Archive for the ‘+γραφή’ Category
+γραφή 05
Θέλεις να δημοσιευθεί
η δική σου εκδοχή;
Η ιδέα ήρθε μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις μεταξύ συντακτών και φίλων. Πώς θα φέρουμε, πέρα από το αναγνωστικό κοινό, κόσμο που γράφει και θέλει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, κοντά στο Bookmarks;
Ανάμεσα στις εισηγήσεις και τις προτάσεις αποφασίσαμε να κάνουμε μια σύνθεση: Να γραφτεί ένα συλλογικό έργο απ’ τους αναγνώστες!
Γνωρίζουμε εξ αρχής πως αυτό εμπεριέχει ένα ρίσκο αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως έχει και τη μαγεία του.
Κάθε δυο εβδομάδες, θα έχετε την ευκαιρία να συνεχίσετε εσείς τη νουβέλα την αρχή της οποίας έγραψε ο γνωστός συγγραφέας Νίκος Παναγιωτόπουλος (αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το “Γονίδιο της Αμφιβολίας” ίσως είναι το πρώτο βιβλίο που θα έπρεπε να προμηθευτεί).
Ξεκινώντας από σήμερα, μπορείτε να στείλετε τη δική σας εκδοχή για τη συνέχεια σε ένα κείμενο που θα κυμαίνεται γύρω στις 400 λέξεις.
Έτσι, για το τέταρτο μέρος της ιστορίας μας, θα περιμένουμε τα κείμενά σας μέσα στις γιορτές ως τις 6 Ιανουαρίου.
Κάθε φορά θα δημοσιεύουμε την επιλεγμένη εκδοχή από τη συντακτική ομάδα και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, την οποία θα βραβεύουμε με αρκετά βιβλία που μας προσφέρουν οι Εκδοτικοί Οίκοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε – γιατί ένας καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πρώτα ένας καλός αναγνώστης.
Μόλις η ιστορία μας ολοκληρωθεί, θα εκδοθεί από τη Χαραμάδα.
Ακονίστε τα… πληκτρολόγιά σας! Στείλτε μας το κείμενό σας στο info@haramada.com
Σε πρώτο πλάνο
του Νίκου Παναγιωτόπουλου
Τα χέρια του σε πρώτο πλάνο. Στο φόντο, το νεκρό σώμα που κείτεται στα πόδια του. Είναι εντυπωσιασμένος κι ούτε που θα κάνει τον κόπο να βρει μια πιο σωστή λέξη για να περιγράψει την κατάστασή του. Είναι εντυπωσιασμένος, λοιπόν, κι όχι τόσο από το γεγονός ότι τέτοιαν ώρα εκείνος σκέφτεται με κινηματογραφικούς όρους, αλλά από την τρομερή αποκάλυψη ότι ο θάνατος δεν του προξενεί την παραμικρή εντύπωση˙ κι όχι απλώς ο θάνατος, η αφαίρεση της ζωής, πιο σωστά, το έγκλημα, αν θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, ο φόνος, εν τοιαύτη περιπτώσει –ναι, ναι, γιατί να μην το παραδεχτεί, δεν έχει κανένα λόγο, μόλις διέπραξε ένα φόνο και είναι εντυπωσιασμένος, σχεδόν εκστατικός, που δεν του φαίνεται δα και κάτι φοβερό.
Κοιτάζει τα χέρια του σε πρώτο πλάνο, αλλά του είναι αδύνατον να εστιάσει το βλέμμα στο πτώμα του άντρα που κείτεται στα πόδια του. Του αρκεί η παρηγοριά πως δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εμ, βέβαια, αφού τον σκότωσε!
Νιώθει τη γαλήνη να αναβλύζει μέσα του, αργά. Από πού, άραγε; Τη νιώθει να αργοσαλεύει ανάμεσα στα σωθικά του, να απλώνεται ανακουφιστικά, αλλά ανάθεμα κι αν μπορεί να εντοπίσει από πού πηγάζει. Οι ανατομικές του γνώσεις είναι μπερδεμένες, θολές, σίγουρα κάποιο από εκείνα τα παρεξηγημένα όργανα, αμφιταλαντεύεται για κάμποση ώρα μεταξύ σπλήνας και χοληδόχου κύστεως, ενώ δεν θέλει να αποκλείσει το πάγκρεας, χώρια που κάτι έχει διαβάσει για τις αποφασιστικής σημασίας εκκρίσεις των επινεφριδίων. Ω, μα τι σημασία έχει; Καλεί τον εαυτό του να συγκεντρωθεί στα γεγονότα. Και γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του. Σημειωτέον πως, ανέκαθεν, τον γοήτευε η αντιστροφή των όρων. Γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, όπως είναι γεγονός και πως, λίγο πριν, ο ίδιος άνθρωπος είχε πέσει στα πόδια του…
Εδώ χαμογελάει. Το αίσθημα της γαλήνης, απ’ όπου κι αν πηγάζει, ανακόπτει προς στιγμήν την προέλασή του, θορυβημένο λες από το λογοπαίγνιο. Να, κάτι τέτοια δύσκολα χωράν στο σινεμά. Λίγο πριν είχε πέσει στα πόδια του ικετεύοντας, και τώρα βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, νεκρός. Η ικεσία του δεν έπιασε τόπο. Όχι ικεσία, όμως… Η λέξη ικεσία έχει κάτι το ευγενικό στο άκουσμά της. Όχι ικεσία –σε καμιά περίπτωση. Παρόλον ότι το νόημα της σκηνής που διαδραματίστηκε μισή ώρα νωρίτερα, σ’ ετούτο τον ίδιο ακριβώς χώρο, αποδίδεται σωστά, μοιάζει να λείπει κάτι. Ο τόνος δεν είναι σωστός. Η ατμόσφαιρα. Δεν ήταν ικεσία αυτό. Ήταν παρακάλι. Ζητιανιά ήταν. Δεν του περίσσευαν ψιλά, όμως. Ο Αργυρίου θα ’πρεπε να το περιμένει. Μήπως εκείνος δεν ήταν που τον είχε αποψιλώσει;
η συνεχεια (1):
του Λάμπρου Χρόνη
Το ’πε και το ’κανε ο πούστης! Πού σκατά είχε κρύψει τον σουγιά; Δεν τον είχα ικανό να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι κι ο χέστης μου την κάρφωσε την ώρα που τον έφτυσα. Έπρεπε να τον είχα τελειώσει όταν με παρακαλούσε. Έξι μήνες τώρα τον δάνειζα για να παίζει. Έξι ολόκληρους μήνες τσίμπαγε τα φράγκα κι έπαιζε ασταμάτητα. Εννοείται πως τα μισά κέρδη του ήταν δικά μου. Εννοείται πως αν έχανε θα έπρεπε να μου τα επιστρέψει με τόκο. Εννοείται πως αφού μπήκε στο παιχνίδι έπρεπε να παίξει με τους δικούς μου όρους. Και όλα πήγαιναν καλά, μια χαρά! Τους δυο πρώτους μήνες είχαμε βγάλει κι οι δυο από τρία χιλιάρικα. Βέβαια, τα δύο από τα τρία που έβγαλε εκείνος μου τα χρώσταγε, αλλά όπως και να το κάνεις, πήγαινε καλά.
Μετά τα σκάτωσε. Πληροφορίες που δεν του βγήκαν, απροσεξία σε συνεργασίες, δυο-τρεις λαμογιές από τους δικούς του, και να, πριν λίγα λεπτά με παρακάλαγε για ακόμα δυο κατοστάρικα, «ψιλά» μου είπε, «μόνο λίγα ψιλά, και θα στα επιστρέψω με το παραπάνω, είναι σιγουράκια, δεν τα ξέρει κανείς». Πόσες φορές είχα ξανακούσει αυτό το παραμύθι με τα σιγουράκια, μόνο εγώ ξέρω. Είχε φτάσει πια να μου χρωστάει δεκάξι χιλιάρικα καθαρά, πέρα από εκείνα που είχε κερδίσει και ξεχρεώσει και άμα βάλουμε και τον τόκο -τον ιδρώτα μου δηλαδή, γιατί είχα μπλέξει με πολλούς μαλάκες σαν και την πάρτη του για να φτάσω να δίνω στους χαμένους να παίζουν για μένα- δεν θα τον έφτανε ούτε ένα εικοσάρικο.
Κι όμως, μου την έχωσε στα πλευρά -όχι μία, πρέπει να μου ’ριξε αρκετές απανωτές και μετά καμπόσες στην κοιλιά- ένιωσα ένα μούδιασμα στα χείλη και τα δάχτυλά μου να μυρμηγκιάζουν, κι ύστερα δεν μπορούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, δεν μπορούσα ν’ ανασάνω και μόλις μου ’ρθε το αίμα στο στόμα, ένιωσα την αηδία που νιώθεις άμα θες να ξεράσεις. Πήγα να πάρω μια βαθειά ανάσα, γούρλωσα τα μάτια και τσακ, τέλος. Δεν μπορώ να κουνήσω τίποτα, δεν μπορώ να βγάλω φωνή, δεν πονάω, δεν μπορώ να σηκωθώ πάνω να τον γαμήσω τον πούστη που τόλμησε να σηκώσει χέρι στον Αργυρίου, τον ευεργέτη του. Έτσι με έλεγε, ευεργέτη, το αχάριστο καθίκι. Αλλά να δω τώρα τι θα κάνει που μ’ έχει στα πόδια του ακούνητο, να δω πού θα πάει να γλιτώσει ο κερατάς. Τόση ώρα είναι ακίνητος, πού είναι οι μπάτσοι γαμώ την κοινωνία τους, μόνο όταν είναι να μας την πέσουν στη λέσχη ξέρουν να εμφανίζονται για να τσεπώσουν το βιδάνιο. Δεν θα τα βγάλεις πέρα με τον Αργυρίου ρε πούστη Παναγιωτάκη, δεν θα τα βγάλεις πέρα!
η συνεχεια (2):
του Δημήτρη Κρεμελιάνη
Ο Παναγιωτάκης πήρε κάμποσες βαθιές ανάσες. Άραγε οι γείτονες να είχαν ακούσει τα παρακάλια και τον καυγά που προηγήθηκε; Μπορεί να άκουσαν και την κραυγή του Αργυρίου μόλις άρπαξε την πρώτη μαχαιριά. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι μες στην αναστάτωση του, δεν κατάλαβε αν ο Αργυρίου όντως φώναξε ή αν αποδέχθηκε αγόγγυστα το μοιραίο. Σταδιακά, καθώς η αδρεναλίνη υποχωρούσε, οι σκέψεις του δολοφόνου καταλάγιαζαν, η λογική άρχιζε ξανά να υπερισχύει.
Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Πρώτη φορά βρισκόταν μπλεγμένος σε τόσο επικίνδυνη κατάσταση. Η ζωή του από το κακό στο χειρότερο. Να έφευγε τώρα τρέχοντας; Πιθανότατα δεν θ’ αργούσαν ν’ ανακαλύψουν τον ψόφιο τοκογλύφο και οι υποψίες θα στρέφονταν πάνω του. Οι λακέδες του Αργυρίου ήξεραν ότι χρωστούσε δεκατρία-δεκατέσσερα χιλιάρικα. Τον είχαν απειλήσει πριν κάτι μέρες.
Δεν είχε επιλογές. Έπρεπε να τα παίξει όλα για όλα, όπως τότε που έβαλε τα ρέστα του με δύο εφτάρια. Ζύγισε τις πιθανότητες. Το μαγαζάκι του Αργυρίου ήταν ισόγειο- έξω μαύρη νύχτα. Με λίγη τύχη μόνοι μάρτυρες θα ήταν οι πολυκατοικίες κι η άσφαλτος.
Βούτηξε απ’ τις τσέπες του νεκρού ένα κινητό τηλέφωνο, το πορτοφόλι και τα κλειδιά του. Τον τσουβάλιασε όπως-όπως μέσα σε έναν μουσαμά, τον έδεσε και τον στοίβαξε σε μια γωνία. Στο ξύλινο, θεοσκονισμένο πάτωμα είχε μείνει ένας λεκές. Έπεσε για ακόμα μία φορά στα γόνατα και έτριψε μανιωδώς με μια πατσαβούρα τα σανίδια. Σηκώθηκε λαχανιασμένος για να θαυμάσει το αποτέλεσμα: μόνο η σήμανση θα μπορούσε να καταλάβει ότι ήταν αίμα. Και αν κατάφερνε να κερδίσει χρόνο, η σήμανση δεν θα έχωνε τη μύτη της.
Έψαξε βιαστικά τα συρτάρια του γραφείου προσέχοντας υποτυπωδώς να μην αφήσει ίχνη. Βρήκε λίγα ψιλά κι ένα μάτσο παλιόχαρτα με τα κολλυβογράμματα του Αργυρίου. Τα παράχωσε στο παντελόνι του και άνοιξε την πόρτα.
Η ατμόσφαιρα υγρή, είχε βρέξει νωρίτερα. Σε κάποιο στενό παρακάτω ένα ζευγάρι τσακωνόταν. Ακόμα πιο μακριά κάτι σκυλιά γαύγιζαν με μανία τους εαυτούς τους.
Ο Παναγιωτάκης αναρρίγησε ενώ το κρύο δάγκωσε τα χέρια και το πρόσωπό του. Τυλίχτηκε στο μάλλινο σακάκι, πήγε στο σαράβαλο του Αργυρίου και έβαλε μπρος. Το έφερε με την όπισθεν σχεδόν πάνω στην τζαμαρία και άνοιξε το πορτ μπαγκάζ. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά όπως κάνουν στις ταινίες, μετά έσυρε αγκομαχώντας το πτώμα και το στρίμωξε ανάμεσα στη ρεζέρβα και μια κούτα βιβλία.
Έκλεισε την πόρτα του μαγαζιού, μπήκε στο αμάξι και απομακρύνθηκε βιαστικά. Σταμάτησε αρκετούς δρόμους παρακάτω και έβγαλε τα τεφτέρια του Αργυρίου. Έριξε μια ματιά στα ονόματα και σημείωσε ένα με το δάχτυλό του. Πήρε το κινητό του Αργυρίου. Κάλεσε τον αριθμό. Στην άλλη άκρη της γραμμής μία διστακτική φωνή ψέλλισε «εμπρός;» και ο Παναγιωτάκης απάντησε κάνοντας βραχνή τη φωνή του: «Αργυρίου εδώ».
….Γράψτε και στείλτε μας τη δική σας εκδοχή για τη συνέχεια!
+γραφή 03
Η ιδέα ήρθε μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις μεταξύ συντακτών και φίλων. Πώς θα φέρουμε, πέρα από το αναγνωστικό κοινό, κόσμο που γράφει και θέλει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, κοντά στο Bookmarks;
Ανάμεσα στις εισηγήσεις και τις προτάσεις αποφασίσαμε να κάνουμε μια σύνθεση: Να γραφτεί ένα συλλογικό έργο απ’ τους αναγνώστες!
Γνωρίζουμε εξ αρχής πως αυτό εμπεριέχει ένα ρίσκο αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως έχει και τη μαγεία του.
Κάθε δυο εβδομάδες, θα έχετε την ευκαιρία να συνεχίσετε εσείς τη νουβέλα την αρχή της οποίας έγραψε ο γνωστός συγγραφέας Νίκος Παναγιωτόπουλος (αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το “Γονίδιο της Αμφιβολίας” ίσως είναι το πρώτο βιβλίο που θα έπρεπε να προμηθευτεί).
Ξεκινώντας από σήμερα, μπορείτε να στείλετε τη δική σας εκδοχή για τη συνέχεια σε ένα κείμενο που θα κυμαίνεται γύρω στις 400 λέξεις.
Έτσι, για το τρίτο μέρος της ιστορίας μας, θα περιμένουμε τα κείμενά σας μέχρι την Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου, στις 10μ.μ..
Κάθε φορά θα δημοσιεύουμε την επιλεγμένη εκδοχή από τη συντακτική ομάδα και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, την οποία θα βραβεύουμε με αρκετά βιβλία που μας προσφέρουν οι Εκδοτικοί Οίκοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε – γιατί ένας καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πρώτα ένας καλός αναγνώστης.
Μόλις η ιστορία μας ολοκληρωθεί, θα εκδοθεί από τη Χαραμάδα.
Ακονίστε τα… πληκτρολόγιά σας!
Στείλτε μας το κείμενό σας στο info@haramada.com
ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ
του Νίκου Παναγιωτόπουλου
Τα χέρια του σε πρώτο πλάνο. Στο φόντο, το νεκρό σώμα που κείτεται στα πόδια του. Είναι εντυπωσιασμένος κι ούτε που θα κάνει τον κόπο να βρει μια πιο σωστή λέξη για να περιγράψει την κατάστασή του. Είναι εντυπωσιασμένος, λοιπόν, κι όχι τόσο από το γεγονός ότι τέτοιαν ώρα εκείνος σκέφτεται με κινηματογραφικούς όρους, αλλά από την τρομερή αποκάλυψη ότι ο θάνατος δεν του προξενεί την παραμικρή εντύπωση˙ κι όχι απλώς ο θάνατος, η αφαίρεση της ζωής, πιο σωστά, το έγκλημα, αν θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, ο φόνος, εν τοιαύτη περιπτώσει –ναι, ναι, γιατί να μην το παραδεχτεί, δεν έχει κανένα λόγο, μόλις διέπραξε ένα φόνο και είναι εντυπωσιασμένος, σχεδόν εκστατικός, που δεν του φαίνεται δα και κάτι φοβερό.
Κοιτάζει τα χέρια του σε πρώτο πλάνο, αλλά του είναι αδύνατον να εστιάσει το βλέμμα στο πτώμα του άντρα που κείτεται στα πόδια του. Του αρκεί η παρηγοριά πως δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εμ, βέβαια, αφού τον σκότωσε!
Νιώθει τη γαλήνη να αναβλύζει μέσα του, αργά. Από πού, άραγε; Τη νιώθει να αργοσαλεύει ανάμεσα στα σωθικά του, να απλώνεται ανακουφιστικά, αλλά ανάθεμα κι αν μπορεί να εντοπίσει από πού πηγάζει. Οι ανατομικές του γνώσεις είναι μπερδεμένες, θολές, σίγουρα κάποιο από εκείνα τα παρεξηγημένα όργανα, αμφιταλαντεύεται για κάμποση ώρα μεταξύ σπλήνας και χοληδόχου κύστεως, ενώ δεν θέλει να αποκλείσει το πάγκρεας, χώρια που κάτι έχει διαβάσει για τις αποφασιστικής σημασίας εκκρίσεις των επινεφριδίων. Ω, μα τι σημασία έχει; Καλεί τον εαυτό του να συγκεντρωθεί στα γεγονότα. Και γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του. Σημειωτέον πως, ανέκαθεν, τον γοήτευε η αντιστροφή των όρων. Γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, όπως είναι γεγονός και πως, λίγο πριν, ο ίδιος άνθρωπος είχε πέσει στα πόδια του…
Εδώ χαμογελάει. Το αίσθημα της γαλήνης, απ’ όπου κι αν πηγάζει, ανακόπτει προς στιγμήν την προέλασή του, θορυβημένο λες από το λογοπαίγνιο. Να, κάτι τέτοια δύσκολα χωράν στο σινεμά. Λίγο πριν είχε πέσει στα πόδια του ικετεύοντας, και τώρα βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, νεκρός. Η ικεσία του δεν έπιασε τόπο. Όχι ικεσία, όμως… Η λέξη ικεσία έχει κάτι το ευγενικό στο άκουσμά της. Όχι ικεσία –σε καμιά περίπτωση. Παρόλον ότι το νόημα της σκηνής που διαδραματίστηκε μισή ώρα νωρίτερα, σ’ ετούτο τον ίδιο ακριβώς χώρο, αποδίδεται σωστά, μοιάζει να λείπει κάτι. Ο τόνος δεν είναι σωστός. Η ατμόσφαιρα. Δεν ήταν ικεσία αυτό. Ήταν παρακάλι. Ζητιανιά ήταν. Δεν του περίσσευαν ψιλά, όμως. Ο Αργυρίου θα ’πρεπε να το περιμένει. Μήπως εκείνος δεν ήταν που τον είχε αποψιλώσει;
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ (1)
του Λάμπρου Χρόνη
Το ’πε και το ’κανε ο πούστης! Πού σκατά είχε κρύψει τον σουγιά; Δεν τον είχα ικανό να σκοτώσει ούτε μυρμήγκι κι ο χέστης μου την κάρφωσε την ώρα που τον έφτυσα. Έπρεπε να τον είχα τελειώσει όταν με παρακαλούσε. Έξι μήνες τώρα τον δάνειζα για να παίζει. Έξι ολόκληρους μήνες τσίμπαγε τα φράγκα κι έπαιζε ασταμάτητα. Εννοείται πως τα μισά κέρδη του ήταν δικά μου. Εννοείται πως αν έχανε θα έπρεπε να μου τα επιστρέψει με τόκο. Εννοείται πως αφού μπήκε στο παιχνίδι έπρεπε να παίξει με τους δικούς μου όρους. Και όλα πήγαιναν καλά, μια χαρά! Τους δυο πρώτους μήνες είχαμε βγάλει κι οι δυο από τρία χιλιάρικα. Βέβαια, τα δύο από τα τρία που έβγαλε εκείνος μου τα χρώσταγε, αλλά όπως και να το κάνεις, πήγαινε καλά.
Μετά τα σκάτωσε. Πληροφορίες που δεν του βγήκαν, απροσεξία σε συνεργασίες, δυο-τρεις λαμογιές από τους δικούς του, και να, πριν λίγα λεπτά με παρακάλαγε για ακόμα δυο κατοστάρικα, «ψιλά» μου είπε, «μόνο λίγα ψιλά, και θα στα επιστρέψω με το παραπάνω, είναι σιγουράκια, δεν τα ξέρει κανείς». Πόσες φορές είχα ξανακούσει αυτό το παραμύθι με τα σιγουράκια, μόνο εγώ ξέρω. Είχε φτάσει πια να μου χρωστάει δεκάξι χιλιάρικα καθαρά, πέρα από εκείνα που είχε κερδίσει και ξεχρεώσει και άμα βάλουμε και τον τόκο -τον ιδρώτα μου δηλαδή, γιατί είχα μπλέξει με πολλούς μαλάκες σαν και την πάρτη του για να φτάσω να δίνω στους χαμένους να παίζουν για μένα- δεν θα τον έφτανε ούτε ένα εικοσάρικο.
Κι όμως, μου την έχωσε στα πλευρά -όχι μία, πρέπει να μου ’ριξε αρκετές απανωτές και μετά καμπόσες στην κοιλιά- ένιωσα ένα μούδιασμα στα χείλη και τα δάχτυλά μου να μυρμηγκιάζουν, κι ύστερα δεν μπορούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, δεν μπορούσα ν’ ανασάνω και μόλις μου ’ρθε το αίμα στο στόμα, ένιωσα την αηδία που νιώθεις άμα θες να ξεράσεις. Πήγα να πάρω μια βαθειά ανάσα, γούρλωσα τα μάτια και τσακ, τέλος. Δεν μπορώ να κουνήσω τίποτα, δεν μπορώ να βγάλω φωνή, δεν πονάω, δεν μπορώ να σηκωθώ πάνω να τον γαμήσω τον πούστη που τόλμησε να σηκώσει χέρι στον Αργυρίου, τον ευεργέτη του. Έτσι με έλεγε, ευεργέτη, το αχάριστο καθίκι. Αλλά να δω τώρα τι θα κάνει που μ’ έχει στα πόδια του ακούνητο, να δω πού θα πάει να γλιτώσει ο κερατάς. Τόση ώρα είναι ακίνητος, πού είναι οι μπάτσοι γαμώ την κοινωνία τους, μόνο όταν είναι να μας την πέσουν στη λέσχη ξέρουν να εμφανίζονται για να τσεπώσουν το βιδάνιο. Δεν θα τα βγάλεις πέρα με τον Αργυρίου ρε πούστη Παναγιωτάκη, δεν θα τα βγάλεις πέρα!
+γραφή 01
Η ιδέα ήρθε μετά από αλλεπάλληλες συζητήσεις μεταξύ συντακτών και φίλων. Πώς θα φέρουμε, πέρα από το αναγνωστικό κοινό, κόσμο που γράφει και θέλει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του, κοντά στο Bookmarks;
Ανάμεσα στις εισηγήσεις και τις προτάσεις αποφασίσαμε να κάνουμε μια σύνθεση: Να γραφτεί ένα συλλογικό έργο απ’ τους αναγνώστες!
Γνωρίζουμε εξ αρχής πως αυτό εμπεριέχει ένα ρίσκο αλλά κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως έχει και τη μαγεία του.
Κάθε δυο εβδομάδες, θα έχετε την ευκαιρία να συνεχίσετε εσείς τη νουβέλα την αρχή της οποίας έγραψε ο γνωστός συγγραφέας Νίκος Παναγιωτόπουλος (αν κάποιος δεν έχει διαβάσει το “Γονίδιο της Αμφιβολίας” ίσως είναι το πρώτο βιβλίο που θα έπρεπε να προμηθευτεί).
Ξεκινώντας από σήμερα, μπορείτε να στείλετε τη δική σας εκδοχή για τη συνέχεια σε ένα κείμενο που θα κυμαίνεται γύρω στις 400 λέξεις.
Έτσι, για το δεύτερο μέρος της ιστορίας μας, θα περιμένουμε τα κείμενά σας μέχρι την Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου, στις 10μ.μ..
Κάθε φορά θα δημοσιεύουμε την επιλεγμένη εκδοχή από τη συντακτική ομάδα και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, την οποία θα βραβεύουμε με αρκετά βιβλία που μας προσφέρουν οι Εκδοτικοί Οίκοι με τους οποίους συνεργαζόμαστε – γιατί ένας καλός συγγραφέας πρέπει να είναι πρώτα ένας καλός αναγνώστης.
Μόλις η ιστορία μας ολοκληρωθεί, θα εκδοθεί από τη Χαραμάδα.
Ακονίστε τα… πληκτρολόγιά σας!
Στείλτε μας το κείμενό σας στο info@haramada.com
ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΛΑΝΟ
του Νίκου Παναγιωτόπουλου
“Τα χέρια του σε πρώτο πλάνο. Στο φόντο, το νεκρό σώμα που κείτεται στα πόδια του. Είναι εντυπωσιασμένος κι ούτε που θα κάνει τον κόπο να βρει μια πιο σωστή λέξη για να περιγράψει την κατάστασή του. Είναι εντυπωσιασμένος, λοιπόν, κι όχι τόσο από το γεγονός ότι τέτοιαν ώρα εκείνος σκέφτεται με κινηματογραφικούς όρους, αλλά από την τρομερή αποκάλυψη ότι ο θάνατος δεν του προξενεί την παραμικρή εντύπωση˙ κι όχι απλώς ο θάνατος, η αφαίρεση της ζωής, πιο σωστά, το έγκλημα, αν θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, ο φόνος, εν τοιαύτη περιπτώσει –ναι, ναι, γιατί να μην το παραδεχτεί, δεν έχει κανένα λόγο, μόλις διέπραξε ένα φόνο και είναι εντυπωσιασμένος, σχεδόν εκστατικός, που δεν του φαίνεται δα και κάτι φοβερό.
Κοιτάζει τα χέρια του σε πρώτο πλάνο, αλλά του είναι αδύνατον να εστιάσει το βλέμμα στο πτώμα του άντρα που κείτεται στα πόδια του. Του αρκεί η παρηγοριά πως δεν πρόκειται να πάει πουθενά. Εμ, βέβαια, αφού τον σκότωσε!
Νιώθει τη γαλήνη να αναβλύζει μέσα του, αργά. Από πού, άραγε; Τη νιώθει να αργοσαλεύει ανάμεσα στα σωθικά του, να απλώνεται ανακουφιστικά, αλλά ανάθεμα κι αν μπορεί να εντοπίσει από πού πηγάζει. Οι ανατομικές του γνώσεις είναι μπερδεμένες, θολές, σίγουρα κάποιο από εκείνα τα παρεξηγημένα όργανα, αμφιταλαντεύεται για κάμποση ώρα μεταξύ σπλήνας και χοληδόχου κύστεως, ενώ δεν θέλει να αποκλείσει το πάγκρεας, χώρια που κάτι έχει διαβάσει για τις αποφασιστικής σημασίας εκκρίσεις των επινεφριδίων. Ω, μα τι σημασία έχει; Καλεί τον εαυτό του να συγκεντρωθεί στα γεγονότα. Και γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του. Σημειωτέον πως, ανέκαθεν, τον γοήτευε η αντιστροφή των όρων. Γεγονός είναι πως εκείνος βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, όπως είναι γεγονός και πως, λίγο πριν, ο ίδιος άνθρωπος είχε πέσει στα πόδια του…
Εδώ χαμογελάει. Το αίσθημα της γαλήνης, απ’ όπου κι αν πηγάζει, ανακόπτει προς στιγμήν την προέλασή του, θορυβημένο λες από το λογοπαίγνιο. Να, κάτι τέτοια δύσκολα χωράν στο σινεμά. Λίγο πριν είχε πέσει στα πόδια του ικετεύοντας, και τώρα βρίσκεται πεσμένος στα πόδια του, νεκρός. Η ικεσία του δεν έπιασε τόπο. Όχι ικεσία, όμως… Η λέξη ικεσία έχει κάτι το ευγενικό στο άκουσμά της. Όχι ικεσία –σε καμιά περίπτωση. Παρόλον ότι το νόημα της σκηνής που διαδραματίστηκε μισή ώρα νωρίτερα, σ’ ετούτο τον ίδιο ακριβώς χώρο, αποδίδεται σωστά, μοιάζει να λείπει κάτι. Ο τόνος δεν είναι σωστός. Η ατμόσφαιρα. Δεν ήταν ικεσία αυτό. Ήταν παρακάλι. Ζητιανιά ήταν. Δεν του περίσσευαν ψιλά, όμως. Ο Αργυρίου θα ’πρεπε να το περιμένει. Μήπως εκείνος δεν ήταν που τον είχε αποψιλώσει;”