλους, ξεδιπλώνεις περιτυλίγματα και αγωνιάς μέχρι να αντικρίσεις τα βιβλία που παράγγειλες. Είναι σαν κάθε φορά να έρχεται ένα δώρο στο σπίτι σου!
της Λένας Βλασταρά, Υπεύθυνη Επικοινωνίας CaptainBook.gr
***
Βγήκα έξω και κατευθύνομαι στο ασανσέρ. Την ίδια στιγμή ξεπροβάλλουν και άλλοι υπάλληλοι, όλοι οι υπάλληλοι του ορόφου μείον τριάντα τρία. Κάποιοι πηγαίνουν προς το μπαλκόνι, ίσως για να κοιτάξουν λίγο τον ουρανό. Όσο ψεύτικος και αν γνωρίζουμε ότι είναι, μας δίνει μια μικρή ελπίδα για κάτι απροσδιόριστο, κάτι όμορφο. Και το πιο ωραίο συναίσθημα το έχουμε όταν σηκώνουμε ή χαμηλώνουμε το κεφάλι και βλέπουμε κάποιον από άλλο μπαλκόνι να μας κοιτάει και χαμογελάμε. Αυτή την κίνηση την αντιλαμβάνομαι ίσως και σαν μυστική συμφωνία. Στο μπαλκόνι, όλοι μας ΜΙΣΟΥΜΕ την ΠΕΔΑ και αγαπούμε και καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον. Όσο μπορούμε και χαμογελάμε ο ένας στον άλλο, υπάρχει ελπίδα.
Μακριά απ’ το μπαλκόνι δε γνωριζόμαστε, δεν αγαπιόμαστε, γινόμαστε πάλι πρόβατα, υποτασσόμαστε στη δύναμη των ανωτέρων μας. Δεν ξέρουμε πόσοι είναι, αλλά τους φοβόμαστε. Φοβόμαστε μήπως κάνουν κακό στις οικογένειές μας. Πιθανόν να είναι λίγοι, αλλά είναι αδύνατον να συγκεντρωθούμε και να ξεκινήσουμε επανάσταση. Μας παρακολουθούν όλη τη μέρα στη δουλειά. Δε μας αφήνουν να μιλάμε μεταξύ μας, παρά μόνο πολύ λίγο την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. Δεν προλαβαίνουμε να ανταλλάξουμε διευθύνσεις. Αν καταφέρουμε να ανταλλάξουμε, ίσως μας κάνουν έλεγχο. Επίσης, δε γνωρίζουμε αν ανάμεσά μας βρίσκεται κάποιος ανώτερος ή κάποιος προδότης. Για να ξεκινήσει μια μαζική επανάσταση, θα πάρει πολύ χρόνο, μεγάλη υπομονή, πολύ μεγάλο ρίσκο. Για να ξεσκεπαστεί η ΠΕΔΑ, θα αρκούσε ίσως μόνο ένα τηλεφώνημα. Τα τηλέφωνά μας όμως παρακολουθούνται ή έτσι νομίζουμε. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Ζούμε μέσα στην αμφιβολία και την απειλή. «Θα σας δολοφονήσουμε, θα σας κάψουμε, θα βιάσουμε τις οικογένειές σας». Γεγονότα σαν το προηγούμενο στο δωμάτιο ένα, δείχνουν ότι ίσως και να εννοούν όλα αυτά που λένε. Ίσως. Στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν, πού και πότε μας παρακολουθούν. Μπορεί και να μην το κάνουν ποτέ και όλα αυτά να είναι μια καλοστημένη φάρσα. Στο σπίτι δε με παρακολουθούν, αν το έκαναν θα μάθαιναν πολλά για το μίσος μου, για τον τοίχο και τη «Σκοτεινή Τέχνη», για τη γυναίκα, θα με είχαν «απολύσει» από καιρό. Στο δρόμο, στο τηλέφωνο, στη δουλειά, μερικές φορές ΝΟΜΙΖΩ πως δε με παρακολουθούν, άλλες φορές πάλι ΝΟΜΙΖΩ πως το κάνουν. Ποτέ δεν είμαι σίγουρος. Αν ήμουν σίγουρος για κάτι, θα σχημάτιζα μια εικόνα για την ΠΕΔΑ. Δε γνωρίζω όμως τίποτα για τη δύναμή της, γι’ αυτό και δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω.
(Απόσπασμα)
Ο Αστέρης Αστεριάδης είναι συγγραφέας και το βιβλίο του “100 Μέτρα κάτω από το γέλιο” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χαραμάδα
βιβλίο επισκεπτών 05
της Δανάης Δάσκα, αναγνώστριας του Bookmarks
Μιλώντας σαν αναγνώστης και σαν άνθρωπος με μια μικρή σχετικά εμπλοκή με τον χώρο τόσο του βιβλίου όσο και του τύπου, ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τις εξής σκέψεις:
Πρώτον από τη στιγμή που οποιοδήποτε έντυπο φιλοξενεί διαφημίσεις το αν διανέμεται δωρεάν ή αν πωλείται είναι απλά μια διαφορετική προσέγγιση μάρκετινγκ. Ακόμα και σε περιπτώσεις που ένα περιοδικό λειτουργεί με εθελοντές, δηλαδή έχει μόνο κέρδος αυτοσυντήρησης δεν τίθεται για μένα θέμα μεγαλύτερης ή μικρότερης ανεξαρτησίας. Η «ηθική» κοινώς κάθε εντύπου καθορίζεται από τις αξίες που θέτει το ίδιο και προσφέρει στους αναγνώστες του. Οπότε για μένα τα άρθρα της Καθημερινής θέτουν ένα εντελώς πλαστό ζήτημα.
Δεύτερον το θέμα της ανεξαρτησίας δεν κρίνεται μόνο στο οικονομικό πεδίο. Γιατί καταρχήν πρέπει να αναρωτηθούμε από τι θέλουμε να είμαστε ανεξάρτητοι, τόσο οι αρθρογράφοι όσο και οι αναγνώστες. Π.χ. ο Ριζοσπάστης είναι μια εφημερίδα χωρίς διαφημίσεις που ζει μόνο από τις συνδρομές των αναγνωστών της. Αλλά θα την χαρακτηρίζατε ανεξάρτητη;
Τρίτον, δανείζομαι το σχόλιο «μικρό χωριό» κι λέω το εξής: Την μεγαλύτερη «πληγή» στην ανεξαρτησία των απόψεων των εντύπων δεν την προκαλεί καν το κέρδος αλλά οι διαπροσωπικές σχέσεις. Πιο πολύ νιώθω ότι σε μια βιβλιοπαρουσίαση παίζει ρόλο το με ποιον πίνει ποτά ένας συγγραφέας ή ένας εκδότης παρά τα χρήματα κάτω από το τραπέζι. Κι αυτό δεν γίνεται απαραίτητα κακόβουλα, γίνεται κι επειδή απλώς συμβαίνει οι άνθρωποι που γράφουν με οποιονδήποτε τρόπο να συναντιούνται αργά ή γρήγορα και να δημιουργούν φιλίες, συμμαχίες ή και έχθρες. Δουλεύοντας σε εκδοτικό οίκο είδα να υπερισχύει φορές και το «είναι πατριωτάκι μου» ακόμα και εις βάρος του κέρδους. Αλλά στο μικρό χωριό που λέγεται Ελλάδα και στο ακόμα πιο μικρό που λέγεται «καλλιτεχνικό» lifestyle αυτό το φυσικό φαινόμενο γίνεται πολύ μεγάλη τροχοπέδη για την αξιοπιστία της ίδιας μας της σκέψης, πόσο μάλλον της αρθρογραφίας.
Τέταρτον η ποιότητα μιας κριτικής έχει τόσα πολλά προβλήματα να λύσει πριν φτάσουμε καν στο ερώτημα περί ανεξαρτησίας εντύπων. Κι εξηγούμαι: Αναρωτηθήκαμε ποτέ τι είναι ένα Δελτίο Τύπου; Τις περισσότερες φορές στέλνεται χωρίς καν το αντικείμενο που περιγράφει και δημοσιεύεται σχεδόν απαράλλακτο. Όχι γιατί κάποιος πληρώθηκε αλλά γιατί η βιβλιοπαρουσίαση είναι ανένοχη. Πλέον σε πολλά άρθρα παρουσιάζεται ανοικτά ένα βιβλίο το οποίο ο ίδιος ο αρθρογράφος «ανυπομονεί να διαβάσει». Κι αυτό από μόνο του δεν είναι κακό, είναι μια λίστα νέων που προσφέρεται στο κοινό της, αλλά εμπεριέχει ήδη μία κριτική (βλ. Δελτίο Τύπου) η οποία είναι όπως ξαναείπα ανένοχη.
Πέμπτον και κλείνω γιατί σας κούρασα. Η κριτική στην Ελλάδα είναι μια «τεχνική» που δεν έχουμε εκπαιδευτεί να κάνουμε. Όχι γιατί θέλει πτυχίο ούτε γιατί είμαστε ανίκανοι. Αλλά γιατί το να έχεις δει πολλές ταινίες ή πολλά θεατρικά ή να έχεις διαβάσει πολλά βιβλία (ή να έχεις πιει πολλά ποτά με ανθρώπους του χώρου) δεν σημαίνει ότι έχεις τη δυνατότητα να αναλύσεις το περιεχόμενο ενός έργου και να το κρίνεις. «Κρίνουμε» κι αναλαμβάνουμε να γράφουμε για αυτά που αγαπάμε, ενίοτε ούτε καν αυτό, απλά μας ανατίθεται. Μια καλή αρχή θα ήταν για μένα να διαβάσουμε πολλές κριτικές του εξωτερικού και να καταλάβουμε πως δομείται η επιχειρηματολογία μιας κριτικής, που αρχίζει και που σταματά το προσωπικό μας βίωμα μέσα σε μία κριτική, τι κοινωνικές ή ακόμα και χωροχρονικές παραμέτρους πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη κ.ο.κ. Στο τοπίο όπως είναι σήμερα βλέπω μόνο ή εκρήξεις ενθουσιασμού ή κόλαφους απαξίωσης. Ξέρω ότι σιχαινόμαστε τη λέξη κανόνες αλλά θα’ θελα να υπήρχαν κάποια πράγματα που κανένας δεν μπορεί να παραλείψει από μια κριτική που δημοσιεύει. Κι επίσης θα’ θελα να μαθαίνω περισσότερα για το πώς βλέπει ένας συγγραφέας, σκηνοθέτης, εικαστικός τον κόσμο παρά για το πώς τον βλέπει ο αρθρογράφος της κριτικής.
Πάντως η μάχη free press και υπόλοιπων εντύπων μεταφράζεται στον εντελώς εσωστρεφή διάλογο «εμένα με αγοράζουν, εσένα σε διαβάζουν γιατί σε βρήκαν στο μετρό» και στην απάντηση «εγώ είμαι νέος και ανεπηρέαστος, ενώ εσύ είσαι κατεστημένο». Κανένας από τους δύο ισχυρισμούς δεν νομίζω ότι ισχύει.
Ευχαριστώ για τον χρόνο σας.
του Μίμη Κωστήρη, ποιητή
ΛΕΞΕΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ
Τις αλληλουχίες
των κρυφών νοημάτων
αναζητά
Με σχήματα, αρμονικές σειρές
ακολουθίες και πρόσημα λέξεων
πράξεις ζωής να λύσει
Πως αφαιρείται
η έπαρση απ’ τον άνθρωπο
Ποια η ρίζα του πόνου
ή το τετράγωνο της χαράς
Κι’ ακόμα να αποδείξει
-πλην όμως επί ματαίω-
πως το ελάχιστον της ύπαρξης
δεν τείνει προς το μηδέν
από την ποιητική συλλογή
“Άγρυπνες Ώρες”
που κυκλοφορεί
στις Εκδόσεις Χαραμάδα
βιβλίο επισκεπτών 04
Μια φορά και έναν καιρό ήταν 12 παρά ,η σελήνη ήταν κρεμασμένη στον ουρανό..και .όλα ήταν γαλήνια ώσπου ξαφνικά ένας παράξενος θόρυβος ακούστηκε ξανά και ξανά…
και όταν πέρασε ώρα πολύ..άρχισαν τα άστρα να ρωτούν… ‘’γκλιν γκλον… τι στο καλό είναι αυτό;’’… ‘’Μήπως κάποιο πουλί ήπιε πολύ; Μήπως κάποιο σύννεφο πάει για βροχή;’’…
και όσο αναρωτιόντουσαν δυνατά τόσο η σελήνη γινόταν πιο κόκκινη…
Τόσο κόκκινη που ακόμα και η παπαρούνα του κάμπου αν ήταν ξύπνια τέτοια ώρα θα ζήλευε… ευτυχώς όμως η παπαρούνα κοιμόταν και έβλεπε όνειρα με γύρη και μέλισσες…
Η σελήνη τότε το αποφάσισε φόρα πήρε και λίγο παραπάτησε… αλλά κατάφερε να το πει δυνατά να ακούσουν όλοι και όλά πέρα μακριά: ‘’εντάξει το παραδέχομαι… πεινάω και μάλιστα πολύ και το στομάχι μου το διαλαλεί… Μεσάνυχτα ήρθαν πια και εγώ ούτε μια μπουκιά… Δεν αντέχω πρέπει να φάω…και τι έγινε αν γίνω πανσέληνος μια μέρα πριν; Θα το καταλάβεις κανείς; Δεν αντέχω αυτό το μαρτύριο…’’
Τα άστρα γελάσαν… και αστράψαν πιο πολύ ‘’Κάθε Χριστούγεννα τα ίδια μας κάνει… τι λιχούδα που είναι η σελήνη! … μυρίζει τα γλυκά τσουρέκια, τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα που ψήνουν οι φούρνοι… και όνειρα βλέπει μελένια και τη διαίτα ξεχνά.. χαχα… ‘’
Αστερόσκονη σκόρπισαν πολύ και τα κάλαντα της τραγουδούσαν ως το πρωί…
έτσι κάθε χρόνο η σελήνη ξεχνούσε την πείνα της την μεγάλη και τα μελένια όνειρά της μπαίναν στο σάκκο του Άγιου Βασίλη για να παραδοθούν στις 12 ακριβώς την Πρωτοχρονιά στους μεγάλους που έμεναν πάντα παιδιά…
Υ.Γ. Ξεφύλλιζα το δεύτερο τεύχος του Bookmarks και τυχαία το βλέμμα μου έπεσε σε ένα στίχο του Γ. Λίλλη (τι τρώει η σελήνη όταν πεινά τα μεσάνυχτα;) και κατέγραψα την ιδέα που μου ήρθε αυθόρμητα…// μια μικρή ιστοριούλα ως απάντηση…
της Βίκυς Παπαδοπούλου, αναγνώστριας
Δύο τεύχη αφιερωμένα στο υπερμικρό διήγημα (Μπονζάι) ετοιμάζει το περιοδικό «Πλανόδιον».
Το υπερμικρό διήγημα, μια σύντομη πεζογραφική φόρμα που τα βασικά της ειδοποιητικά χαρακτηριστικά είναι η πλοκή και ο μικρός αριθμός λέξεων, εγκαινιάστηκε το 1992 από την ανθολογία των Τζέημς Τόμας, Ντένις Τόμας και Τομ Χαζούκα με τίτλο «Flash Fiction». Από τότε το πεζογραφικό αυτό υποείδος του διηγήματος έχει πραγματοποιήσει μια εκπληκτική διαδρομή σε πολλές χώρες και γλώσσες, θυμίζοντάς μας την ανάλογη πορεία του χάικου εκτός Ιαπωνίας. Την εντυπωσιακή διάδοσή του πιστοποιούν τα πολλά ιστολόγια τα αφιερωμένα σ’ αυτό και οι πολλές σχετικές ανθολογίες που κυκλοφορούν σε αρκετές γλώσσες, ενώ, το νέο είδος, έχει ήδη αρχίσει να διεκδικεί και τους προγόνους του, με απώτατες ρίζες που ανατρέχουν στον Αίσωπο: Τσέχωφ, Κάφκα, Μπόρχες, Λόβκραφτ, Μπράντμπερυ, Βόνεγκατ κ.ά. Η συντομότερη μορφή, μια ιστορία έξι λέξεων υπονοούμενης πλοκής, αποδίδεται στον Χέμινγουαιη: «Για πούλημα: παιδικά παπούτσια, εντελώς αφόρετα».
Την προσπάθεια να ενσωματωθεί η φόρμα αυτή στις τοπικές γλώσσες και κουλτούρες προδίδει η μέριμνα να βρεθεί ένας όρος που να αποδίδει την διακριτότητα του είδους σε κάθε μία από αυτές. Έτσι, μεταξύ άλλων, εκτός από το «Flash Fiction», που τείνει να επικρατήσει στα αγγλικά, θα δούμε ακόμα τους παρακάτω όρους: Micro Fiction, Sudden Fiction, Nano Fiction, Short Short Story, Micro Story, Fast Fiction, Postcard fiction (αγγλικά), Microfiction, Nanofiction, Fiction ιclair (γαλλικά), Μicroficciσn, Cuento muy corto (=Πολύ σύντομο διήγημα), Relato de taza de cafι (=Ιστορία φλιτζανιού του καφέ), Relato de tarjeta postal (=Ιστορία της ταχυδρομικής κάρτας), Relato telefσnico (=Τηλεφωνική ιστορία), Μicrorelato, Μinificciσn, Relato mνnimo (ισπανικά), Kortprosa, Brat Fiktion, Pludselig Fiktion, Glimtfiktion, Lynfiktion (δανέζικα), Малая проза, Моментальная проза (ρωσικά), Flash Novella (ιταλικά), Lynfiksjon (νορβηγικά), Kortprosa (σουηδικά).
Απέναντι σε όλα αυτά, το «Πλανόδιον» εισηγείται και εγκαινιάζει τον όρο «Μπονζάι», έναν πλατιά διαδεδομένο διεθνή φυτοκομικό όρο, που στη λογοτεχνική μας παράδοση μας οδηγεί φυσιολογικά στη σολωμική μεταφορά: «Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού». Σύμφωνα με το λεξικό της «Βικιπαίδειας» το «Μπονζάι» είναι τέχνη. Είναι η τέχνη της αισθητικής σμίκρυνσης των δέντρων ή της ανάπτυξης ξυλωδών φυτών σε σχήμα δέντρου, πάντοτε σε φορητά δοχεία. Στις «ιστορίες Μπονζάι» που εισηγείται το «Πλανόδιον», η καλλιτεχνική με την οργανική αναλογία παραμένουν δραστικά αλληλέγγυες.
Από τα δύο τεύχη που προγραμματίζει το περιοδικό, το πρώτο θα είναι αφιερωμένο στην αγγλοσαξωνική παραγωγή, με πλούσια επιλογή από τα καλύτερα δείγματα του είδους. Το δεύτερο θα σηματοδοτεί την ελληνική συμμετοχή, όπου, εκτός από τη συμβολική παρουσία αντιπροσωπευτικών προδρομικών μορφών (Αίσωπος, αγιολογικά κείμενα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Φαίδρος Μπαρλάς και άλλα με παρόμοια χαρακτηριστικά πρό του 1990), καλούνται οι σύγχρονοι νεοέλληνες λογοτέχνες να λάβουν μέρος.
Όροι συμμετοχής: Μέχρι τρία διηγήματα με πλοκή έως 750 λέξεις το καθένα.
Αποστολή: Με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στο planodion@otenet.gr
ή με το συμβατικό ταχυδρομείο σε CD στη διεύθυνση: περ. «Πλανόδιον», Σεβαστείας 27, 171 22 ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ, συνοδευόμενα σε κάθε περίπτωση από βιογραφικό και ταχυδρομική διεύθυνση έως τις 30 Ιουνίου 2010 (θα υπάρξει απάντηση σε όλες τις συμμετοχές).
του Γιάννη Πατίλη, εκδότη του περιοδικού Πλανόδιον
βιβλίο επισκεπτών 03
της Σοφίας Κολοτούρου (ποιήτριας)
Πριν από 70 χρόνια σχεδόν, καθώς ξεσπούσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Κωστής Παλαμάς έγραψε τους παρακάτω στίχους:
Ανάξιος όποιος ξάφνου ακούει
το προσκλητήρι των καιρών
να το φυσάει ή να το κρούει
σάλπιγγα ή τύμπανο…Τ’ ακούει
δεν λέει: Παρών!
Την ίδια εποχή ο Γιώργος Σεφέρης, επαναλαμβάνοντας την αποστροφή του Holderlin αναρωτήθηκε: “…Κι οι ποιητές, τι χρειάζουνται σ’ έναν μικρόψυχο καιρό; ”
Συνεπώς, εάν θέλουμε σήμερα να αναρωτηθούμε εκ νέου εάν χρειάζονται οι ποιητές και η ποίηση στην κοινωνία μας, το σωστό ερώτημα είναι το εξής: “…Είναι οι καιροί μικρόψυχοι ή μήπως εμείς δεν ακούμε το προσκλητήρι των καιρών; ”
Το βέβαιο είναι πως κάθε εποχή και κάθε γενιά έχει τα δικά της ιδιαίτερα προβλήματα. “ Κανείς δεν θα ξεφύγει τη γενιά του” έγραψε, το 1940 επίσης, ένας άλλος μεγάλος μας ποιητής, ο Άγγελος Σικελιανός. Κι αν η γενιά των παππούδων και των πατεράδων μας είχε να αντιμετωπίσει πολέμους, στερήσεις, φτώχεια, εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση και άλλα μεγάλα κοινωνικά γεγονότα, αυτό δεν σημαίνει ότι η δική μας γενιά δεν έχει κοινωνικά προβλήματα, μόνο και μόνο επειδή βρισκόμαστε σε περίοδο ειρήνης.
Το μεταναστευτικό κύμα, πρώτα πρώτα, έχει πια αντίθετη φορά, καθώς αντί να φεύγουν οι Έλληνες στην Αμερική, την Αυστραλία και τη Γερμανία, εδώ και 20 χρόνια η χώρα μας υποδέχεται μετανάστες από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Ουκρανία, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν. Η δυσκολία της ενσωμάτωσης των μεταναστών έχει ήδη δημιουργήσει πολλά προβλήματα στην Ελληνική κοινωνία.
Ένα άλλο κοινωνικό θέμα είναι η οικονομική κρίση, η ανεργία, οι χαμηλά αμοιβόμενες θέσεις εργασίας (από τις οποίες προέκυψε και ο όρος “γενιά των 700 ευρώ”) , καθώς και η κατάργηση συνδικαλιστικών κεκτημένων για τα οποία χύθηκε πολύ αίμα κάποτε – όπως το οκτάωρο.
Οι ποιητές που είναι σε θέση να ακούσουν “το προσκλητήρι των καιρών” και να γράψουν γι’ αυτή τη κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε όλοι γύρω μας, για τα γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, για την επίθεση στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, για τη γενιά των άνεργων ή υποαπασχολούμενων πτυχιούχων, για τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, για τις επιθέσεις στη Γάζα, αλλά και για τα “μικρά καθημερινά” θέματα που όλους μας απασχολούν, από την κίνηση στους δρόμους μέχρι τα τηλεοπτικά προγράμματα, μπορούν με λίγους στίχους τους να μας κάνουν να συλλογιστούμε πάνω σε αυτά που ζούμε και να δούμε την πραγματικότητα γύρω μας με περισσότερο σκεπτικισμό ή προβληματισμό ή ακόμα και με μεγαλύτερη συγκατάβαση.
Η ποίηση έχει και θα έχει θέση στην προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και να συνυπάρξει αρμονικά με τον συνάνθρωπο, καθώς ακόμη και να εκφράσει μέσω αυτής τα συναισθήματά του, σε ώρες λύπης, μοναξιάς ή και χαράς και γλεντιού.
“Πάρε την Λέξι μου – δώσε μου το χέρι σου” έγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Εκείνοι ανάμεσά μας που είναι άξιοι ν’ ακούσουν το προσκλητήρι των καιρών ας κρατήσουν μια λέξη, ένα ποίημα – κι ας σφίξουν τα χέρια.
του Γιώργου Καλοζώη (Ποίημα του Γιώργου Καλοζώη, από την καταπληκτική ποιητική συλλογή “Η κλίση του ρήματος” που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φαρφουλάς)
ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΩΜΕΝΟΙ
Eίμαι πάνω στο δέντρο
όπως άλλοι είναι πάνω στα
παιδιά τους στη δουλειά τους
επάνω στα χρήματα
από κάτω περνούν ζώα
θα ’θελα να εξημερώσω μερικά
συνήθως τα πιο άγρια είναι
τα καθημερινά τα συνηθισμένα
απ’ όσα έχεις ξεμάθει να φοβάσαι
να προφυλάγεσαι
κάποια είναι συνδυασμός ανθρώπου
και ζώου τα χέρια τους
ακουμπούν μέχρι τη γη
σκύβουν πολύ το κεφάλι σαν να
τους έχει πέσει κάτι και το
ψάχνουν
έχουν μάθει να κατασκευάζουν
όπλα έχουν πολλές παρτίδες
με τους χρονοδιακόπτες τις
γομώσεις τις πυρίτιδες
είναι ικανοί να ανατινάξουν τα
πάντα
από πού πήραν αυτές τις γνώσεις
και ποιος τους έμαθε ότι θα
πετύχουν αυτό που επιζητούν με
τούτα τα πράγματα
τρεις μεγαλόσχημοι παπάδες
πλησιάζουν το δέντρο
ενώνουν τα απέραντα χέρια τους
σαν τα χριστουγεννιάτικα
χάρτινα ανθρωπάκια
και σφίγγουν το δέντρο
έρχονται κάθε νύχτα και σφίγγουν
τον κορμό σφίγγουν τα δόντια τους
σφίγγουν τα σκήπτρα τους με
μια δύναμη απερίγραπτη
το δέντρο βαριανασαίνει
τρέχουν οι ιδρώτες του
σιγά σιγά εξασθενίζει
ίσως αν κάποιος τοποθετούσε
συρματόπλεγμα γύρω του
να ’ταν μια λύση καλή
όμως ο απλός κόσμος φοβάται
κι ο φιλήσυχος πολίτης εξασκείται
στο αμέριμνο σφύριγμα
ενώ από μακριά ακούγονται οι
πρώτες των αστυνομικών σταθμών
ανατινάξεις
Βιβλίο επισκεπτών 02
από την Ελένη Γκίκα (δημοσιογράφος στο Έθνος)
Σε γενικές γραμμές πιστεύω ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο βιβλία που μας δαγκώνουν και μας τσιμπούν. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ταρακουνά βίαια σαν γροθιά στο κεφάλι, τότε γιατί να μπούμε καν στον κόπο ν’ αρχίσουμε να το διαβάζουμε; Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας γρονθοκοπούν σαν την πιο οδυνηρή συμφορά, σαν τον θάνατο κάποιου που αγαπάμε περισσότερο κι από τον εαυτό μας, που μας κάνουν να αισθανόμαστε σαν να μας έχουν εξορίσει στα άγρια δάση, μακριά από κάθε ανθρώπινη παρουσία, σαν αυτοκτονία. Ένα βιβλίο πρέπει να είναι ο πέλεκυς για την παγωμένη θάλασσα που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτό πιστεύω εγώ».
Αυτά πιστεύει ο Alberto Manguel στην περίφημη «Ιστορία της ανάγνωσης». Επειδή ένα βιβλίο μπορεί και να είναι για μας η «ζαριά που καταλύει το τυχαίο». Αλλ’ επειδή, είπαμε, με ό,τι έχουμε διαβάζουμε, ό,τι είμαστε, για να μας συμβεί κάτι, θα πρέπει να το θελήσουμε, να είμαστε ήδη ανοιχτοί. «Σε κλειδωμένες ψυχές ο Θεός δεν εισχωρεί, δεν παραβιάζει» (γέρων Πορφύριος), και σε εποχές που συνηθίζουμε να βαδίζουμε τρέχοντας και όλοι μαζί, «ο μοναχικός αναγνώστης ίσως να είναι είδος προς εξαφάνιση». Ίσως και να έχει χάσει ήδη για πάντα «την απόλαυση αυτής της μοναξιάς». Την καταλυτική συνάντηση με ένα βιβλίο. Την ανάγνωση που, ως ζαριά, μπορεί και να καταλύσει το τυχαίο.
Εκείνο που παραμένει, ανώδυνο κι ασήμαντο: «σκοτώνω τον χρόνο μου», διαβάζοντας ό,τι με κολακεύει ή ό,τι μου είναι οικείο, φοβάμαι, τελικά.
Κι εδώ μπαίνει ο ρόλος μας. Η εντιμότητα, η ευθύνη μας, η ευχαρίστησή μας, εμείς: οι ενδιάμεσοι.
Κολλημένοι ο ένας – ίσως- στις επιλογές του άλλου. Παρασυρμένοι από την βιαστική, εμπορική, εκδοτική λογική. Σε λίγους μήνες ένα βιβλίο σαν γιαουρτάκι πια, λήγει, παλιώνει. Αυτό που απομένει είναι ό,τι βγήκε, ό,τι διαφημίστηκε, ό,τι κάτι μας θυμίζει ή μας ευχαριστεί. Το «σημαντικό» και το «διαφορετικό» προυποθέτει και Ρίσκο και Χρόνο. Κι η εποχή μας δεν είναι αυτής της λογικής.
Πριν από μερικά χρόνια, ξεγελαστήκαμε άπαντες ότι ζούμε εκδοτική και δημοσιογραφική άνοιξη, όσον αφορά το βιβλίο. Βιβλία πολλά και σελίδες αρκετές. Το βιβλίο, προιόν, από τις διαφημίσεις φτάναμε ως και στα… αφιερώματα. Οι κατάλογοι των ευπωλήτων να σε φέρνουν πριν από το… εγκεφαλικό: Έκο και Μάγισσες, ίσα κι όμοια, «Με λένε Μαίρη και είμαι καλά» και Μπόρχες, μαζί!
Η υποχρέωσή μας, να αναφερθούμε στα πάντα; Ή σε ό,τι αξίζει, και ποιος θα το αποφασίσει (και πώς) αυτό από μας; Η τραγική, αλλά και ευνοημένη τελικά θέση μου στο να «πατώ σε δυο βάρκες» (δηλαδή γράφω αλλά και διαβάζω) μου έχει αποκαλύψει με τρόπο ομολογουμένως οδυνηρό, πολλά.
Αντί να δώσουν λύση, εντείνουν το δίλημμα: Επιλέγω ή παραθέτω ακρίτως; Και όταν επιλέγω, αυτοσχεδιάζω, ακολουθώ, ή αναζητώ, διότι εν γνώσει μου πια «μέσα στη φασαρία το χάνεις το σημαντικό;» Και πώς αγνοείς εκείνο για το οποίο γράφουν οι πάντες; Πώς γυρίζεις την πλάτη σου, όσον αφορά την κριτική, στο αναγνωστικό κοινό;
Επ’ ουδενί βεβαίως η βιβλιοκριτική δεν μπορεί να είναι διαφήμιση, μπορεί όμως να είναι καθαρά προσωπική επιλογή: διαβάζω ό,τι μ’ αρέσει ή ό,τι εικάζω, ό,τι θα μ’ αρέσει και είμαι αρκούντως ανοιχτή: σε ό,τι καινούργιο, ακόμα και όταν μας υπερβαίνει. Αλλά «κακό χωριό τα λίγα σπίτια», και φοβούμαι ότι συνήθως δεν συμβαίνει αυτό.
Η σίγουρη… επιλογή- λύση, σε ελληνικά ή ξενόγλωσσα, το ήδη γνωστό! Ό,τι γνωρίζουμε, διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε, σαν φίδι που δαγκώνει την ίδια του την ουρά. Το διαφορετικό, απαιτεί κόπο και χρόνο, και η βραδύτης καθόλου δεν συνάδει με την βιαστική, γρήγορη, εύπεπτη εποχή. Με ανοιχτή καρδιά, μάλλον ο αεί κανόνας, για όλους: αναγνώστες και κριτικούς. Κι ο Χρόνος εδώ είναι για διασώσει ό,τι αξίζει. Ο μόνος, αξιόπιστος, τελικά, κριτής.
από τον Γιάννη Πατίλη (εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον)
Εδώ και μία δεκαετία περίπου, με τις νέες τεχνολογίες και το Διαδίκτυο, βρίσκομαστε μπροστά σε μια εντελώς νέα πραγματικότητα η οποία είναι αδύνατον να αφήσει ανεπηρέαστη την κατάσταση στον τύπο και φυσικά στα ίδια τα λογοτεχνικά περιοδικά τόσο στη χώρα μας όσο και παντού.
Τα λογοτεχνικά περιοδικά ανήκουν ιστορικά και οργανικά στον λεγόμενο «Μικρό τύπο». Αποτελούσαν ανέκαθεν εκδοτικά εγχειρήματα προσώπων ή ομάδων στα οποία επικρατούσε σαφώς ο καλλιτεχνικός-εκφραστικός σκοπός έναντι οποιασδήποτε εμπορικής σκοπιμότητας. Με το Διαδίκτυο, στο οποίο η ανάγνωση όπως και η έκφραση είναι ελεύθερη και με ασήμαντο έως μηδενικό κόστος, οι καλλιτεχνικές-εκφραστικές ανάγκες των νέων ανθρώπων βρίσκουν μπροστά τους ένα συναρπαστικό πεδίο αυτόνομης παρουσίας.
Μια οποιαδήποτε ιστοσελίδα με ποιήματα, διηγήματα, κριτικές και σχόλια είναι εν δυνάμει και στην πράξη ένα λογοτεχνικό περιοδικό με ιδιότυπη ρέουσα περιοδικότητα και με μεγάλη ποικιλία μορφών και κριτηρίων οργάνωσης. Στο παγκόσμιο χωριό έχουν ήδη ξεπηδήσει χιλιάδες τέτοιες προσπάθειες, ενώ δεκάδες περιοδικά του έντυπου κόσμου έχουν παράλληλα κατασκευάσει και τις ιστοσελίδες τους για τη διαδικτυακή τους παρουσία.
Ωστόσο, όπως είναι επόμενο, η ευκολία με την οποία δημοσιεύει κανείς τα λογοτεχνήματά του στο Δίκτυο εν συνδυασμώ προς την απουσία κόστους και την έλλειψη, στη συντριπτική πλειοψηφία των αναλόγων εγχειρημάτων, κριτηρίων ποιότητας, έχουν δημιουργήσει μια χαοτική κατάσταση μέσα στην οποία η εκφραστική αμεσότητα και η ανεξέλεγκτη πληροφόρηση δρα εις βάρος της καλλιέργειας και της αισθητικής επεξεργασίας των κειμένων, που ήταν πάντα το δώρημα του εκλεκτού ερασιτεχνισμού πολλών παραδοσιακών λογοτεχνικών εντύπων. Η δημοσιότητα δεν είναι πια επιλεκτική. Η λογοτεχνία δεν μοιάζει πια με αγώνισμα. Το ξαναγράψιμο είναι η άγνωστη χώρα του Διαδικτύου.
Αλλά όλα αυτά είναι απλώς η εικόνα του παρόντος. Βρισκόμαστε στα πρώτα-πρώτα βήματα μιας ασύλληπτης στις συνέπειές της επανάστασης, της οποίας πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να σκιαγραφήσει την πορεία και το μέλλον. Μία ή δύο γενιές μετά είναι πολύ πιθανόν να μην τυπώνεται τίποτα πια στο χαρτί, παρά μόνον για λόγους συλλεκτικούς ή αναμνηστικούς μιας παρελθούσης γουτεμβεργιανής εποχής. Μπορεί, επίσης, εξ αντιδιαστολής, μια εκτύπωση σε χαρτί να καταστεί κάποτε συνώνυμη ενός πράγματος σπάνιου, ακριβού και πολύτιμου.
Μέχρι τότε τα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, όπως παντού φυσικά και στην Ελλάδα, θα έχουν λόγο μόνον στο βαθμό που αυτό το ακριβό και πολύτιμο θα το κάνουν ευδιάκριτο, ενισχύοντας, απέναντι στο ακαταστάλαχτο ακόμα Διαδίκτυο, τον πόλο της επιλεκτικής δημοσιότητας, δηλαδή των απαιτητικών κριτηρίων καλλιέργειας και ποιότητας για τα κείμενα.
Βιβλίο Επισκεπτών 01
του Γιάννη Μπασκόζου*
Τώρα τι θέλω εγώ να γράψω ένα κείμενο για ένα free press βιβλίου όντας διευθυντής ενός ανταγωνιστικού (επί πληρωμή) περιοδικού για το βιβλίο όπως το ΔΙΑΒΑΖΩ; Ίσως να με έπεισε ο Νεκτάριος που μου το ζήτησε – που είναι καλό παιδί και τίμιος χαρακτήρας – ίσως είναι και μια ευκαιρία να πούμε κάποια πράγματα σε αυτούς που αγαπάνε το βιβλίο.
Τα free press μπήκαν στη ζωή μας βιαστικά και δημιούργησαν μια καινούργια πτυχή της αναγνωστικής κουλτούρας. Γρήγορη, επιφανειακή πολλές φορές ματιά, κάλυψη εν μέρει βασικών ειδησεογραφικών αναγκών με έμφαση στα σχόλια κοινωνικής κριτικής (δώστε σε αυτόν τον ορισμό ότι περιεχόμενο θέλετε) και με μεγάλη δόση life style. Κάποια κρατάνε μια ζωντάνια και κάποια πρόλαβαν και μας κούρασαν ήδη.
Το εξειδικευμένο free περιοδικό είναι κάτι πιο δύσκολο. Δεν γνωρίζω ακόμα τι είδους περιοδικό θα είναι αυτό που βγάζει ο Νεκτάριος, αλλά ξέρω ότι αυτό που έχει σημασία για όλα τα περιοδικά του κόσμου είναι το τι θέλεις να πεις. Η μορφή του, ο τρόπος διακίνησης του έχει μεγάλη αξία αλλά τίποτα δεν αντικαθιστά το περιεχόμενο. Αυτό θα κρίνει τελικά οποιοδήποτε περιοδικό, free or not free.
Ένα περιοδικό για το βιβλίο μπορεί να απευθύνεται στον σκληρό αναγνωστικό πυρήνα (όσους διαβάζουν πάνω από 10 βιβλία τον χρόνο), στους αναγνώστες των 2-3 βιβλίων το χρόνο και σε αυτούς που πιθανόν να διαβάζανε αν είχαν την ευκαιρία. Τα free press υποτίθεται ότι αναφέρονται σε όλους, σε ένα τυχαίο δείγμα ανθρώπων που πέφτει πάνω τους. Μη ξεχνάμε ότι τα γνωστά αθηναϊκά free press έχουν αρκετές εκδόσεις για το βιβλίο μέσα στο χρόνο. Έχουν άραγε δημιουργήσει νέους αναγνώστες; Ένα free press για το βιβλίο θα είναι ίδιο με αυτά;
Όποιο target group και να επιλεγεί σημασία έχει τι θα του πει κάποιος. Θα υπάρχει ένα καινούργιο στοιχείο; Μια άλλη ματιά; Κάτι που δεν το είχε σκεφτεί ο αναγνώστης ή ο δυνητικός αναγνώστης; Θα ανακαλύπτει βιβλία που δεν προσέχτηκαν; Θα δημιουργεί ρεύματα σκέψης που θα επηρεάζουν μικρές ή μεγάλες ομάδες ανθρώπων; Θα καθίσταται έτσι η έκδοση του ένα «γεγονός» για τον χώρο της ανάγνωσης; Θα δημιουργήσει μια νέα ομάδα συντακτών μακριά από τους «γυρολόγους» των εντύπων;
Κάθε νέα προσπάθεια για το βιβλίο είναι a priori θετική αν τα καταφέρει μάλιστα θα είναι και επαινετή. Καλό ταξίδι Bookmarks!
*Δημοσιογράφος, διευθυντής του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ
Βιβλίο Επισκεπτών 01
της Όλγας Σελλά*
Συνήθως υποτιμούνται, τσαλακώνονται, συχνότατα πετιούνται και, κυρίως, ξεχνιούνται μέσα στις σελίδες των βιβλίων. Οι σελιδοδείκτες είναι ένα αντικείμενο που συνοδεύει την ανάγνωση, υπενθυμίζει στον αναγνώστη τη διαδρομή της, αλλά δεν συνοδεύει ποτέ τη γεύση και τη μνήμη αυτού που διαβάσαμε. Κι όμως αυτά τα μικρά συνήθως χάρτινα συνοδευτικά της ανάγνωσης έχουν τη δική τους ιστορία, τη διαδρομή τους, το μερίδιό τους στην ιστορία της τυπογραφικής τέχνης αλλά και των εικαστικών. Ισως γι’ αυτό τα τελευταία χρόνια αρκετοί γίνονται συλλέκτες αυτών των μικρών χαρτιών, που αποτυπώνουν στην επιφάνειά τους εξώφυλλα, τίτλους, εκδοτικούς οίκους (παλαιότερους και νέους), βιβλιοπωλεία παραδοσιακά και σύγχρονα, συγγραφείς. Οι σελιδοδείκτες συνοδεύουν εξ αρχής την ιστορία της ανάγνωσης, είναι κομμάτι της. Κι επειδή τα πρώτα χρόνια της ανακάλυψης της τυπογραφίας βιβλία μπορούσαν να έχουν μόνο οι πλούσιοι, οι άρχοντες, οι σελιδοδείκτες ήταν κοσμήματα ακριβά, χρυσά, αργυρά, σκαλισμένα, στολισμένα με πολύτιμες πέτρες. Οταν όλο και περισσότερες γυναίκες άρχισαν να γίνονται αναγνώστριες, κάπου τον 19ο αιώνα, έβαλαν τον δικό τους κόσμο και τον δικό τους πολιτισμό στους σελιδοδείκτες. Ηταν μικρά κομμάτια κεντητά, πλεκτά, υφαντά, με το μονόγραμμα της αναγνώστριας ή το οικόσημό της, αργότερα με το σχολείο που έμαθε τα πρώτα γράμματα. Κι όταν οι εκδότες άρχισαν να γίνονται περισσότεροι, μαζί κι οι αναγνώστες, στα κομμάτια χαρτιού που περίσσευαν στο τυπογραφείο εκείνοι οι πρώτοι γραφίστες, χαράκτες και ζωγράφοι έβαζαν την έμπνευση της στιγμής: ένα σκίτσο, ένα αρχίγραμμα, ένα κομμάτι ψυχής. Με τα χρόνια ο σελιδοδείκτες «αποσπάστηκε» από το χώρο του βιβλίου και συνοδεύει πολλές εκδηλώσεις. Γίνεται πρόσκληση για θεατρική ή μουσική παράσταση, γίνεται αναγγελία εγκαινίων ενός χώρου, διαφημιστικό τρυκ (που πολύ συχνά έχει ξακριστό στο σχήμα του αντικειμένου που διαφημίζει), γίνεται κάλεσμα για έκθεση ζωγραφικής ή… πολιτική συγκέντρωση. Και σιγά σιγά αρχίζει ν’ απομακρύνεται και από τη χάρτινη ύλη. Οι σελιδοδείκτες πια είναι καμωμένοι από οτιδήποτε: από φελλό, από δέρμα, από μέταλλο, από ξύλο, από πλαστικό, από πλέξιλγκλας, από πλαστικοποιημένο γυαλί… Κάποιοι είναι συμβατικοί και προβλέψιμοι, κάποιοι είναι ευφάνταστοι και δροσεροί, κάποιοι είναι απλώς κλασικοί.Είμαι συλλέκτρια σελιδοδεικτών εδώ και κάμποσα χρόνια. Στην αρχή μάζευα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου και είχα φτάσει να μετράω πάνω από 7.000 σελιδοδείκτες. Και είχα λύσει το πρόβλημα δώρου των φίλων μου. Σταδιακά, όταν συνειδητοποίησα ότι η φαντασία των εκδοτών αρχίζει να στερεύει, η συλλεκτική μου διάθεση έγινε πιο επιλεκτική. Ετσι, αυτά που διασώζονται πλέον στη συλλογή μου είναι μόνο τα πολύ ιδιαίτερα κομμάτια, οι σελιδοδείκτες μουσείων και εικαστικών γεγονότων και εκείνοι των ξένων εκδοτών. Οσο πιο μακρινή και πιο απόμακρη η χώρα από την οποία προέρχονται, τόσο πιο σημαντική η παρουσία τους στη συλλογή μου. Γιατί και οι συλλογές είναι, μερικές φορές, σαν τους έρωτες. Κάποια στιγμή γίνονται σταθερή, βαθιά αγάπη και συντροφιά. Και το πάθος μετατοπίζεται και διαφοροποιείται.
*Δημοσιογράφος (Εφημ. Καθημερινή)