Archive for the ‘επιφυλλίδες’ Category
διαβάζοντας παράλληλα 08
από τον Νεκτάριο Λαμπρόπουλο
Ζαν Πολ Σαρτρ, Οι Λέξεις (Άγρα, 2003)
Σώτη Τριανταφύλλου, Ο χρόνος πάλι (Πατάκης, 2009)
Παρόλο που τα περισσότερα βιβλία, ώς έναν βαθμό, μπορούν να θεωρηθούν αυτοβιογραφικά, μια «καθαρή» αυτοβιογραφία ίσως φωτίζει (ή κρύβει αν το θελήσει ο συγγραφέας της) καλύτερα τις λεπτομέρειες τις ζωής και του χαρακτήρα του. Πόσο μάλλον αν ο συγγραφέας της είναι και κατ’ επάγγελμα συγγραφέας. Και οι δυο αυτοβιογραφίες στις οποίες θα αναφερθώ παρακάτω είναι απολαυστικές.
«Οι λέξεις» του Σαρτρ θεωρούνται ήδη ένα κλασικό κείμενο που έχει επηρεάσει την ίδια τη φόρμα της αυτοβιογραφίας όσο ελάχιστα βιβλία. Κατά τον ίδιο ήταν το πλέον λογοτεχνικό κείμενό του. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που όπως διατείνεται ήταν και το τελευταίο.
Περιγράφει τη ζωή και, κυρίως, το πλαίσιο στο οποίο εκτυλίχθηκε η ζωή του μικρού Ζαν-Πωλ. Ο ίδιος γίνεται ήρωας των βιβλίων που διαβάζει, παρα-γράφει νέες ιστορίες και η γραφή και η ανάγνωση είναι ένα μέσο για να βρίσκεται στο επίκεντρο. Οι «μεγάλοι» είναι ο στόχος και πρέπει με κάθε τρόπο να είναι ο αγαπημένος τους. Η έλλειψη του πατέρα και η επακόλουθη αντικατάστασή του από τον παππού του είναι αφορμή για να ασχοληθεί εντονότερα με το γράψιμο.
Αντίθετα στο βιβλίο -και στη ζωή- της Τριανταφύλλου, οι γονείς είναι εκείνοι που εμποδίζουν την ανάπτυξή και την ελευθερία της, με εξαίρεση τον θείο που της αφήνει κληρονομιά τη βιβλιοθήκη του. Το βιβλίο της μπορεί να διαβαστεί από οποιοδήποτε σημείο, από τη μέση, αρχή ή τέλος και πάλι τούμπα. Μικρά, σπονδυλωτά κείμενα, αυτόνομα τις περισσότερες φορές, γλυκά σφηνάκια που σε κρατούν σε εγρήγορση χωρίς να σε κουράσουν.
Από την άλλη, το βιβλίο του Σαρτρ απαιτεί αυτοσυγκέντρωση. Είναι όντως λογοτεχνία κεντημένη στο χαρτί, οι παρομοιώσεις και ο λόγος του είναι εξαιρετικά. Όμως η συνέχεια και η ροή που έχει, δεν πρέπει να αφεθούν σε κανένα σημείο γιατί ο αναγνώστης κινδυνεύει να χάσει το νόημα και να ξαναρχίσει από την αρχή.
Στα κοινά των δυο βιογραφιών, και επακόλουθα και των ζωών των συγγραφέων, θα πρέπει να προστεθεί πως ήταν παιδιά που δεν φαίνεται να αντιμετώπισαν προβλήματα επιβίωσης, με υψηλό -για τα δεδομένα της εποχής- βιοτικό επίπεδο και καλλιεργημένο περίγυρο.
Όμως ενώ η Τριανταφύλλου κάνει την επανάστασή της απέναντι στους γονείς και τα καθιερωμένα, ο Σαρτρ προσπαθεί να κυριαρχήσει στα δεδομένα χωρίς να θέλει να τα αλλάξει. Είναι χαρακτηριστικό πως έζησε αρκετά χρόνια με τη μητέρα του – γεγονός που απορρίπτει μετά βδελυγμίας η Τριανταφύλλου.
Μια βασική ακόμα διαφορά είναι πως ο Σαρτρ σταματά την αφήγησή του σε μια εφηβική ηλικία και σε ό,τι αφορά στον «παρόντα» χρόνο κάνει έμμεσες αναφορές με λογοτεχνικό τρόπο. Η Τριανταφύλλου συνεχίζει να αυτοβιογραφεί μέχρι το σήμερα, αφορίζοντας ό,τι δεν αγαπά.
Βλέποντας τα βιβλία τους από την μεριά των θνητών και προσπερνώντας τη λογοτεχνική τους αξία, γνωρίζουμε ότι στον Σαρτρ προσάπτουν σήμερα κακεντρέχεια και ναρκισσισμό – είναι πολλοί που υποστηρίζουν ανοιχτά πως ο Καμύ τον υποσκέλιζε σαν συγγραφέας χωρίς καν να προσπαθήσει και πως η αρνητική στάση τού Σαρτρ οφειλόταν σε αυτή την ανασφάλεια. Στην Τριανταφύλλου πως έκανε μια επανάσταση εκ του ασφαλούς και πως είναι πλέον δήθεν. Έφτασαν στο σημείο να ρίξουν αυγά σε παρουσίαση βιβλίου της, κατηγορώντας τη για φιλοεργοδοτική στάση στο θέμα των απολύσεων στον Πατάκη (σημ.: εκδοτικός οίκος που εκδίδει πλέον τα βιβλία της Τριανταφύλλου), επιβεβαιώνοντας την αρτηριοσκληρωτική και ενίοτε φασίζουσα συμπεριφορά της «αριστεράς».
Δυστυχώς κάποιοι ξεχνούν πως ο συγγραφέας είναι κι αυτός άνθρωπος και δικαιούται γνώμης, έστω κι αν αυτή δεν αρέσει. Η οργή για την αριστερά και τις αγκυλώσεις της είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο, κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν βλέπουμε εμφανώς στο βιβλίο του θεωρητικού και υπαρξιστή Σαρτρ. Η προσήλωση στον παππού του, θα πίστευε κανείς, πως προετοιμάζει ένα παιδί αφοσιωμένο και υπάκουο. Αργότερα όλα άλλαξαν. Η Σώτη Τριανταφύλλου μεγαλώνοντας «ομολογεί» πως γίνεται πιο συντηρητική, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εναγκαλίζεται με το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία και, προπαντός, Οικογένεια. Η Μουσική και τα Ταξίδια είναι οι θεότητες που ακολουθεί πιστά μέχρι και σήμερα.
Δυστυχώς στον Σαρτρ, που παραδέχεται πόσο υπερφίαλος ήταν, δεν διακρίνει κάποιος ανθρωπισμό, αλλά μοιάζει σαν να κοιτάζει τους πάντες αφ’ υψηλού. Η Τριανταφύλλου, στην άλλη πλευρά, είναι απόλυτα συναισθηματική και όλο το βιβλίο αποπνέει μια τρυφερότητα και μια ευγένεια – εκτός από τα σημεία όπου πρωταγωνιστούν οι γονείς και η Αριστερά και η πικρία παίρνει τη θέση τους. Το βιβλίο της, αν και μεγαλύτερο σε όγκο από του Σαρτρ, ρουφιέται απνευστί και διαβάζεται εύκολα σε δυο μέρες. Σε κερδίζει και ανακαλύπτεις σελίδα τη σελίδα κάτι νέο ή κάτι όμορφα γραμμένο. Υπάρχουν ολόκληρα διηγήματα και «ασκήσεις ύφους» που το καθένα τους έχει τη δική του λογοτεχνική αξία.
Ο Σαρτρ είναι, όμως, τόσο εγωιστής που, αν δεν δοθείς ολόκληρος στην ανάγνωση, σε βασανίζει και σε υποχρεώνει να τον διαβάσεις ξανά και ξανά. Θέλει να είναι ο άρχοντας του δίπολου συγγραφέας-αναγνώστης και, αν θες να μάθεις περισσότερα γι’ αυτόν, θα πρέπει να τον διαβάσεις με απόλυτη προσοχή.
Και τα δυο βιβλία συστήνονται ανεπιφύλακτα και ίσως είναι ιδιαιτέρως χρήσιμα για επίδοξους συγγραφείς. Ίσως τους χρειαστούν όταν ετοιμάζουν κάποτε τη δική τους αυτοβιογραφία.
λουίς σεπούλβεδα
O Λουίς Σεπούλβεδα (Luis Sepúlveda) γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1949 στο Οβάλε της Χιλής. Πήγε σχολείο στο Σαντιάγο και μετά σπούδασε θέατρο στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Το 1969 κέρδισε μια πενταετή υποτροφία για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μόσχα, αλλά λίγους μήνες αργότερα του αφαιρέθηκε για ανάρμοστη συμπεριφορά.
Ο Σεπούλβεδα ήταν πολιτικά ενεργός από τα μαθητικά χρόνια και επί Σαλβαδόρ Αλιέντε ανέλαβε καθήκοντα στο υπουργείο πολιτισμού. Μετά το πραξικόπημα του Αουγκούστο Πινοσέτ το 1973 ο Σεπούλβεδα φυλακίστηκε για δυόμιση χρόνια, αλλά έπειτα από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, η ποινή του μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.
Κατάφερε να δραπετεύσει και έζησε στην παρανομία για περίπου ένα χρόνο. Με τη βοήθεια φίλων οργάνωσε μια θεατρική ομάδα, την πρώτη πολιτιστική ένδειξη αντίστασης ενάντια στο καθεστώς. Λίγο καιρό μετά συνελήφθη για δεύτερη φορά και καταδικάστηκε σε ισόβια με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Ξανά με την παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας η ποινή του μετατράπηκε σε οχτώ χρόνια εξορίας και το 1977 εγκατάλειψε τη Χιλή για να πάει στη Σουηδία για να διδάξει ισπανική φιλολογία. Στην πρώτη στάση του αεροπλάνου, όμως στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής απέδρασε και κατάφερε να εισέλθει παράνομα στην Ουρουγουάη, την οποία σύντομα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει εξαιτίας της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης. Πέρασε στη Βραζιλία, μετά στην Παραγουάη και τελικά εγκαταστάθηκε στο Κίτο του Εκουαδόρ. Ανέλαβε να διευθύνει το θέατρο «Alliance Française», ίδρυσε δική του θεατρική εταιρεία και πήρε μέρος σε αποστολές της UNESCO που προσπαθούσαν να εκτιμήσουν το αντίκτυπο του αποικισμού στους Ινδιάνους Σουάρ. Όσα συνέλλεξε στις αποστολές και η αγάπη του για τον Αμαζόνιο αντικατοπτρίζονται πολύ εύγλωττα και στα έργα του.
Κατά τη διάρκεια των αποστολών έζησε μαζί με τους Σουάρ για εφτά μήνες και σχημάτισε τη γνώμη ότι η Λατινική Αμερική είναι μία πολυπολιτιστική και πολυγλωσσική ήπειρος, όπου ο Μαρξισμός-Λενινισμός τον οποίο είχε διδαχθεί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε έναν γηγενή πληθυσμό που εξαρτάται τόσο άμεσα από το φυσικό περιβάλλον. Δούλεψε σε στενή συνεργασία με Ινδιάνικους οργανισμούς και οργάνωσε το πρώτο σχέδιο καταπολέμησης του αναλφαβητισμού φυλών που ζουν στις Άνδεις.
Το 1979 κατατάχθηκε στη διεθνή ταξιαρχία «Σιμόν Μπολίβαρ» που πολεμούσε στη Νικαράγουα και μετά την επικράτηση της επανάστασης έφυγε για την Ευρώπη. Εξαιτίας του θαυμασμού του για τη ρομαντική γερμανική λογοτεχνία (τη γλώσσα την είχε μάθει στη φυλακή) πήγε στο Αμβούργο, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος ταξιδεύοντας στη Νότιο Αμερική και την Αφρική. Από το 1982 έως το 1987 έγινε μέλος πληρώματος πλοίων της Greenpeace και αργότερα συνέχισε να εργάζεται ως συντονιστής για την οργάνωση.
Ακολουθούν τρεις κριτικές για βιβλία του, ενώ στο τέλος του άρθρου μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά τη βιβλιογραφία του σπουδαίου αυτού λογοτέχνη.
Λουίς Σεπούλβεδα
Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης
Μτφ: Αχιλλέας Κυριακίδης
Opera, 1996
Το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» είναι το πρώτο βιβλίο που διάβασα το 2010 και θα έλεγα ότι προοιωνίζει μια πολύ καλή αναγνωστική χρονιά. Είναι μια νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα (125 σελίδες) και για λίγες ώρες θα σας ταξιδέψει στα δάση του Αμαζονίου, στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Από τη μία οι πρωτόγονοι και απλοϊκοί ιθαγενείς και από την άλλη ο πολιτισμένος άνθρωπος που καταφθάνει μέσα σε ατμόπλοια, κραδαίνει πυροβόλα και κουβαλά σφραγίδες και βουλοκέρια εξουσίας.
Σε αυτό το πολιτιστικό απώτατο όριο, τα χνώτα λευκών και μιγάδων ανακατεύονται, δημιουργώντας μία υγρή ατμόσφαιρα, πρόσφορη για ανάπτυξη ιστοριών με χρώμα σουρεαλιστικό, σχεδόν μεταφυσικό. Όποιος είχε την τύχη να διαβάσει Μάρκες καταλάβει για τι ακριβώς μιλάω, άλλωστε σε κάθε σελίδα που διάβαζα διαπίστωνα πόσο κοντά στο πνεύμα του μεγάλου δασκάλου κινείται ο Σεπούλβεδα. Ίδια συνταγή πολυσχιδών περιγραφών, κλασικά ονόματα σιδηρόδρομοι και σκηνές που διαπνέονται από ίσες δόσεις ειρωνείας και παλαβομάρας. Αν ανήκετε σε όσους παράτησαν απαυδισμένοι το «Εκατό χρόνια μοναξιά», τότε αξίζει να δοκιμάσετε την τύχη σας με το «Ένα γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης».
Κλασικό δείγμα λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας από έναν συγγραφέα που τα βιβλία του διαδίδονται όλο και περισσότερο από στόμα σε στόμα τα τελευταία χρόνια. Η υπόθεση δεν είναι τόσο σημαντική, όσο η εποχή και οι χώρες που περιγράφονται. Ένα θηλυκό αιλουροειδές διψασμένο για εκδίκηση, αρχίζει να επιτίθεται στους πιονέρους που ζούνε στις όχθες του Αμαζονίου. Για να δώσει λύση η τοπική εξουσία, αναγκάζεται να στραφεί στον σοφό γέρο, που διαβάζει μανιωδώς βιβλία με ιστορίες αγάπης και έχει ζήσει τη μισή ζωή του ως ιθαγενής. Νομίζω ο γέρος πρωταγωνιστής να είναι ο άνθρωπος που ο Σεπούλβεδα θα ήθελε να είναι.
του Γιάννη Πλιώτα
Λουίς Σεπούλβεδα
To Λυχνάρι του Αλαντίν
Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
Opera 2009
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μου αρέσουν τα βιβλία.
Τα αγαπώ σαν αντικείμενα και σαν υποκείμενα και σαν δοχεία αγαπημένου περιεχομένου. Αγαπώ τη μυρωδιά τους, την υφή τους και το βάρος τους, αγαπώ την τραχύτητα του χαρτιού τους και τα στέρεά τους εξώφυλλα, αγαπώ τις κομψές γραμματοσειρές τους και τα κενά ανάμεσα στα κεφάλαια. Κι επίσης αγαπώ κι αυτά που κάθε συγγραφέας έχει το μαράζι να μου πει, αγαπώ το πώς ο καθένας τους προσπαθεί να με πείσει ότι αυτήν την εικόνα του κόσμου βλέπει μέσα από τα δικά του μάτια.
Όπως τα παράξενα, σχεδόν υπερρεαλιστικά παραμύθια που μοιράζεται μαζί μου στην ανάγνωση του τελευταίου του βιβλίου ο Χιλιανός Λουίς Σεπούλβεδα. Ο τίτλος του είναι «το Λυχνάρι του Αλαντίν» και μαζί του μπορείς να δεις πολλά όμορφα πράγματα από την πεζή, την καθημερινή τους σκοπιά. Κι όμως ο Σεπούλβεδα καταφέρνει ακόμη κι αυτήν την καθημερινή σκοπιά να την κάνει να φαντάζει μαγική, τη μικρότητα και τη μεγαλοσύνη καθενός από τους χαρακτήρες του σε κάνει να την αποδέχεσαι ως μόνη διέξοδο σε όσα έχει ο καθένας τους να αντιμετωπίσει.
Από το πρώτο ακόμη διήγημα -γιατί για συλλογή διηγημάτων πρόκειται- αντιμετωπίζουμε τους αγαπημένους χαρακτήρες του συγγραφέα. Γέροντες ή ανθρώπους παραπεταμένους, βασανισμένους, που προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον παραλογισμό μιας χώρας που ακόμη αιμορραγεί από της πληγές μιας πολύχρονης δικτατορίας. Ο Σεπούλβεδα είναι έντονα πολιτικοποιημένος, αλλά αυτό δεν είναι μειονέκτημα στο είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί. Το αντίθετο, οι ιστορίες ου μας δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πολιτική και τα αποτελέσματά της. Οι ήρωες του είναι πάντα μέρος του συνόλου και ποτέ αποκομμένοι από αυτό, ακόμη κι όταν τους παρουσιάζει περιθωριακούς και κατατρεγμένους.
Κάντε τον κόπο να ταξιδέψετε μαζί με το Λυχνάρι του Αλαντίν. Από το παμπόνηρο γέρο της «Άσβεστης Φλογίτσας της Τύχης», ως το δυστυχισμένο που τον έστησαν στο ραντεβού της «Μικρότατης Ιστορίας» κι από το μποέμικο αλλά και τόσο απελπισμένο «Νησί» ως την «Αναστήλωση της Μητρόπολης» (όπου εμφανίζονται οι αξιαγάπητοι ήρωες του «Γέρου Που Διάβαζε Ιστορίες Αγάπης»), ο Σεπούλβεδα καταφέρνει τελικά να μας πείσει ότι αυτή είναι η εικόνα του κόσμου μέσα από τα δικά του μάτια. Και τελικά αυτό είναι που ζητάει κάθε συγγραφέας. Κι αυτό επίσης που αγαπώ περισσότερο στον καθένα τους.
της Ευθυμίας Δεσποτάκη
Λουίς Σεπούλβεδα
Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer
Μτφ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
Opera, 1998
Μπορεί ένας επαγγελματίας δολοφόνος να αφήσει τα συναισθήματα του να τον επηρεάσουν; Οι κανόνες του επαγγέλματος είναι σκληροί… Μικρή νουάρ ιστορία, δοσμένη με νότες μελαγχολίας και κυνισμού. Το τέλος είναι προβλέψιμο, αλλά αυτό δεν εμποδίζει τον αναγνώστη να ελπίζει, όσο διαβάζει το βιβλίο, σε ένα διαφορετικό, λυτρωτικό φινάλε.
της Ευαγγελίας Σολωμού
Βιβλιογραφία:
* Cronica de Pedro Nadie (1969; English title: Chronicle of Pedro Nobody)
* Los miedos, las vidas, las muertes y otras alucinationes (1986; Fear, Life, Death, and other Hallucinations)
* Cuaderno de viaje (1987; Travel Log)
* Mundo del fin del mundo (1989; The World at the End of the World)
* Un viejo que leía novelas de amor (1989; The Old Man Who Read Love Stories)
* La frontera extraviada (1994; The Lost Frontier)
* Nombre de torero (1994; The Name of a Bullfighter)
* Al andar se bace el camino se bace el camino al andar (1995; Patagonia Express)
* Historia de una gaviota y del gato que le enseño a volar (1996)
* Historias marginales (2000)
* Hot line (2002)
* La locura de Pinochet y otros artículos (2002)
* Cuaderno de viaje
* Diario de un killer sentimental seguido de Yacaré
* Komplot: Primera parte de una antologia irresponsable
* Los peores cuentos de los hermanos Grim (with Mario Delgado Aparaín, 2004)
Οι δουλειές του στον κινηματογράφο:
* Vivir a los 17, 1986 director and writer
* Tierra del fuego, 2000 screenplay
* Nowhere, 2002 director and writer
* Corazón verde, 2002 writer
Τα μεταφρασμένα του έργα στη χώρα μας:
* Η σκιά του εαυτού μας (2009)
* Το λυχνάρι του Αλαντίν (2009)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2008)
* Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει (2007)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (2007)
* Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ (2006)
* Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου(2004)
* Η τρέλα του Πινοτσέτ(2003)
* Όνομα ταυρομάχου (2003)
* Χρονικά του περιθωρίου (2000)
* Hot line. Γιακαρέ (1998)
* Patagonia Express (1998)
* Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998)
* Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1998)
* Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1996)
* Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1996)
διαβάζοντας “παράλληλα”
από τον Νεκτάριο Λαμπρόπουλο
Ηλίας Μαγκλίνης: Η ανάκριση, Κέδρος, 2009
Βασίλης Γκουρογιάννης: Κόκκινο στην πράσινη γραμμή, Μεταίχμιο, 2009
Η «ανάκριση» διαβάζεται σε μια ώρα αν είσαι συγκεντρωμένος. Ίσως και σε μια μεγάλη διαδρομή λεωφορείου αν είσαι κάποιος από τους εξαιρετικά γρήγορους βιβλιοφάγους-καταβροχθιστές. Η αλήθεια είναι πως μόλις την τελειώσεις θα ανακουφιστείς, γιατί μόνο ευχάριστα δεν είναι αυτά που γράφονται και μόνο ευχάριστα δεν είναι τα συναισθήματα που σου προκαλεί. Κάποιος νεότερος, θα ξαφνιαστεί με όσα διαβάζει, θα γεμίσει απορίες για τα ΕΑΤ-ΕΣΑ και όλες τις άγνωστες λέξεις/καταστάσεις που περιγράφονται. Η επιβεβαίωση της φθοράς της μόρφωσης και της παιδείας, αλλά και της αμάθειας των ανιστόρητων εννέα δεκάτων των κατοίκων αυτής της χώρας (το μόνο δικαιολογημένο κομμάτι για την έλλειψη γνώσης της ιστορίας είναι οι μετανάστες) είναι δεδομένη. Αυτό που πραγματικά όμως θα έπρεπε να σοκάρει είναι το γεγονός πως υπάρχουν ακόμα και σήμερα παιδιά που δεν έχουν ιδέα όχι μόνο για τον εμφύλιο, που έγινε 65 χρόνια πριν, αλλά ούτε και για τη χούντα, που είναι μια πιο κοντινή μας, χρονικά, περίοδος, έστω κι αν η γνώση που θα μπορούσαν να έχουν θα ήταν δογματική ή και χρωματισμένη από τις γονικές καταβολές.
Διαβάζοντας την «ανάκριση», αρκετές φορές το μυαλό μου πήγε στο έτερο βιβλίο που ασχολείται με κάτι ακόμα που το συλλογικό υποσυνείδητο έχει απωθήσει -την εισβολή στην Κύπρο- και δεν είναι άλλο από το «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» του Γκουρογιάννη. Εκεί, οι ενοχές των θυτών και των θυμάτων ανακατεύονται ασταμάτητα. Εδώ, τα θύματα δεν θέλουν καν να θυμούνται, οι ίδιοι οι θύτες δεν θέλουν καν να θυμούνται, κάθε προσπάθεια του παρόντος να εισβάλλει στο ξεχασμένο παρελθόν είναι βίαιη και αδικαιολόγητη. Η σεξουαλική βία κατά πολιτικών κρατουμένων στη διάρκεια της επταετίας δεν αγγίχθηκε και δεν μας αγγίζει. Τα τραύματα, σωματικά και ψυχολογικά, όσων συμμετείχαν στον μικρής διάρκειας πόλεμο στην Κύπρο (που όλοι μας δεν τον έχουμε στο νου σαν πόλεμο, απλά σαν μια εισβολή που έγινε και τελείωσε σημειακά στη γραμμή του χρόνου) δεν μας μεταδόθηκαν. Συγγενείς μας επιστρατεύθηκαν, αλλά ποτέ δεν έφτασαν στην Κύπρο, δεν πόνεσαν για να μας μεταφέρουν όσα μας αφηγούνται οι παππούδες μας (όσοι ακόμα μιλούν γι’ αυτά) για τον εμφύλιο και την κατοχή.
Το βιβλίο του Μαγκλίνη ακολουθεί τον προβοκατόρικο δρόμο του σοκαριστικού, μια γραφή που αντιγράφει και περιγράφει, εν είδει performance, τους ήρωές του. Το σώμα του ήρωα, το σώμα της κόρης του ορίζουν και το σώμα του βιβλίου. Καταφέρνει να σου επιβάλλει μια σαδομαζοχιστική ανάγνωση, και πετυχαίνει τον στόχο του. Εκεί που κοντεύεις να θυμώσεις και να το παρατήσεις, επανέρχεται σε ανθρώπινα όρια και σε καλοπιάνει για να συνεχίσεις. Μόλις τελειώνεις το τελευταίο κεφάλαιο και είσαι έτοιμος να τον πάρεις τηλέφωνο για να τον κράξεις γιατί πολύ απλά γεννήθηκε στο Κονγκό και δεν ένιωσε αυτή την ατμόσφαιρα για την οποία γράφει και ακόμα και τα φοιτητικά του χρόνια τα γέμισε με σπουδές σε Αγγλία και Σκοτία, σου παραθέτει μια εκτενή σημείωση-απάντηση και σε βάζει στη θέση σου – εσένα που νόμισες πως επειδή γεννήθηκες, μεγάλωσες και σπούδασες εδώ, νιώθεις και περισσότερα.
Αντίθετα, το βιβλίο του Γκουρογιάννη ακολουθεί μια πιο στρωτή μυθιστορηματική οδό. Στις σχεδόν 450 σελίδες του (η «ανάκριση» είναι μια νουβέλα βέβαια που, με “κανονική” σελιδοποίηση, είναι ζήτημα αν θα έφτανε τις 80 σελίδες, παρόλο που τεντώθηκε στις 120 στην παρούσα έκδοση) περιμένεις να φτάσεις στο τέλος στη δικαίωση και ο συγγραφέας καταφέρνει με ένα έξοχο εύρημα να σε αφήσει με ανοιχτό το στόμα. Στα αρνητικά του βιβλίου σίγουρα είναι το γεγονός πως πολλές φορές πλατειάζει, αναλώνεται σε περιγραφές και λεπτομέρειες που είναι παντελώς αδιάφορες και κουράζει. Θα έλεγα πως το δεύτερο μισό του βιβλίου είναι πιο μεστό, πιο σφιχτό και πιο ουσιαστικό (κι εδώ λοιπόν, οι 450 σελίδες θα μπορούσαν να γίνουν άνετα λιγότερες από 400 αλλά σε αντίθεση με την μπιτάτη γραφή του Μαγκλίνη, αυτό συμβαίνει γιατί ο Γκουρογιάννης αδυνατεί να κάνει οικονομία γραφής). Θα διαφωνήσω με τον Νίκο Αραπάκη όταν αναφέρει στο πρώτο τεύχος του Bookmarks πως ο Γκουρογιάννης κινείται σε ρηχά νερά και πως η επιλογή της μυθοπλασίας δεν μας δίνει ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Αντίθετα, πιστεύω πως ακριβώς αυτές οι αναλύσεις και οι περιγραφές της εσωτερικής κατάστασης των ηρώων του βιβλίου είναι που δίνουν ένα σαφές ιστορικό και ανθρώπινο πλαίσιο. Και είναι και οι πλέον ενδιαφέρουσες. Και αν πράγματι «το ζήτημα της Κύπρου, θα μπορούσε να γίνει η πρώτη ύλη για κάτι πολύ καλύτερο» γιατί δεν έχει γίνει ως τώρα; Εδώ η «Ιστορία» δικαιώνει τον Γκουρογιάννη – τουλάχιστον από την σκοπιά των ελλαδιτών συγγραφέων, καθώς προσωπικά δεν έχω καμία γνώση της αντίστοιχης κυπριακής λογοτεχνίας.
Η αναμόχλευση παθών, γεγονότων και ιστοριών που «καίνε», συνήθως, αποφεύγεται, η Ιστορία θυσιάζεται στον βωμό της εθνικής ενότητας και αντιδρούν κυρίως οι -κατά λογικό τεκμήριο- ηττημένοι και τα θύματα όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο (βλέπε την αντίδραση στην αποκαλούμενη soft αποτύπωση του Βούλγαρη στην ταινία «Ψυχή Βαθειά»). Αναπόφευκτα έρχεται στη δική μας μνήμη ο στίχος των Στερεονόβα: «από παιδί αναρωτιόμουν ποιος έχει τη δύναμη, αυτός που χτυπάει ή αυτός που πονάει». Βρίσκω και τα δυο βιβλία εξαιρετικά χρήσιμα, χωρίς κάποιο από τα δυο να με ενθουσίασε όσο το «Παιχνίδι του Ντε Νίρο» που περιγράφει πάλι μια σκοτεινή περίοδο της Ιστορίας στη Μέση Ανατολή. Η γραφή του Μαγκλίνη είναι πιο δυνατή από εκείνη του Γκουρογιάννη, αν και το «Κόκκινο στην πράσινη γραμμή» θα μπορούσε να είναι ένα αριστούργημα σε περίπτωση που είχε επέμβει η λαβίδα ενός αυταρχικού επιμελητή που θα έβαζε τον Γκουρογιάννη να ξαναγράψει μερικά κεφάλαια. Σίγουρα όμως, το ιδιαίτερο βάρος των βιβλίων αυτών θα φανεί μόλις συζητηθούν περισσότερο και, μάλλον, θα γίνουν σημεία αναφοράς για ό,τι γραφτεί από δω και πέρα για τα δυο ευαίσθητα θέματα που πραγματεύονται.
τρία βιβλία για τον άνθρωπο και την εξουσία
από την Ευαγγελία Σολωμού
1.
Έντουαρντ Λιμόνοφ
Ένας Ρώσος ποιητής προτιμά τους μεγάλους νέγρους : fuck off, America
Μτφ. Ευδοκία Παπαγκίκα
Aquarius, 1986
Το 1974, ο Λιμόνοφ, διωγμένος από την πρώην Σοβιετική Ένωση, καταφθάνει στην Νέα Υόρκη. Πριν, υποχρεωνόταν να γράφει ποιήματα για το κουμμουνιστικό καθεστώς۠ τώρα, στέκεται στις ουρές των ανέργων, σε μια καπιταλιστική Αμερική που μόνο φιλόξενη δεν φαντάζει. Λίγη αξιοπρέπεια είναι ό,τι αναζητά μέσα από τις αμφισεξουαλικές του αναζητήσεις, τη συναναστροφή του με τύπους του περιθωρίου, τις καταδύσεις του στο βασανιστικό πάθος που νιώθει για τη πρώην γυναίκα του.
Στο αυτοβιογραφικό τούτο μυθιστόρημα, ο Λιμόνοφ φτύνει κατάμουτρα τα δύο συστήματα εξουσίας με μια αμεσότητα που συγκλονίζει, ενίοτε σοκάρει, τον αναγνώστη. Κυνικός, αλλά συνάμα σπαραχτικός, συγκινεί χωρίς να εκβιάζει συναισθηματισμούς. Όταν πρωτοδιάβασα αυτό το βιβλίο, που για μένα, πέρα από ύμνο της άρνησης προς κάθε μορφή εξουσίας, συνιστά μια κραυγή για την ιδιαιτερότητα του Είναι σε μια κοινωνία που καθημερινά βρίσκει χίλιους τρόπους να σε απορρίψει, δεν μπορούσα να προβλέψω την κατάληξη του συγγραφέα. Επιστρέφοντας στη Ρωσία, ο Λιμόνοφ ίδρυσε το Εθνικό Κόμμα των Μπολσεβίκων, που έχει κατηγορηθεί ουκ ολίγες φορές για βίαιες πρακτικές και ακροδεξιές πεποιθήσεις. Στενάχωρο, αλλά σε καμία περίπτωση δεν αναιρεί την αξία του βιβλίου.
2.
Φρανκ Παβλόφ
Το καφέ κράτος
Μτφ. Ερμιόνη Σακελλαροπούλου
Λιβάνης, 2002
Ένα καινούριο, ολοκληρωτικό καθεστώς αρχίζει να απλώνει τους ιστούς του πάνω από τη ζωή του ήρωα και του φίλου του, Τσάρλι. Ούτε οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να καταλάβουν πότε έγινε η μετάβαση σε αυτή τη νέα, μυστηριώδη κυβέρνηση. Η απαγόρευση όλων των κατοικίδιων που δεν έχουν καφέ χρώμα είναι το πρώτο βήμα. Όταν ο Τσάρλι κυνηγηθεί επειδή στο παρελθόν είχε ένα μαύρο σκύλο, ο ήρωας μας νιώθει την απειλή του αόρατου εχθρού να τον πλησιάζει ασφυκτικά.
Οι πανταχού παρόντες καταδότες, η εξουσία που ποτέ δεν κατονομάζεται, ο φόβος του ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο είναι οι άξονες πάνω στους οποίους στήνει την ιστορία του ο Παβλόφ. Αν και σαφώς επηρεασμένος από τον Κάφκα και τον Όργουελ, καταφέρνει να αφήσει την δική του λογοτεχνική σφραγίδα στη μικρή τούτη αλληγορία, θίγοντας ένα θέμα που με την εισβολή των συστημάτων παρακολούθησης στη ζωή μας είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε. Αξίζει να αναζητήσει κανείς και το μικρού μήκους animation του Serge Avedikian Un beau matin , που έχει βασιστεί στο βιβλίο.
3.
Λούντβιχ Βατσούλικ
Ινδικά Χοιρίδια
Μτφ. Ανδρέας Τσάκαλης
Λέσχη του Βιβλίου, 1990
Ο Βάσεκ, υπάλληλος της Κρατικής Τράπεζας, είναι ο πρωταγωνιστής της σκοτεινής τούτης ιστορίας του Βατσούλικ. Άβουλος στη δουλειά του, τυραννικός στο σπίτι του, με τα παιδιά και τα ινδικά τους χοιρίδια. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει ο συγγραφέας από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου «Αυτός που όλον τον καιρό αισθανόταν σαν σκυλί, απ’ τη μέρα που του δωρίσαμε κάποιο σκύλο, έχει ποιον να διατάζει και ποιον να κλωτσά.» Όταν κάποιος υπάλληλος της τράπεζας κάνει λόγο για μια παράλληλη, αινιγματική κυκλοφορία χρήματος, ο Βάσεκ θα προσπαθήσει να ξετυλίξει το κουβάρι του μυστηρίου, σε μια αναζήτηση που μάλλον περισσότερα ερωτήματα του δημιουργεί παρά του δίνει απαντήσεις.
Ο συγγραφέας, πέρα από μέγας γνώστης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, είναι ένας εξαίρετος αφηγητής. Ο ήρωας διακόπτει την πρωτοπρόσωπη εξιστόρηση του για να αποταθεί στον αναγνώστη, ακριβώς στα σημεία που θα θέλαμε να μας απευθύνει το λόγο. Και συνάμα μία τριτοπρόσωπη αφήγηση άκρως λειτουργική που, ενώ παροδικά δίνει την αίσθηση της αποστασιοποίησης, εν τέλει εντείνει τα συναισθήματα που βιώνει ο Βάσεκ –και μαζί του ο αναγνώστης- όταν έρχεται αντιμέτωπος με σοκαριστικές καταστάσεις.
Περισσότερο από την καφκική ατμόσφαιρα του βιβλίου, ποτισμένη με περίσσιες δόσεις κυνισμού, τον αναγνώστη κλονίζει η αίσθηση μιας υπόγειας βίας, που τη νιώθει να αναπνέει κάτω από τις λέξεις του βιβλίου, χωρίς να μπορεί να την δει ή να εντοπίσει την πηγή της. Γραμμένο το 1970, μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία, το μυθιστόρημα του Βατσούλικ αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο την καταρράκωση του ανθρώπου από οποιαδήποτε εξουσία τον καταδυναστεύει.
ημερολόγια 2010
Για να ξεκινήσουμε το άρθρο, αποφάσισαμε να δανειστούμε λίγα λόγια της Όλγας Σελλά, όπως αυτά δημοσιεύθηκαν το 2002 στην Καθημερινή: «Μετράμε τον χρόνο με πολλούς τρόπους: ιδιωτικούς και δημόσιους. Ένας από τους δημόσιους είναι τα ετήσια επιτραπέζια ημερολόγια, που ολοένα και περισσότερο γίνονται αυτοτελείς εκδόσεις. Προέρχονται μάλιστα από εκδοτικούς φορείς, αφού αρκετοί από τους εκδότες κυκλοφορούν θεματικά επιτραπέζια ημερολόγια. Είναι ένα από τα εκδοτικά έθιμα των τελευταίων ετών, ένα έθιμο που μοιάζει να μην ανανεώνεται, να μην προβάλλει νέες θεματικές ενότητες ή γραφιστικές προτάσεις».
Μπορεί να έχουν περάσει εφτά χρόνια (και δύο ημέρες), αλλά ο χρόνος είναι σχετικός. Ίσως το ίδιο κείμενο θα μπορούσε να γραφτεί και σήμερα, με την υποσημείωση ότι ο χώρος παρουσιάζει διάθεση για εξέλιξη και βελτίωση. Κάνοντας μία έρευνα στην πάντα χρήσιμη βάση δεδομένων της Βιβλιονέτ, μετρήσαμε ότι εκδόθηκαν εκατόν τριάντα ένα (!) ημερολόγια για το 2010, που το κάθε ένα φιλοδοξεί να βάλει σε τάξη τη ζωή μας. Τα εικονογραφημένα υπερτερούν σε σχέση με όσα έχουν φωτογραφίες, μπορείτε να τα βρείτε σε κάθε χρώμα και σχήμα, ενώ οι τιμές τους κυμαίνονται από 7 μέχρι 20 ευρώ, χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις. Όσο για την ποικιλία του περιεχόμενού τους, διαβάστε στη συνέχεια και αποθαυμάστε.
Μερικά από τα ημερολόγια του 2010 έχουν ως κεντρικό θέμα ένα ξεχωριστό γεωγραφικό διαμέρισμα της χώρας μας. Αν για παράδειγμα θέλετε να βλέπετε κάθε μήνα μία φωτογραφία της Ηπείρου και να νοσταλγείτε τα ψηλά βουνά της, υπάρχει το κατάλληλο ημερολόγιο για εσάς. Δυο τρία ημερολόγια βλέπουν σε βάθος χρόνου και καλύπτουν παραπάνω από μία χρονιές, αν και δεν είμαι σίγουρος ότι είναι φτιαγμένα και από ανθεκτικότερο χαρτί. Αρκετά έχουν οικολογικές ευαισθησίες, άλλα είναι για επιμελείς μαθητές, ένα απευθύνεται σε δικηγόρους (μυστήριο η χρηστικότητά του), ελάχιστα είναι μόνο για άνδρες και κάμποσα απευθύνονται αυστηρά σε γυναίκες.
Υπάρχουν ημερολόγια με γελοιογραφίες και κόμικς, ενώ ορισμένα είναι πιο λογοτεχνικά περιλαμβάνουν κείμενα ή αποφθέγματα διάσημων συγγραφέων. Πολλά επιχειρούν να τραβήξουν την προσοχή μας καθώς σχετίζονται με γνωστούς, νεανικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες, αστέρες κάθε είδους, βαμπίρ και παιδικά καρτούν. Πολλά υπόσχονται με μαγικό τρόπο καλοτυχία, αγάπη και αυτοβελτίωση για όλη τη χρονιά, γι’ αυτό αν αγοράσετε κάποιο από αυτά και όλα πάνε στραβά το 2010, ξέρετε από τώρα σε ποιον να ρίξετε την ευθύνη.
Τέλος μέσω του φετινού σας ημερολογίου μπορείτε να βελτιώσετε τις γνώσεις σας σε κάποια από τις εξής τυχαίες κατηγορίες: στο σκάκι, στο savoir vivre, στις προσευχές, στις τέχνες γενικά, στην αστρολογία, στην ανατροφή τέκνων, στη συναισθηματική νοημοσύνη, στην κοινωνική νοημοσύνη, στο feng-shui, στις περιηγήσεις, στα στρουμφάκια, στη φιλία, στις ελιές… Η λίστα μοιάζει ατελείωτη και αν του χρόνου είμαστε καλά θα εκδώσουμε και εμείς ένα.
Ελπίζω να σας βοηθήσαμε έστω και λίγο στο να διαλέξετε, αλλά η τελική επιλογή είναι δική σας.
Από το bookmarks, ευτυχισμένο το 2010!
22 προτάσεις
Φρουτοπία: Το σχολικό μου ημερολόγιο (Ευγένιος Τριβιζάς) – Modern Times
Ημερολόγιο 2010: Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη – Γκοβόστης
Πολίτικο ημερολόγιο 2010 / Σούλα Μπόζη (Σούλα Μπόζη) – Ελληνικά Γράμματα
Ημερολόγιο 2010: Κρήτη (Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου) – Μεταίχμιο
Ημερολόγιο 2010: Παίζοντας με τον χρόνο (Ηλίας Ν. Μέλιος) – Ελλ. Γράμματα
Οικολογικό ημερολόγιο 2010: Πράσινη Γη (Σοφία Σουλή) – Μύρτος
Ημερολόγιο του καθημερινού ακτιβιστή 2010, Αιώρα
Σφήκας Ημερολόγιο 2010, Σκάκι – Κέδρος
Ημερολόγιο καλοτυχίας 2010 (Μαίρη Σπυριδογιαννάκη) – Μύρτος
Προσωπικό ημερολόγιο ανεκδοτολόγιο 2010 (Γιάννης Σερβετάς) – Ιανός
Λυκόφως: Τα ημερολόγια (Stephenie Meyer) – Πλατύπους
Ημερολόγιο 2010: 365 ημέρες μαμά και μπαμπάς (Ρένα Ρώσση – Ζαΐρη) – Μεταίχμιο
Ημερολόγιο 2010: Αρκαδία (Πέτρος Σαραντάκης) – Μίλητος
Ημερολόγιο Feng Shui 2010 (Βασιλική Τζουράκη) – Μύρτος
Ημερήσιο ημερολόγιο 2010: Forever Friends – Μίνωας
12 θεοί του Ολύμπου για τους 12 μήνες του χρόνου (Λίζα Ηλίου) – Κέδρος
Ποιητικό ημερολόγιο 2010 : Έρως χρόνος (Δημήτρης Αθηνάκης) – Modern Times
Λογοτεχνικό ημερολόγιο 2010 : Είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη (Κώστας Σταμάτης) – Πατάκης
Ημερολόγιο 2010 : Η ώρα της Γης (Γιώργος Βελλίδης) – Καστανιώτης / WWF
Θεατρικό ημερολόγιο 2010 : Ο δούλος στο προσκήνιο (Μαρία Πορτολομαίου – Λάζου) – Δωδώνη
Ημερολόγιο 2010: Άγιον Όρος (Φαίδων Χατζηαντωνίου) – Μίλητος
Ημερολόγιο 2010 : Όλο το χρόνο σινεμά (Δημήτρης Κολιοδήμος) – Εμπειρία Εκδοτική
τα καλύτερα βιβλία του 2009
10 αγαπημένα μου του 2009, από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Από τα χιλιάδες βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2009 μερικές εκατοντάδες μόνο υπέπεσαν στην αντίληψή μου και ακόμη λιγότερα διάβασα. Όσα απ’ αυτά διαλέγω εδώ δεν είναι, ίσως, ούτε τα καλύτερα ούτε τα σημαντικότερα της χρονιάς, αλλά είναι εκείνα που είμαι βέβαιος ότι θα παραμείνουν μαζί μου και θα επηρεάσουν και τις μελλοντικές αναγνώσεις μου.
1. Ηλίας Λάγιος, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος
2. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea, εκδ. Δόμος
3. Όμηρος, Ιλιάς Ραψωδίες Α-Μ (μτφ. Δ.Ν. Μαρωνίτης), εκδ. Άγρα
4. Γιώργος Βέης, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ, εκδ. Κέδρος
5. W.G. Sebald, Εκ του φυσικού, εκδ. Άγρα
6. Philip Roth, Φεύγει το φάντασμα, εκδ. Πόλις
7. Μισέλ Ονφρέ, Η αναζήτηση των ηδονών, εκδ. Εξάντας
8. Ίαν Ντέιβιντσον, Τα τελευταία χρόνια του Βολταίρου, εκδ. Μεταίχμιο
Λίγα σχόλια για τις επιλογές από τα βιβλία του 2009, από τη Στέλλα Πεκιαρίδη
1. Η επιστολή του Λόρδου Τσάντος αποτελεί κείμενο αποκαλυπτικό. (Hugo Von Hofmannsthal, Η επιστολή του λόρδου Τσάντος, εκδ. Άγρα)
2. Ένα ακόμη απολαυστικά σαρκαστικό και καλομεταφρασμένο έργο του Σελίν. (Σελίν, Συνομιλίες με τον καθηγητή Υ, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας)
3. Ο Αργύρης Χιόνης χειρίζεται με εξαιρετική μαεστρία την αλληγορία δίνοντας διάσταση παραμυθιού σε ό,τι κι αν γράφει . (Αργύρης Χιόνης, Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες, Ο ρήτορας ή ο κανιβαλισμός: Αυτός εκτός και εντός του κοστουμιού του, (εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά), εκδ. Κίχλη)
4. Αυτή τη φορά ο Ταμπούκι καταπιάνεται με τα πάντοτε βασανιστικά θέματα του Χρόνου, της Μνήμης, της Ταυτότητας. (Antonio Tabucchi, Ο χρόνος γερνάει γρήγορα: Εννέα ιστορίες, εκδ. Άγρα)
5. Μια πολύ όμορφη ιστορία με τη μαγευτική εικονογράφηση της Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ. (Odile Weulersse, Ο Νασρεντίν και ο γάιδαρός του (μτφ. Ράνια Ζωίδη, εικονογράφηση: Rebecca Dautremer), εκδ. Παπαδόπουλος)
9 από το ‘09, από τον Γιάννη Αντάμη
Σε πείσμα του αρχισυντάκτη, διαλέγω για τη χρονιά που μας αφήνει εννιά βιβλία, αποφεύγοντας την αρμονία της δεκάδας, αφού νομίζω πως το 2009 μόνο αρμονικό δεν ήταν:
1. Λουί Φερντινάν Σελίν, Ταξίδι στην Άκρη της Νύχτας, εκδ. Εστία
2. Ρομπέρτο Μπολάνιο, Πουτάνες Φόνισσες, εκδ. Άγρα
3. Χάννα Άρεντ, Για την Επανάσταση, εκδ. Αλεξάνδρεια
4. Ντόναλντ Ουεστλέηκ, Αντίος Σεχραζάντ, του, εκδ. Άγρα
5. Χάουαρντ Ζιν, Ιστορία του Λαού των Ηνωμένων Πολιτειών, εκδ. Αιώρα
6. Γιάννης Μακριδάκης, Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου, εκδ. Εστία
7. Κωστάκης Ανάν, Η Τελική Λήθη, εκδ. Βαβέλ
8. Γιάννης Ρίτσος, Η Ελένη, εκδ. Κέδρος
9. Αριστοτέλους, Ποιητική (σε μετάφραση και σχολιασμό του Στάθη Δρομάζου), Κέδρος
Επίσης πιστεύω πως γενικά ήταν μια χρονιά με πολλά καλά ελληνικά βιβλία νέων συγγραφέων (Κάλλια Παπαδάκη, Μαγκλίνης, Μητσοτάκης κλπ.). Ξέρετε, από αυτά που δε πρόκειται ποτέ να τα δείτε στις λίστες των βραβείων αναγνωστών. Καλό 10!
Από τον Βαγγέλη Μπέκα
O κύκλος ζωής του βιβλίου δεν είναι πάνω από εξάμηνο, υποστηρίζουν οι έμποροι του χώρου. Ο γράφων, όμως, έχει διαφορετική άποψη. Αναλογιστείτε, λοιπόν, την ευκολία που η ίδια η γλώσσα μας υιοθετεί τις γραμματικές ανωμαλίες και μην τον κακολογήσετε για τις παρακάτω, εκτός κανόνα, επιλογές.
1. Δημήτρης Σωτάκης, Το Θαύμα της αναπνοής, εκδ. Κέδρος
2. Περικλής Κοροβέσης, Αριστερή Ανακύλωση, εκδ. Εμπειρία
3. Δημοσθένης Βουτυράς, Το καράβι του Θανάτου και άλλα διηγήματα, εκδ. Τόπος
4. Τέος Ρόμβος, Τρία φεγγάρια στην πλατεία, εκδ. Βιβλιοπέλαγος
5. Πέτρος Πικρός, Χαμένα κορμιά, εκδ. Άγρα
1. Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, Ερωτευμένα φαντάσματα, εκδ. Άγρα
2. Λουίς Σεπούλβεδα, Το λυχνάρι του Αλαντίν, εκδ. Opera
3. Τομ Ρόμπινς, Μπι όπως Μπίρα, εκδ. Αίολος
4. Γουίλιαμ Μπάροουζ, Τζάνκι, εκδ. Τόπος, 2009
5. Βίκτορ Σερζ, Οι αναμνήσεις ενός επαναστάτη, εκδ Scripta
Από την Ευθυμία Δεσποτάκη
Τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος; Καλή ερώτηση. Γενικά, οι προτιμήσεις μου περιστρέφονται γύρω από το χώρο του φανταστικού, τόσο του ελληνικού, όσο και του ξενόγλωσσου. Γι’ αυτό και θα παρακαλούσα να μου συγχωρέσετε μια μικρή εμμονή με τη φανταστική λογοτεχνία. Δείτε το σαν μια ευκαιρία να ρίξετε μια ματιά στο χώρο της.
1. Κωνσταντίνος Μίσσιος, Ο Λέκγουελ και οι Ξεχασμένοι Θεοί, εκδ. Διόπτρα
2. Αντώνης Κρύσιλας, Το Στόμα του Διαβόλου, εκδ. Platypous
3. Πέτρος Τσαλπατούρος, Έλος, εκδ. Ars Nocturna
4. Κατερίνα Καριζώνη, Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες, εκδ. Καστανιώτης
5. Δημήτρης Φιλοκώστας, Η νεραϊδοφωνή, Ιδιωτική έκδοση
1. Steven Brust , The Book of Jhereg
2. Glen Cook, Chronicles of the Black Company
3. Paul Kearney, The Ten Thousand
4. Tom Lloyd, The Stormcaller: Book One of the Twilight Reign
5. Λουίς Σεπούλβεδα-Μάριο Δελγάδο Απαραΐν, Τα Χειρότερα Παραμύθια των Αδελφών Γκριμ
Από την Κίκα Ολυμπίου
Μέσα στο 2009 διάβασα 46 βιβλία, ελληνικά και ξένα. Καλά βιβλία υπήρξαν, βιβλία με ενδιαφέρον, με λογοτεχνική γραφή, βιβλία που ικανοποιούν ως ένα βαθμό τον αναγνώστη. Εδώ οφείλω να πω ότι πιο πολύ βρήκα ικανοποίηση σε ξένα παρά σε ελληνικά βιβλία. Ίσως είναι ένα θέμα που πρέπει να συζητηθεί. Ξεχωρίζω τα πιο κάτω, από ελληνικά και ξένα αντίστοιχα:
1. Μαριλένα Πολιτοπούλου, Η μνήμη της πόλαροϊντ, εκδ. Μεταίχμιο
2. Ζυράννα Ζατέλη, Το πάθος χιλιάδες φορές, εκδ. Καστανιώτης
3. Βασίλης Γκουρογιάννης, Κόκκινο στην πράσινη γραμμή, εκδ. Μεταίχμιο
4. Μαριάννα Κορομηλά, Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα, εκδ. Άγρα
5. Αγγέλα Καστρινάκη, Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα
1. Κέιτ Γκρένβιλ, Το μυστικό ποτάμι, εκδ. Καστανιώτης
2. Μάρκους Ζούσακ, Η κλέφτρα των βιβλίων, εκδ. Ψυχογιός
3. Σεμπάστιαν Μπάρυ, Η μυστική γραφή, εκδ. Καστανιώτης
4. Κάλεντ Χοσεϊνί, Χαρταετοί πάνω από την πόλη, εκδ. Ψυχογιός
5. Δάφνη Ντι Μωριέ, Μετά τα μεσάνυχτα, εκδ. Μελάνι
Από τον Γιάννη Πλιώτα
Είμαι σίγουρος ότι η δική μου λίστα φαντάζει αλλοπρόσαλλη.
1. Χρήστος Χρυσόπουλος, Η Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, εκδ. Καστανιώτης
2. Αλκυόνη Παπαδάκη, Αν ήταν όλα αλλιώς, εκδ. Καλέντης
3. Κάλλια Παπαδάκη, Ο ήχος του ακάλυπτου, εκδ. Πόλις
4. Απόστολος Δοξιάδης – Χρίστος Παπαδημητρίου, Logicomix, εκδ. Ίκαρος
5. Έλενα Μαρούτσου, Μεταξύ συρμού και αποβάθρας, εκδ. Καστανιώτης
6. Νίκος Αραπάκης, Και στη μέση η θάλασσα, εκδ. Μπατσιούλας
7. Αργύρης Χιόνης, Το οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες, εκδ. Κίχλη
8. Φίλιπ Ροθ, Η αντιζωή, εκδ. Πόλις
9. Scott Sigler, Ιός, εκδ. Πλατύπους
10. Άλαν Μουρ, Watchmen, εκδ. Anubis
άποψη 04
από τον Βαγγέλη Μπέκα
Το στίγμα της δεκαετίας:
Η λογοτεχνία κοινωνικοποιείται
Η απόδραση του αστυνομικού μυθιστορήματος από το στρατόπεδο της παραλογοτεχνίας και η καθιέρωση του, ως κύριου εκφραστή του κοινωνικού προβληματισμού, είναι ο μεγαλύτερος λογοτεχνικός άθλος των ημερών. Βέβαια, το κοινωνικό επανέρχεται στο προσκήνιο, όχι μόνο στο στενό πλαίσιο του αστυνομικού μυθιστορήματος. Απλώς το αστυνομικό διαδραμάτισε το ρόλο της εμπροσθοφυλακής σε μια γενικότερη τάση. Ήταν αναπόφευκτο, σε ένα, πλανήτη που ταλανίζεται από αδιέξοδα σε πολιτικό, οικονομικό και περιβαλλοντολογικό επίπεδο, μια σημαντική μερίδα πνευματικών ανθρώπων να στρέψουν το βλέμμα τους μακριά από το Εγώ, τάση που αναπαράγεται από την κυρίαρχη κουλτούρα των διαφημίσεων και των ΜΜΕ.
Πέρα, όμως από το κοινωνικό στίγμα, εμφανέστερο και πιο χαρακτηριστικό ήταν ίσως το αποτύπωμα των νέων τεχνολογιών. Χιλιάδες διηγήματα και ποιήματα ταξίδεψαν μέσω blog, mail, facebook. Το ίντερνετ απελευθέρωσε το γραφιά, οδηγώντας τον να χρησιμοποιήσει πιο συχνά τη μικρή φόρμα, ενώ νέα λογισμικά και ψηφιακές κάμερες τον βοήθησαν να ντύσει τα ποιήματά του με εικόνες. Ταυτόχρονα λανσαρίστηκαν τα ebook ανοίγοντας νέες ψηφιακές λογοτεχνικές λεωφόρους και η goοgle προχώρησε στην ψηφιοποίηση χιλιάδων συγγραμμάτων.
Επίσης, σημαντικά επηρεάστηκε και η κριτική. Ίσως ακόμη περισσότερο. Από τη μια στην άλλη στιγμή οι θρόνοι ράγισαν και το ίντερνετ γέμισε σκαμπό. Τα περισσότερα φτιαγμένα με μεράκι κι έρωτα για το καλό βιβλίο.
Είτε από την πλευρά του περιεχομένου είτε από την πλευρά των Μέσων και της δικτύωσης, η λογοτεχνία οδηγήθηκε, την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, σε μια κοινωνικοποίηση δίχως όρια. Ο πύργος του απομονωμένου λογοτέχνη που ενδοσκοπεί έχει ριχτεί στις φλόγες. Μένει να δούμε αν η ερχόμενη δεκαετία θα ραντίσει με νερό ή λάδι τις γλώσσες της φωτιάς.
ανάμεσα στις σελίδες
Πηγή: www.miragebookmark.ch
(η πλέον ενημερωμένη ιστοσελίδα για σελιδοδείκτες στον κόσμο)
Η ιστορία των σελιδοδεικτών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη του βιβλίου. Αν και οι πιο παλιοί γνωστοί σελιδοδείκτες προέρχονται από μεσαιωνικά μοναστήρια, είναι προφανές ότι ακόμα και στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν σελιδοδείκτες για να σημαδεύουν το σημείο ανάγνωσης πάνω σε πάπυρους που έφταναν σε μήκος ακόμα και τα σαράντα μέτρα.
Οι σελιδοδείκτες χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα και ήταν συνήθως μία λωρίδα υφάσματος προσαρτημένη στη ραφή του βιβλίου. Καθώς τα πρώτα εκτυπωμένα βιβλία ήταν τόσο σπάνια όσο και πολύτιμα, από νωρίς έγινε προφανές ότι έπρεπε να εφευρεθεί ένας τρόπος να σημαδεύεται το σημείο ανάγνωσης σε ένα βιβλίο χωρίς να φθείρονται οι σελίδες του. Κάποιοι από τους παλαιότερους σελιδοδείκτες χρησιμοποιήθηκαν στα τέλη του 15ου αιώνα και η βασίλισσα Ελισάβετ η Α’ ήταν από τους πρώτους που απέκτησαν έναν.
Οι πρώτοι αποσπώμενοι -και επομένως συλλεκτικοί- σελιδοδείκτες έκαναν την εμφάνισή τους περί το 1850 και αναφέρονταν ως «markers», ενώ σήμερα έχει επικρατήσει η λέξη «bookmark», σύντμηση του «bookmarker». Ορισμένοι χαρακτηριστικοί markers είχαν σχήμα σπαθιού για να χρησιμοποιούνται και στην κοπή των σελίδων των βιβλίων.
Στα 1860 μηχανές παρήγαγαν κομψούς υφασμάτινους σελιδοδείκτες κυρίως στο Κόβεντρυ της Μεγάλης Βρετανίας, το κέντρο της βιομηχανίας μεταξωτών κορδελών. Στα 1862 ο Τόμας Στίβενς άρχισε να παράγει πλεγμένους, εικονογραφημένους σελιδοδείκτες, οι οποίοι πήραν το όνομα «Stevengraphs». Αυτοί οι χειροποίητοι σελιδοδείκτες έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης ως δώρα κατά τη Βικτωριανή εποχή και ο Στίβενς έφτιαχνε έναν ξεχωριστό για κάθε γεγονός και επέτειο.
Οι περισσότεροι σελιδοδείκτες της εποχής προορίζονταν για χρήση σε βίβλους και προσευχητάρια και πολλές νεαρές δεσποινίδες έπλεκαν τους δικούς τους ως δείγμα νοικοκυροσύνης. Μετά το 1880 η παραγωγή μεταξένιων σελιδοδεικτών παράκμασε καθώς έκαναν μαζικά την εμφάνισή τους εκτυπωμένοι σελιδοδείκτες σε χοντρό χαρτί. Αυτή η εξέλιξη ήρθε σε συνδυασμό με την αύξηση της διαθεσιμότητας των βιβλίων στα χαμηλότερα στρώματα και σύντομα το εύρος των διαθέσιμων σελιδοδεικτών επεκτάθηκε. Ασφαλιστικές εταιρείες, εκδότες και άλλες επιχειρήσεις άρχισαν να χρησιμοποιούν τους σελιδοδείκτες για να διαφημιστούν, πρακτική που διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.
Οι σελιδοδείκτες σήμερα είναι διαθέσιμοι σε μία τεράστια ποικιλία υλικών και σχεδίων. Πολλοί είναι φτιαγμένοι από χαρτόνι, αλλά φτιάχνονται επίσης από δέρμα, κορδέλα, ύφασμα, τσόχα, ατσάλι, καλώδιο, τσίγκο, χάντρες, ξύλο, πλαστικό, βινύλιο, ασήμι, χρυσό και άλλα πολύτιμα μέταλλα που διακοσμούνται με πολύτιμους λίθους.
Δείτε φωτογραφίες με καταπληκτικούς παλιούς σελιδοδείκτες: http://www.flickr.com/groups/bookmarks/pool/show/
nanowrimo
από τον Γιάννη Πλιώτα
Ο Δεκέμβρης έχει ανοίξει το βήμα του για τα καλά, πλησιάζοντας προς τις γιορτές και το 2010. Πολλοί είναι εκείνοι που σκέφτονται ότι θα ξεκλέψουν λίγο χρόνο στις διακοπές για να ξεκινήσουν να γράφουν το μυθιστόρημα που έχτιζαν εδώ και καιρό στο μυαλό τους. Θέληση υπάρχει και σε μεγάλες δόσεις, αλλά πάντα κάτι φαίνεται να συμβαίνει και το μολύβι δεν φτάνει στο χαρτί. Ίσως φταίει το ότι λείπει το κίνητρο και αυτό μπορούν να μας το εξηγήσουν καλύτερα οι περίπου εκατόν είκοσι χιλιάδες συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο, που έγραφαν πυρετωδώς τα μυθιστορήματά τους μέχρι τα μεσάνυχτα της 30ης Νοεμβρίου. Και αυτό γιατί ο Νοέμβριος είναι ο επίσημος μήνας του Nanowrimo, μια μυστηριώδης λέξη που θα εξηγηθεί παρακάτω.
Τον Ιούλιο του 1999 είκοσι δύο φίλοι στο Σαν Φραντσίσκο μαζεύτηκαν και αποφάσισαν να γράψουν ο καθένας μέσα σε ένα μήνα ένα μυθιστόρημα 50.000 λέξεων, ένα κατόρθωμα διόλου ευκαταφρόνητο. Την επόμενη χρονιά η δοκιμασία μεταφέρθηκε τον Νοέμβριο ώστε οι συμμετέχοντες να εκμεταλλευτούν στο έπακρο τον καταθλιπτικό φθινοπωρινό καιρό και καθιερώθηκε η ονομασία Nanowrimo, ακρωνύμιο του National Novel Writing Month. Τότε πήραν μέρος 140 άτομα, τα οποία οργανώθηκαν για πρώτη φορά μέσω ίντερνετ. Η πρωτότυπη ιδέα δεν άργησε να εξαπλωθεί και το 2001 ο αριθμός των συμμετεχόντων εκτινάχθηκε στους 5.000. Σταδιακά τα επόμενα χρόνια το Nanowrimo έλκυσε την προσοχή αμερικανικών ΜΜΕ, ο κύκλος των συγγραφέων διευρύνθηκε και η φήμη του «διαγωνισμού» εξαπλώθηκε εκτός συνόρων. Το 2008 εγγράφηκαν 119.000 (!) επίδοξοι συγγραφείς στο επίσημο site, εκ των οποίων κατάφερε να ξεπεράσει το όριο των 50.000 λέξεων περίπου το ένα πέμπτο.
Οι κανόνες για τη συγγραφή του μυθιστορήματος είναι απλοί: το κείμενο μπορεί να είναι οποιουδήποτε είδους και σε οποιαδήποτε γλώσσα (θεωρητικά ακόμα και σε γλώσσα που δεν υπάρχει). Σύμφωνα με τους διοργανωτές «αν πιστεύετε ότι γράφετε μυθιστόρημα, τότε το πιστεύουμε κι εμείς». Οι συμμετέχοντες ξεκινούν τον ιδιότυπο συγγραφικό μαραθώνιο την 1η Νοεμβρίου και πρέπει έως τα μεσάνυχτα της 30ης να γράψουν 50.000 λέξεις ενός μυθιστορήματος, ακόμα κι αν στο έργο τους δεν μπει τελεία. Το ζητούμενο στο Nanowrimo είναι η ποσότητα και όχι η ποιότητα, κάτι που εύστοχα συνοψίζεται στο εξής μότο: «Νo plot? No problem!» Είναι προφανές ότι δεν απονέμονται βραβεία για το τελικό μέγεθος, την ποιότητα του γραπτού ή την ταχύτητα. Οποιοσδήποτε φτάνει τις 50.000 λέξεις μέσα σε ένα μήνα ανακηρύσσεται νικητής. Δεν είναι διαγωνισμός άλλωστε, είναι μία ευκαιρία να βάλετε στο χαρτί το βιβλίο που κουβαλούσατε στο κεφάλι σας.
Η συμμετοχή είναι δωρεάν, αλλά πολύ φοβάμαι ότι χωρίς να έχετε τη δυνατότητα να ταξιδέψετε πίσω στο χρόνο, δύσκολα θα προλάβετε το φετινό Nanowrimo. Μπορείτε όμως να κάνετε «add to bookmarks» την επίσημη σελίδα του διαγωνισμού (http://www.nanowrimo.org/) και να δοκιμάσετε τις συγγραφικές σας δυνάμεις το 2010. Αν δεν έχετε υπομονή ως τότε, διαβάστε στο τεύχος αυτής της εβδομάδας τα δύο πρώτα μέρη στο παιχνίδι της «+γραφής» και γράψτε τη συνέχεια στη νουβέλα που ξεκίνησε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος!