Welcome to Bookmarks magazine. Please add Bookmarks to your bookmarks! Our site is currently under contrsuction.
FAIL (the browser should render some flash content, not this).

You are currently browsing the archives for the Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ category.

Archive for the ‘Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ’ Category

Βραβείο αναγνωστών 02

Sunday, December 6, 2009 @ 10:06 AM
posted by Περιοδικό Bookmarks

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
(μέρος Β)

Η συζήτηση για το αν χωράνε βραβεία στην τέχνη είναι πολύ παλιά και μάλλον αδιέξοδη. Ο ορισμός ενός αντικειμενικού μέτρου σύγκρισης δύο έργων είναι όχι μόνο ανέφικτος, αλλά και στην πλειονότητα των περιπτώσεων περιττός. Ειδικότερα στο χώρο του βιβλίου η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη. Κανείς δεν προλαβαίνει φυσικά να διαβάσει τα εκατοντάδες μυθιστορήματα που εκδίδονται στη χώρα μας κάθε χρονιά. Έτσι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου αποφάσισε και φέτος να αποταθεί στη «συλλογική συνείδηση» των αναγνωστών, προκειμένου να επιλεγεί το αγαπημένο μυθιστόρημα της χρονιάς.
Έχοντας βραβεύσει την Ευγενία Φακίνου το 2005, τη Ρέα Γαλανάκη το 2006, τον Ανδρέα Μήτσου το 2007 και τον Δημήτρη Μπουραντά το 2008, το αναγνωστικό κοινό καλείται και φέτος να  επιλέξει ένα από τα δεκαπέντε ελληνικά μυθιστορήματα της «βραχείας λίστας», την οποία κατήρτισαν με την ψήφο τους τα μέλη των 230 Λεσχών Ανάγνωσης που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η ψηφοφορία έχει ξεκινήσει από τις 11 Νοεμβρίου και θα ολοκληρωθεί τη Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου. Κάθε αναγνώστης μπορεί να ψηφίσει μία φορά, στέλνοντας δωρεάν sms με τον κωδικό του βιβλίου στο 54160. Στο Bookmarks αποφασίσαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στο βραβείο του ΕΚΕΒΙ, δημοσιεύοντας σήμερα το δεύτερο μέρος με κριτικές και γνώμες για όλα τα βιβλία της λίστας.

Συνοπτικά, όλα τα υποψήφια βιβλία:

1. Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο
2. Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, εκδόσεις Μεταίχμιο
3. Το πάθος χιλιάδες φορές της Ζυράννας Ζατέλη, εκδόσεις Καστανιώτη
4. Οι αλήθειες των άλλων του Νίκου Θέμελη, εκδόσεις Κέδρος
5. Ξιφίρ Φαλέρ της Αθηνάς Κακούρη, εκδόσεις Καστανιώτη
6. Φίλοι και εραστές του Θοδωρή Καλλιφατίδη, εκδόσεις Γαβριηλίδη
7. Ιμαρέτ του Γιάννη Καλπούζου, εκδόσεις Μεταίχμιο
8. Ο βιολονίστας του Κώστα Καρακάση, εκδόσεις Ψυχογιός
9. Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου του Νίκου Κουνενή, εκδόσεις Μεταίχμιο
10. Υγρό φεγγαρόφωτο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου, εκδόσεις Κέδρος
11. Οι οδοιπόροι της καρδιάς της Εύας Ομηρόλη, εκδόσεις Λιβάνης
12. Αν ήταν όλα… αλλιώς της Αλκυόνης Παπαδάκη, εκδόσεις Καλέντης
13. Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
14. Για να δει τη θάλασσα της Ευγενίας Φακίνου, εκδόσεις Καστανιώτη
15. Λόγια φτερά του Χρήστου Χωμενίδη, εκδόσεις Πατάκη

Αθηνά Κακούρη
Ξιφίρ Φαλέρ
Καστανιώτης
(Στείλε ΒΑ 5 στο 54160)

Για άλλη μία φορά η κυρία Αθηνά Κακούρη μας μαγεύει και μας ταξιδεύει επίσης σε μια Ελλάδα – Αθήνα του 1912-15 που όλα ήταν ρευστά και “δυσνόητα” για κάποιους. Υπέροχη περιγραφή και αστείρευτη πλοκή. τελειώνεις τα κεφάλαια έχοντας ένα ερωτηματικό, και τρέχεις στο επόμενο με την ελπίδα να σου λυθεί η απορία αλλά…
Παρόλο που σε όγκο δεν είναι μεγάλο βιβλίο, σε νόημα είναι “μεγάλο”. Μου παίρνει αρκετή ώρα για να διαβάσω έστω και λίγες σελίδες (αν και γενικά δεν μου αρέσει να διαβάζω γρήγορα, επειδή πλάθω τις εικόνες μου), γιατί είναι τόσα πολλά τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που αναφέρονται (άκρως πραγματικά, με βιβλιογραφία) που χρειάζεσαι λίγο χρόνο να συνδέσεις πρόσωπα και πράγματα.
Το βιβλίο το τελείωσα εχθές. Εν κατακλείδι μου άρεσε. Έμαθα αρκετά πράγματα για την εποχή που διαδραματίζονται τα γεγονότα που περιγράφει η κα Κακούρη. Στο τέλος όμως μου άφησε κάποια ερωτηματικά για την εξέλιξη κάποιων από τους πρωταγωνιστές Δεν ξέρω αν θα υπάρξει και συνέχεια, αν και θα το ήθελα πολύ γιατί θεωρώ πως μπορεί να έχει κάποια εξέλιξη η ιστορία – πλοκή.

vivliolatreia.blogspot.com

Θοδωρής Καλλιφατίδης
Φίλοι κι εραστές
Γαβριηλίδης
(Στείλε ΒΑ 6 στο 54160)

Πολυγραφότατος  ο Θοδωρής Καλλιφατίδης, Έλληνας  μετανάστης στη Σουηδία, εδώ μας  δίνει ένα τρυφερό, ερωτικό μυθιστόρημα, με τις χάρες και τα μειονεκτήματά  του.
Στα υπέρ του βιβλίου, ο ρέων λόγος που το κάνει ευκολοδιάβαστο, η πολυπλοκότητα του κεντρικού χαρακτήρα που δίνει μια πιο φιλοσοφημένη νότα σε όλα όσα γράφονται. Στα κατά, μια τάση για κοινοτυπία, μια αίσθηση πως κάποτε δεν αρκεί η πλοκή, είναι μονάχα μια πρόφαση για να μας πει ο συγγραφέας αυτό που έχει στο νου του σε άλλα πεδία. Και μια πραγματική απογοήτευση, η τελευταία φράση – «Η πραγματική εξορία είναι να ζεις χωρίς αγάπη» – είναι τόσο χιλιοειπωμένη που αδικεί πραγματικά όλο το μυθιστόρημα.
Ο κεντρικός ήρωας, Γκέοργκ, ένας μεσήλικας αποτυχημένος ποιητής, διευθυντής του Εργατικού Οργανισμού Παιδείας της Σουηδίας και για αυτό συχνός ομιλητής τόσο για θέματα λογοτεχνίας, όσο και για πολιτικά, είναι ένας ολοκληρωμένος χαρακτήρας. Τον παρακολουθούμε σε μια ευαίσθητη φάση της ζωή του, κοντά στα πενήντα, όπου η γυναίκα του Μάργια αποφασίζει να πεθάνει. Κι όταν εκείνη χάνεται, αρχίζει μια εσωτερική αναζήτηση του Γκέοργκ, κατά την οποία συνειδητοποιεί πως δεν ήταν ο μεγάλος έρωτας της Μάργιας. Ένα γράμμα στη ντουλάπα περιπλέκει ακόμα περισσότερο την αίσθησή του πως την εγκλώβισε σε ένα γάμο ζεστασιάς, αλλά όχι πάθους.
Οι  χαρακτήρες που τον πλαισιώνουν, ο καλύτερος του φίλος Μίλαν  που είναι Τσέχος, οι υπάλληλοι  στο κέντρο, η καινούργια του κοπέλα από τη Ρουμανία, είναι όλοι μετανάστες και εξαιρετικά ενδιαφέροντες.  Από τις συζητήσεις των ηρώων προκύπτει η ομορφιά του βιβλίου, όπου απόψεις για τη σοσαλιαδημοκρατία, μπλέκονται με αυτές για τη λογοτεχνία, τη μετανάστευση, την εξορία και φτάνουν ως τον Οβίδιο.
Για το τέλος άφησα δυο σκέψεις  για τον τίτλο. Μάλλον συνηθισμένος και άτονος, «Φίλοι και εραστές», δεν προϊδεάζει για τις αρετές αυτού του αξιόλογου μυθιστορήματος.

Κατερίνα Μαλακατέ

Κώστας Καρακάσης
Ο Βιολονίστας
Ψυχογιός
(Στείλε ΒΑ 8 στο 54160)

Ο «Βιολονίστας» του Κώστα Καρακάση είναι μια ιστορία αγάπης και μουσικής, με πολλές σκηνές που θυμίζουν ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ‘60, ακριβώς δηλαδή η εποχή που διαδραματίζεται και η κεντρική ιστορία. Ένας βιολονίστας που παίζει στο δρόμο για να συντηρηθεί, συναντάει τυχαία μία πάμπλουτη κληρονόμο. Αυτή ενθουσιάζεται με το ταλέντο του και αναδεικνύεται σε έναν προσωπικό του Μαικήνα. Ο άσημος Έλληνας μέσα σε μικρό χρονικά διάστημα εκτινάσσεται σε δυσθεώρητα ύψη δόξας καταπλήσσοντας τα πλήθη με την δεξιοτεχνία του, που όπως αποκαλύπτεται έχει κληρονομήσει από τους προγόνους του. Καθώς η σχέση μεταξύ του Ίωνα και της Αλκυόνης αναπτύσσεται, μαθαίνουμε μέσα από εκτενείς αναδρομές στο παρελθόν για την οικογένεια του βιολονίστα και τη μακρά πορεία της, η οποία ξεκινά τέσσερις γενιές πριν στην Κωνσταντινούπολη. Περιστατικά ξεχασμένα ανακατεύονται με το παρόν της αφήγησης και οι πολλές ιστορικές αναφορές κάνουν τους ήρωες ορισμένες στιγμές να δίνουν την εντύπωση ότι παίζουν τους ρόλους τους σε ένα χρονογράφημα και όχι σε μυθιστόρημα. Τελικά ο βιολονίστας επιστρέφει στην Ελλάδα στη σύγχρονη εποχή, μια αφορμή για να ψάξει στις κρυφές σελίδες της μνήμης του.
Συνολικά η γνώμη μου για το «Βιολονίστα» είναι θετική. Διαβάζεται πολύ εύκολα, σαν βιβλίο με κράτησε και νομίζω ο μέσος αναγνώστης (υπάρχει άραγε;) δεν θα απογοητευτεί- το αντίθετο μάλιστα. Ο Καρακάσης μου έδωσε την εντύπωση ενός bon viveur της συγγραφής, ενός ευπατρίδη που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ο ίδιος μέρος της πλοκής του βιβλίου. Διατήρησα μόνο λίγες ενστάσεις ως προς το ότι σε μερικά σημεία παρουσιάζονται κομβικά περιστατικά να δένουν τόσο όμορφα, που με έκαναν να σκεφτώ ότι είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά. Αλλά αυτή είναι η ατμόσφαιρα παραμυθιού που θέλησε να δημιουργήσει ο συγγραφέας και το σέβομαι. Το τέλος του “Βιολονίστα” ήταν γλυκόπικρο, όπως ακριβώς το περίμενα.

Γιάννης Πλιώτας

Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Υγρό Φεγγαρόφωτο
Κέδρος
(Στείλε ΒΑ 10 στο 54160)

Το μυθιστόρημα της Λαμπαδαρίδου αφορά την αγωνία μιας ύπαρξης και μας καλεί να συλλάβουμε τη δική μας μέσα στην αγωνία που γεννά η γνώση του υπάρχειν. Ο βασικός ήρωας της, ο Προμηθέας, “δεσμώτης και λυόμενος” μαζί ακολουθεί τα σημάδια της μοίρας που δεν είναι πεπρωμένο απόλυτο αλλά προσδιορίζεται μέσα στου χάους τον βασανιστικό εθισμό. Ο Προμηθέας αν και φαίνεται εξαρχής ταγμένος σε κάτι, σ’ έναν σκοπό που τον υπερβαίνει και τον κινητοποιεί , μαγεμένος απ’ τη νύχτα του υγρού φεγγαρόφωτου που γέννησε μέσα του φριχτούς, επαναλαμβανόμενους πόνους δεν παύει να αμφισβητεί. Να βυθίζεται στην άβυσσο και να σηκώνεται ξανά.
Αν κατατρύχεται από κάτι, αυτό δεν είναι η αναζήτηση της ελευθερίας από κάθε δεσμό υλικό αλλά η βασική του εμμονή για καθαρότητα αισθημάτων και καταστάσεων μέσα σ’ αυτή. Εξ’ ου και η υποσυνείδητη προσπάθειά του να γνωρίσει “τη λάμψη του διαμαντιού που ξεπέρασε τον άνθρακα”.  Σώζοντας  το πανάρχαιο μοναστηριακό κειμήλιο της Ιερής Χάρτας, αποβλέπει σε μια λύτρωση από το μαρτύριο του πόνου που αφορά τον άνθρωπο εκείνο, που αν και απελπισμένος, ψυχικά και σωματικά καταρρακωμένος, ξένος και αποσυνάγωγος, πρέπει να συνεχίσει να ζει. Να συνεχίσει για τι και για ποιον;  Ίσως επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος να κατανοήσει τον εαυτό του και να τον αποδεχθεί. Μοχθώντας και πονώντας ακολουθώντας “των γεγονότων τη σκοτεινή γραμμή”.
Γράφοντας ένα μυθιστόρημα για το γίγνεσθαι του κόσμου, με υπαινιχτικά σχόλια αναφορικά με την περιθωριοποίηση, την κοινωνική αναλγησία  και τον αποκλεισμό, η συγγραφέας παρουσιάζει έναν κόσμο του οποίου τα φαινόμενα πολλαπλασιάζονται μέσα στο αθέατο και γίνονται καταστάσεις του υπαρκτού που νοείται στιγματισμένο από μια ανοιχτή πληγή.
Το “Υγρό Φεγγαρόφωτο” είναι μια φιλοσοφική ακροβασία με ποιητική έκφραση, ένα μυστυριακό αποτύπωμα της ανθρώπινης κατάστασης, ένα μυθιστόρημα για τη διαφορετικότητα  της μοναξιάς και τη μοναξιά της διαφορετικότητας, για την αναζήτηση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στην ερημιά του ατόμου. Για την αρμονία που αν και διαρκώς διαταράσσεται αυτή είναι που οφείλει να επιτευχθεί, άξονας συμμετρίας και νοηματοδότησης της ζωής.
Ένα ανοιχτό ερώτημα, αναδυόμενο απ’ τα τρεμάμενα νερά της αφηγηματικής πλοκής θα διατυπωνόταν ως εξής: αρκεί η προοπτική μιας νησίδας ευστάθειας στο χάος να δικαιώσει τον αγώνα μιας ζωής;

Αλέξης Καυγάς

Εύα Ομηρόλη
Οι οδοιπόροι της καρδιάς
Λιβάνης
(Στείλε ΒΑ 11 στο 54160)

Δελτίου Τύπου*
Στους Αναλφάβητους του Έρωτα καθετί ωραίο είναι ζωή. Στους Παραχαράκτες της Ευτυχίας η ευτυχία είναι πολύ διαφορετική απ’ ό,τι πιστεύουν οι πολλοί. Στους Κομπάρσους της Ηδονής δεν υπάρχουν σωστές απαντήσεις αλλά μόνο κάποιες σωστές ερωτήσεις. Άλλοι τον εξυμνούν κι άλλοι τον περιφρονούν, ενώ η επιστήμη μέχρι πρόσφατα τον αγνοούσε. Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο ήρωας αυτού του βιβλίου, λέει πως ο έρωτας είναι σαν το Θεό: ο καθένας τον αντιλαμβάνεται με το δικό του τρόπο. Κι αν κανείς δεν μπορεί να πει πού τελικά οδηγεί ένας πολύτιμος και μοναδικός πόθος ζωής, είναι βέβαιο ότι όλοι, κάποια στιγμή, τον συναντούν. Όμως μόνο εκείνοι που έχουν υπομονή κι επιμονή, που αισθάνονται και πίστη και φόβο, που είναι ελεύθεροι και δέσμιοι μαζί, παίρνουν την απόφαση κι ακολουθούν το δρόμο του: το δρόμο της καρδιάς.
Ο τρόπος που αγαπάει ένας άνθρωπος είναι ίδιος µε τον τρόπο που κάνει καθετί. Ο τρόπος της αγάπης είναι ο πρωταρχικός, απ’ αυτόν ξεκινούν όλοι οι άλλοι τρόποι. Κανείς δε γεννιέται µ’ αυτόν, όλοι τον µαθαίνουν µόνοι. Το περιβάλλον είναι πολύ σηµαντικό, αλλά ο άνθρωπος δεν είναι το λουλούδι, είναι η γη που πάνω της το λουλούδι µεγαλώνει.
Η Εύα Ομηρόλη έγραψε το πρώτο της βιβλίο όταν ήταν δεκαοχτώ χρονών. Ένα μυθιστόρημα που, προσπαθώντας να πει πάρα πολλά, δεν κατάφερε να πει τίποτα και δεν εκδόθηκε ποτέ. Στα είκοσί της είχε ολοκληρώσει τους Αναλφάβητους του Έρωτα και ως τα είκοσι πέντε της είχε γράψει δύο ακόμα βιβλία, Οι Παραχαράκτες της Ευτυχίας και Οι Κομπάρσοι της Ηδονής, ολοκληρώνοντας έτσι μια τριλογία, η οποία ήταν για καιρό μέσα στα δέκα πρώτα σε πωλήσεις βιβλία στη χώρα. Αφού έγραψε και τη Σεισάχθεια, επέστρεψε στα θρανία, έλαβε μέρος στις Πανελλαδικές Εξετάσεις και πέτυχε στην Αγγλική Φιλολογία, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Τη Σεισάχθεια ακολούθησαν η Μοιράιδα και η Διοτίμα, κλείνοντας άλλον έναν κύκλο. Το Άμα τη Εμφανίσει είναι η πρώτη της προσπάθεια στο θεατρικό διάλογο, το Αμέσως Τώρα Πια είναι το πιο αγαπημένο απ’ τα βιβλία της και Η Αρχή του Ταυτόσημου είναι το πιο τολμηρό πείραμά της.  Οι Οδοιπόροι της Καρδιάς είναι το δυσκολότερο ως σήμερα εγχείρημά της, εξαιτίας του εξαντλημένου-ανεξάντλητου θέματός του.

*Δυστυχώς, καθώς δεν λάβαμε το βιβλίο δεν μπορέσαμε να γράψουμε για αυτό. Παραθέτουμε απλώς το Δελτίο Τύπου. Είναι επιλογή του περιοδικού να γράφουμε μόνο για όποια βιβλία έχουμε διαβάσει.

Αλκυόνη Παπαδάκη
Αν ήταν όλα… αλλιώς
Καλέντης
(Στείλε ΒΑ 12 στο 54160)

Ξεκινώντας να διαβάζω το βιβλίο της Αλκυόνης Παπαδάκη, ομολογώ ότι είχα τοποθετήσει  χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών μου, χωρίς να είμαι βέβαιος γιατί. Και όπως αποδείχθηκε η κρίση μου ήταν άδικη. Ίσως επειδή είχε πουλήσει πάρα πολύ (δεν είναι αρνητικό αυτό φυσικά) και δεν είχε τύχει να συναντήσω κανέναν για να μου πει τη γνώμη του (πάντα εμπιστεύομαι σχεδόν τυφλά τις γνώμες των φίλων). Το γεγονός αυτό θα οφείλεται στο ότι οι κατεξοχήν αναγνώστες του βιβλίου είναι μεγαλύτερης ηλικίας και μάλλον αυτό συνέβαλε στο να με εκπλήξει ευχάριστα το «Αν ήταν όλα… αλλιώς».
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα επαρχιακό σπίτι, με ήρωες που περιγράφονται με χρώματα περισσότερο ανάλαφρα απ’ ότι όταν τα αντικρίζουμε στην πραγματικότητα, και αυτό μου άρεσε. Οικογενειακά δράματα και δυσάρεστες καταστάσεις παρουσιάζονται με τρόπο που τραβάει τον αναγνώστη πολύ μακριά από τη μελαγχολία και τον κάνει να χαμογελάσει, ενώ οι ήρωες μέμφονται θεατρινίστικα τη μοίρα τους. Παράλληλα η Παπαδάκη επιλέγει να επεμβαίνει συχνά πυκνά στο κείμενο, είτε σχολιάζοντας με ανάλαφρο ύφος τα τεκταινόμενα, είτε συμπυκνώνοντας σε λίγες γραμμές ένα «ηθικό» δίδαγμα που έχει προκύψει από όσα συμβαίνουν.
Το «Αν ήταν όλα… αλλιώς» χαρακτηρίζεται από εξαίρετη γραφή που την ένιωσα να κυλάει σαν ρυάκι, έναν αέρα μιας πιο αθώας εποχής και δηκτικό χιούμορ που σε πολλά σημεία με έκανε να γελάσω με την καρδιά μου. Ευχαριστήθηκα την ανάγνωση και έπιασα τον εαυτό μου να συγκρίνει αποσπάσματα των ιστοριών με τις αγαπημένες «Μικρές ατιμίες» του Καρνέζη. Ως επίλογο θα χρησιμοποιήσω μερικά λόγια της Παπαδάκη, νομίζω κατάλληλα για να περιγράψουν τα βιβλία της: «Όταν κατάλαβα πως δεν μπορούσα ν’ αλλάξω τον κόσμο, είπα: εντάξει θ’ αλλάξω τον εαυτό μου. Πολύ το διασκέδασα που την πάτησα κι εκεί. Τελικά σκέφτομαι, προς τον παρόν δηλαδή γιατί πάντα το ψάχνω, πως επανάσταση είναι να’ χεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά, να επιμένεις, ν’ αγαπάς τη ζωή και να φροντίζεις να μην τη μολύνεις με το πέρασμά σου».

Γιάννης Πλιώτας

Γιώργος Σκαμπαρδώνης
Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας
Ελληνικά Γράμματα
(Στείλε ΒΑ 13 στο 54160)

Με το βιογραφικό τούτο μυθιστόρημα, ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης αφηγείται τη ζωή του μεγάλου ρεμπέτη Μάρκου Βαμβακάρη από το 1932 έως το 1940. Η θεματική του βιβλίου περιστρέφεται κυρίως γύρω απ’ την παθιασμένη και συνάμα νοσηρή σχέση του Μάρκου με την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα, τη συναναστροφή του με άλλους ρεμπέτες και μάγκες της εποχής και την πορεία του από την αφάνεια στη δόξα, αρχής γενομένης με την «Τετράς του Πειραιώς» που σχημάτισε με τους Δελιά, Μπάτη, Παγιουμτζή. Με μεστό και παραστατικό λόγο, ο συγγραφέας καταφέρνει να αναπλάσει πιστά το κλίμα της εποχής -τα ήθη, τη γλώσσα, τις συμπεριφορές- και να δομήσει εξαιρετικά τους αυθεντικούς χαρακτήρες του βιβλίου.
Ο ίδιος ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι δεν εστίασε τόσο στη βιογραφική διάσταση του πονήματος όσο στη μυθοπλασία: «Μπορεί και να ’γιναν έτσι, κάπως έτσι, μπορεί κι όχι. Μήπως όντως έγιναν όσα αφηγείται κάθε φορά ένα τραγούδι; Πού να ξέρεις; Και τι σημασία έχει;» Και έρχομαι να συμφωνήσω μαζί του. Σημασία έχει ότι ο Μάρκος που είχα πλάσει στο μυαλό μου μοιάζει μ’ αυτόν του Σκαμπαρδώνη. Ότι διαβάζοντας το βιβλίο γέλασα, συγκινήθηκα, νοστάλγησα μια εποχή που δεν έζησα. Μύρισα τον καπνό απ’ τους τεκέδες, σεργιάνισα στα δρομάκια παρέα με τους μάγκες, άκουσα το μπουζούκι να γλυκαίνει τη θλίψη μου.

Ευαγγελία Σολωμού

Χρήστος Χωμενίδης
Λόγια Φτερά
Πατάκης
(Στείλε ΒΑ 15 στο 54160)

Ο Χ.Α. Χωμενίδης, αν και στο τελευταίο του μυθιστόρημα κάνει ήρωά του έναν αοιδό του 8ου π.Χ. αιώνα, δεν γράφει ένα συνηθισμένο ιστορικό μυθιστόρημα. Το βιβλίο του μοιάζει μάλλον με ένα σύγχρονο πικαρέσκο μυθιστόρημα από εκείνα που γράφονταν στην Ισπανία την εποχή του Θερβάντες: κωμικά και σατιρικά έργα με θέμα τους τα βάσανα και τις περιπέτειες που γνωρίζουν οι φτωχοί και περιθωριακοί πρωταγωνιστές τους στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν σ’ έναν κόσμο εξαθλίωσης και πείνας.
Τέτοια είναι και η συναρπαστική ζωή που ο γέρος αοιδός Τήνελλος αφηγείται στον εγγονό του Όμηρο λίγο πριν απ’ τον θάνατό του: τα παιδικά του χρόνια στην Ιωνία, όπου υπήρξε δούλος του βασιλιά για να γίνει αργότερα βοηθός του μεγάλου αοιδού Αναβάτη, τα ταξίδια του στην Ελλάδα και στις βάρβαρες χώρες, οι μεταμορφώσεις και τα ναυάγιά του, οι έρωτες και οι αποτυχίες του και η κατάληξή του σ’ ένα φανταστικό νησί αγαθών (ή όχι και τόσο αγαθών) αγρίων, όπου με τη δύναμη της φαντασίας και την τέχνη της αφήγησης θα επιχειρήσει να βάλει σε τάξη το χάος γύρω του και να δημιουργήσει τον πολιτισμό από την αρχή.
Αυτό ακριβώς, η δύναμη του λόγου και η μαγεία της αφήγησης, είναι το πραγματικό θέμα του μυθιστορήματος του Χωμενίδη. Αυτή η δύναμη ενσαρκώνεται από τον Τήνελλο, μεταβιβάζεται κατόπιν στον Όμηρο και από εκεί σε κάθε αφηγητή ιστοριών ως σήμερα. Γιατί αυτό που ο Χωμενίδης μάς υπενθυμίζει είναι ότι ακόμη και στον 21ο αιώνα, ακόμη και σ’ ένα λογοτεχνικό είδος όπως το μυθιστόρημα, όπου ο προβληματισμός είναι πια κεντρικό στοιχείο, το βασικό κίνητρο για τον συγγραφέα παραμένει η χαρά της αφήγησης και για τον αναγνώστη η απόλαυση της ανάγνωσης – που σε αυτή την περίπτωση είναι απολύτως εξασφαλισμένη χάρη στον ζωντανό προφορικό λόγο, στην επινοητικότητα της φαντασίας και στο χειμαρρώδες χιούμορ του συγγραφέα.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Βραβείο Αναγνωστών 01

Saturday, November 28, 2009 @ 12:24 PM
posted by Περιοδικό Bookmarks

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
(μέρος Α)

Η συζήτηση για το αν χωράνε βραβεία στην τέχνη είναι πολύ παλιά και μάλλον αδιέξοδη. Ο ορισμός ενός αντικειμενικού μέτρου σύγκρισης δύο έργων είναι όχι μόνο ανέφικτος, αλλά και στην πλειονότητα των περιπτώσεων περιττός. Ειδικότερα στο χώρο του βιβλίου η κατάσταση είναι ακόμα πιο περίπλοκη. Κανείς δεν προλαβαίνει φυσικά να διαβάσει τα εκατοντάδες μυθιστορήματα που εκδίδονται στη χώρα μας κάθε χρονιά. Έτσι το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου αποφάσισε και φέτος να αποταθεί στη «συλλογική συνείδηση» των αναγνωστών, προκειμένου να επιλεγεί το αγαπημένο μυθιστόρημα της χρονιάς.
Έχοντας βραβεύσει την Ευγενία Φακίνου το 2005, τη Ρέα Γαλανάκη το 2006, τον Ανδρέα Μήτσου το 2007 και τον Δημήτρη Μπουραντά το 2008, το αναγνωστικό κοινό καλείται και φέτος να  επιλέξει ένα από τα δεκαπέντε ελληνικά μυθιστορήματα της «βραχείας λίστας», την οποία κατήρτισαν με την ψήφο τους τα μέλη των 230 Λεσχών Ανάγνωσης που λειτουργούν σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η ψηφοφορία έχει ξεκινήσει από τις 11 Νοεμβρίου και θα ολοκληρωθεί τη Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου. Κάθε αναγνώστης μπορεί να ψηφίσει μία φορά, στέλνοντας δωρεάν sms με τον κωδικό του βιβλίου στο 54160. Στο Bookmarks αποφασίσαμε να κάνουμε ένα αφιέρωμα στο βραβείο του ΕΚΕΒΙ, δημοσιεύοντας σήμερα και την ερχόμενη εβδομάδα κριτικές και γνώμες για όλα τα βιβλία της λίστας.

Συνοπτικά, όλα τα υποψήφια βιβλία:

1. Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη, εκδόσεις Μεταίχμιο
2. Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή, εκδόσεις Μεταίχμιο
3. Το πάθος χιλιάδες φορές της Ζυράννας Ζατέλη, εκδόσεις Καστανιώτη
4. Οι αλήθειες των άλλων του Νίκου Θέμελη, εκδόσεις Κέδρος
5. Ξιφίρ Φαλέρ της Αθηνάς Κακούρη, εκδόσεις Καστανιώτη
6. Φίλοι και εραστές του Θοδωρή Καλλιφατίδη, εκδόσεις Γαβριηλίδη
7. Ιμαρέτ του Γιάννη Καλπούζου, εκδόσεις Μεταίχμιο
8. Ο βιολονίστας του Κώστα Καρακάση, εκδόσεις Ψυχογιός
9. Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου του Νίκου Κουνενή, εκδόσεις Μεταίχμιο
10. Υγρό φεγγαρόφωτο της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου, εκδόσεις Κέδρος
11. Οι οδοιπόροι της καρδιάς της Εύας Ομηρόλη, εκδόσεις Λιβάνης
12. Αν ήταν όλα… αλλιώς της Αλκυόνης Παπαδάκη, εκδόσεις Καλέντης
13. Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
14. Για να δει τη θάλασσα της Ευγενίας Φακίνου, εκδόσεις Καστανιώτη
15. Λόγια φτερά του Χρήστου Χωμενίδη, εκδόσεις Πατάκη

Βασίλης Γκουρογιάννης
Κόκκινο στην πράσινη γραμμή
Μεταίχμιο
(Στείλε ΒΑ 1 στο 54160)

Πριν διαβάσω το συγκεκριμένο βιβλίο, είχα ακούσει διάφορα σχόλια. Θετικά και αρνητικά. Το θέμα «πιασάρικο», η σύγκρουση Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Και λέω σύγκρουση και όχι πόλεμος γιατί, η χώρα μας δεν αποδέχτηκε ποτέ τα γεγονότα της Κύπρου ως πόλεμο.
Μια ομάδα πρώην συμπολεμιστών συγκεντρώνεται σε ένα ξενοδοχείο της Κύπρου για να επισκεφθεί μέρη όπου είχε πολεμήσει, (στην κατεχόμενη και ελεύθερη Κύπρο) αλλά και να συζητήσει τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός. Βασικός ήρωας ένας Έλληνας, ανάπηρος μεγαλοδικηγόρος, ο οποίος ηγείται ενός συλλόγου βετεράνων του πολέμου. Κάποιος πριν ξεκινήσει την ανάγνωση, θα υπέθετε ότι έχει στα χέρια του ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Λάθος. Ο συγγραφέας περισσότερο ασχολείται με τα υπαρξιακά αδιέξοδα των πολεμιστών και πολύ λιγότερο με μάχες και τα συναφή.
Άνθρωποι στην πλειονότητά τους προβληματικοί, μιας και ο πόλεμος τους έχει σημαδέψει ανεξίτηλα, ανοίγονται δειλά και βγάζουν από μέσα τους όσα έζησαν τις ημέρες εκείνες. Το κύριο συναίσθημα είναι η οργή. Οργή για όλους και για όλα. Για τη δειλία των αξιωματικών και την έλλειψη προετοιμασίας από το Ελληνικό κράτος, αλλά, κυρίως, για τη μη αναγνώρισή τους ως βετεράνων πολέμου.
Δυστυχώς το βιβλίο κινείται σε «ρηχά νερά». Τα περισσότερο από τα ιστορικά στοιχεία που αναφέρει είναι ήδη γνωστά, ενώ και μυθοπλαστικά η ιστορία δεν «σκοτώνει». Το μόνο ανατρεπτικό στοιχείο έρχεται στο τέλος του βιβλίου, αλλά και αυτό δεν είναι ικανό να αλλάξει τη, μάλλον, στυφή γεύση του. Ίσως, αν ο συγγραφέας είχε επιλέξει να κάνει ένα περισσότερο ιστορικό μυθιστόρημα και λιγότερο υπαρξιακό, το αποτέλεσμα να ήταν καλύτερο.
Πάντως, αν κάποιος αγνοεί παντελώς τα γεγονότα της Κύπρου, οπωσδήποτε θα σχηματίσει μια εικόνα για το τι συνέβη τότε. Και μάλιστα αντικειμενική, αφού ο συγγραφέας εξετάζει το όλο ζήτημα μακριά από εθνικιστικές και πατριωτικές παρωπίδες, αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Όμως, αυτό δεν είναι αρκετό. Έχω την αίσθηση ότι το ζήτημα της Κύπρου, με το οποίο η Ελληνική λογοτεχνία έχει ασχοληθεί ελάχιστα, θα μπορούσε να γίνει η πρώτη ύλη για κάτι πολύ καλύτερο.

του Νίκου Αραπάκη

Φίλιππος Π. Δρακονταειδής
Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε
Μεταίχμιο
(Στείλε ΒΑ 2 στο 54160)

«Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε» είναι το δεύτερο βιβλίο της σειράς «μια αστυνομική ιστορία κάθε μήνα» του συγγραφέα Γιώργου Νομισέν, (ψευδώνυμο του Έλληνα Ζορζ Σιμενόν που απλά έτυχε να σπουδάσει φιλολογία στον Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ). Ο Φίλιππος Δρακονταειδής βρήκε τα χειρόγραφα, όπως συνήθως γίνεται, σε ένα μπαούλο στη σοφίτα και ανέλαβε να τα αντιγράψει. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων αναφέρεται πως ούτε το μπαούλο, ούτε τα χειρόγραφα προέβαλλαν καμία αντίσταση.
Στο βιβλίο, που αποτελεί συνέχεια της πλοκής του προηγούμενου «Ο δολοφόνος διαφεύγει», μαθαίνουμε πια ποιός σκότωσε τη Στελίνα. Δέκα χρόνια μετά ο αφηγητής ασχολείται ακόμα με τον ανεξιχνίαστο φόνο της πραγματικής του αγάπης Στελίνας και με τη συνδρομή ήδη γνωστών του προσώπων, του αστυνόμου Μήτσου Χαντάκη, γνωστού ως Πουαρός, του επιθεωρητή Μαιγκρέ, των τριών Ντυπόν και της Σύλβιας των ειδικών δυνάμεων, αλλά και κάποιων καινούριων όπως ο Μαθιός Χαρίλαος, φτάνει επιτέλους στη λύση του μυστηρίου. Κι εδώ προς μεγάλη του έκπληξη παίζει σημαντικό ρόλο η οικογένεια της αγαπημένης του.
Ο συγγραφέας είναι εξαιρετικός, μας δίνει λίστα προσώπων, πρωταγωνιστών και κομπάρσων, καθώς και το σκηνικό και τη μουσική επένδυση της ιστορίας. Ο αντιγραφέας Φίλιππος Δρακονταειδής δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενος, το αντίθετο μάλιστα, έχει μακρά πορεία στα λογοτεχνικά πράγματα. Τούτη η σειρά όμως έχει την έμπνευση και τη σκανταλιά εφήβου, το στιλ πραγματικού μάστορα. Δεν εντάσσεται πλήρως στην αστυνομική λογοτεχνία το βιβλιαράκι (20.000 λέξεις όλες κι όλες, που στο τέλος θέλεις κι άλλες), μάλλον στη λογοτεχνία ύφους. Μια παρατήρηση μονάχα, ο αντιγραφεύς αναφέρει πως τρεις ώρες αρκούν για την ανάγνωση του πονήματος, εμένα μου πήρε σαφώς λιγότερες.
Κι άλλη μια, οι επόμενες ιστορίες της σειράς «Με μια λαμπάδα», «Τότε οι κρεμάστρες ήταν ξύλινες» και «Έρευνα μετά φόνου», παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της κριτικού δεν ευρέθησαν. Η πορεία της εκδόσεώς τους, μάλλον, αποτελεί αστυνομικό μυστήριο.

της Κατερίνας Μαλακατέ

Ζυράννα Ζατέλη
Το πάθος χιλιάδες φορές
Καστανιώτης
(Στείλε ΒΑ 3 στο 54160)

«Το πάθος χιλιάδες φορές», το τελευταίο μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη είναι ένα από τα βιβλία που δεν σ’ αφήνουν να τ’ αφήσεις. Πραγματικότητα και φαντασία συνυπάρχουν σε μια ιστορία γραμμένη για έναν ανείπωτο έρωτα, απ’ αυτούς που όχι μόνο φοβάσαι να ομολογήσεις, αλλά δεν τολμάς ούτε να σκεφτείς. Κάτω από τα βλέμματα ζωντανών και νεκρών, η Ζατέλη προ(σ)καλεί τους αναγνώστες σ’ ένα ταξίδι στα βάθη της ψυχής τους.
Το δεύτερο μέρος της τριλογίας, «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους», διαβάζεται σαν αυτοτελές μυθιστόρημα. Πρωταγωνίστρια η μικρή Λεύκα, η δεκατριάχρονη μυστηριώδης ηρωίδα με τα μεγάλα αινιγματικά μάτια. Προσκαλεί για μια νύχτα τους νεκρούς του πρώτου βιβλίου σε ένα πρωτοχρονιάτικο τραπέζι με τους ζωντανούς, κλαίει γοερά για το λύκο που σταυρώθηκε, θρηνεί καίγοντας το πρόσωπό της για τον κρυφό έρωτά της, κρατάει τρυφερά το χέρι της ανάπηρης «δίδυμης αδερφής της», οδηγεί τους ετοιμοθάνατους «σε ένα ομορφότερο μέρος», ζει τη ζωή της γράφοντας ακατάπαυστα σε μια γραφή ιδιότυπη. Η Ελαφίνα, «που ήταν μικρή για μεγάλη και μεγάλη για μικρή», βασανίζεται στη δίνη ενός έρωτα που δεν της επιτρέπεται, κλαίει κοιμισμένη για όσα δεν έζησε ακόμη, γράφει για όλα όσα θέλει να ζήσει και δεν τολμά. Και ο παππούς της, ο Ντάφκος, συμπρωταγωνιστής της σ’ αυτήν την ιστορία, κρατάει το τσεκούρι του και αποφεύγει να την κοιτάει στα μάτια.
Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα και τον θάνατο, τη ζήλια και την αδυναμία, που σε παρακινεί να κοιτάξεις κατάματα τον κόσμο και τον εαυτό σου αναγκάζοντάς σε να δεις πραγματικά όσα δεν φαίνονται με γυμνό μάτι, χωρίς να φοβηθείς. Διαβάζεται πολλές φορές. Κάθε ανάγνωση συνιστά και μια βαθύτερη κατάδυση στο εσώτερο Είναι μας.

της Χριστίνας Σταματοπούλου

Νίκος Θέμελης
Οι αλήθειες των άλλων
Κέδρος
(Στείλε ΒΑ 4 στο 54160)

Ο Θέμελης ξαναγυρίζει στο ιστορικό μυθιστόρημα. Μας μεταφέρει σε μια εποχή που πάντα θα μας ενδιαφέρει και φαίνεται πως κι η λογοτεχνία θα εμπνέεται απ’ αυτήν για καιρό ακόμη. Βρισκόμαστε στο Αϊβαλί, ένα χρόνο μετά τη συμφορά του ’22. Ανάμεσα στους λίγους Έλληνες που έχουν απομείνει είναι ο ηλικιωμένος Μανόλης Λινός και ο συνονόματος εγγονός του, τον οποίο με ψεύτικα χαρτιά είχε καταφέρει να πολιτογραφήσει ως Τούρκο. Ανάμεσα στα βιβλία, τα έγγραφα, τα αρχεία που φυλάνε στο υπόγειο του σπιτιού, ψάχνοντας τρόπο να τα διασώσουν και να τα μεταφέρουν στην Ελλάδα, βρίσκεται κι ένα παλιό χειρόγραφο, του οποίου το περιεχόμενο ανατρέπει την ηρωική εικόνα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα. Τελικά ο εγγονός σώζεται, σώζοντας μαζί και το επίμαχο χειρόγραφο.
Από κει και πέρα το μυθιστόρημα προχωρεί γοργά και, κάνοντας σταθμούς ανά δεκαετία, φτάνει ως το 1958. Το μυστικό του χειρογράφου θα γίνει αφορμή για καταδίωξη του Μανόλη και αποπομπή του από το Γυμνάσιο όπου εργαζόταν. Κανείς δεν είναι έτοιμος να δεχτεί μια «άλλη αλήθεια».
Η αλήθεια για το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δεν είναι η μόνη που υπονομεύεται στο βιβλίο, άλλωστε αυτή είναι ένα συγγραφικό εύρημα. Υπονομεύεται η αλήθεια των Ελλήνων, όταν αυτός που βοηθάει τον Μανόλη να φύγει από το Αϊβαλί είναι Τούρκος, αυτός που τον σώζει στην Κομοτηνή είναι Εβραίος. Υπονομεύεται η αλήθεια της σεξουαλικής διαφορετικότητας, η αλήθεια των άλλων στον Εμφύλιο.
Πέρα όμως από τον προβληματισμό που προκαλεί στον αναγνώστη, ο Θέμελης δεν παύει να είναι ένας καλός αφηγητής. Η αφήγησή του έχει ζωντάνια, ρεαλιστικότητα, οι λεπτομέρειες κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις, μεταφέροντας τον αναγνώστη σε χρόνο και τόπο. Στα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος συγκαταλέγεται ακόμη η άρτια ηθογράφηση των προσώπων και η ιστορική γνώση, αν και ασφαλώς πολλές επιφυλάξεις ή και ενστάσεις μπορεί να προβάλει κάποιος για την κεντρική ιδέα πάνω στην οποία στηρίχτηκε το μυθιστόρημα.

της Κίκας Ολυμπίου

Γιάννης Καλπούζος
Ιμαρέτ
Μεταίχμιο
(Στείλε ΒΑ 7 στο 54160)

Το Ιμαρέτ, στον ένα περίπου χρόνο κυκλοφορίας του, έχοντας πωλήσει πάνω από δέκα χιλιάδες αντίτυπα, βρέθηκε αρκετές φορές στη λίστα των ευπώλητων. Όχι τυχαία. Το βιβλίο του Καλπούζου είναι ιστορικό μυθιστόρημα με το γιώτα κεφαλαίο. Πραγματικά ο συγγραφέας έχει κάνει καταπληκτική δουλειά και έχει δαπανήσει άφθονο χρόνο για να αντλήσει όλα τα στοιχεία που παραθέτει. Τόπος είναι η Άρτα -πόλη καταγωγής του συγγραφέα- στα μέσα περίπου του δέκατου ένατου αιώνα. Βασικοί ήρωες του βιβλίου δυο φίλοι, ένας χριστιανός και ένας μουσουλμάνος. Το βιβλίο ξεκινάει με τριτοπρόσωπη αφήγηση και μια μυστηριώδη δολοφονία και συνεχίζεται με πρωτοπρόσωπη, δηλαδή, καθένας εκ των δύο βασικών πρωταγωνιστών διηγείται εναλλάξ την ιστορία.
Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας παράλληλα με τη ζωή των ηρώων, η μυθοπλασία είναι στηριγμένη κατά κύριο λόγο στα μεγάλα ιστορικά γεγονότα. Ο συγγραφέας, ακόμη κι αν είχε ζήσει ο ίδιος την εποχή αυτή, δεν θα μπορούσε να είναι πιο παραστατικός. Χρώματα, μυρωδιές, φορεσιές, συμπεριφορές, έχουν δοθεί και περιγραφεί στην ολότητά τους. Μα πάνω απ’ όλα έχει δοθεί με ακρίβεια, νομίζω, η σχέση μεταξύ Ελλήνων, Τούρκων και Εβραίων, των τριών εθνοτήτων που κατοικούσαν την Άρτα την εποχή εκείνη. Ο συγγραφέας όμως, πέρα από τις περιγραφές προσπαθεί να εμβαθύνει και να εξηγήσει πρακτικές και συμπεριφορές ανθρώπων και θεσμών. Ο ρόλος της εκκλησίας, της Τουρκικής ή της Ελληνικής κυβέρνησης, φορολογική πολιτική, η ζωή των κοσμικών και των φτωχών κολίγων, αναλύονται και εξηγούνται με τρόπο σαφή και πειστικό. Πέραν αυτού, ένα άλλο, μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι η ενδιαφέρουσα ιστορία. Συχνά ένα ιστορικό μυθιστόρημα αναλώνεται στην καταγραφή της ιστορίας και υστερεί μυθοπλαστικά. Στο συγκεκριμένο βιβλίο αυτό δεν συμβαίνει. Σασπένς, συναίσθημα, έρωτας, χαρά, λύπη όλα λιγότερο ή περισσότερο παρελαύνουν από το βιβλίο.
Συμπέρασμα; Τίποτα στη ζωή δεν είναι τυχαίο. Το Ιμαρέτ είναι ένα από τα καλύτερα ιστορικά μυθιστορήματα που έχουν γραφεί τα τελευταία χρόνια. Όποιος το διαβάσει θα έχει την ευκαιρία να το διαπιστώσει ιδίοις όμμασι.

του Νίκου Αραπάκη

Νίκος Κουνενής
Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου
Μεταίχμιο
(Στείλε ΒΑ 9 στο 54160)

Μια εκσυγχρονισμένη παρωδία του αρχαίου μύθου, διανθισμένη με τόσες illustration αναφορές και τόση αναγραμματισμένη επικαιρότητα, που στο τέλος δε ξεχωρίζεις ποιος σατιρίζει ποιον. Ο δημοσιογράφος Ηρακλής Γαρυφαλλίδης (ή Σπίλος) αναλαμβάνει να πραγματοποιήσει δώδεκα τηλεοπτικούς άθλους, κατόπιν εντολής του καναλάρχη του, Ευρυσθέα Γιαρμά, για να πέσει τελικά θύμα μιας μυστηριώδους δολοφονίας, την οποία καλείται να εξιχνιάσει ένας –τι άλλο;- ιδιόρρυθμος ντέντεκτιβ με τη βοήθεια ενός κάτι-σαν-Watson κτηνιάτρου αλλά και του ίδιου του συγγραφέα μέσα στο συγγραφέα (βλέπε παρακάτω). Επειδή –προσωπικά-θεωρώ τη σάτιρα ως το πλέον αναπτυγμένο είδος στη λογοτεχνία μας, επιτρέψτε μου να έχω απαιτήσεις από τους εκφραστές της. Ως εκ τούτου συμμερίζομαι τις –προφανέστατες- προθέσεις του κυρίου Κουνένη, αλλά δε μπορώ παρά να επισημάνω πως η ευρηματικότητα των μέσων του υστερεί κατά πολύ προ της, κατά τα άλλα, ευφυούς κεντρικής ιδέας. Η κωμική μεταγραφή του μυθικού δωδέκαθλου σε μία εξωφρενική εποποιία μιας αδίστακτης τηλεοπτικής περσόνας και το εγκιβωτισμένο βιβλίο μέσα στο βιβλίο (είδες παρακάτω… για να μιμηθώ λιγάκι τον συγγραφέα), που πέφτει στα χέρια των ερευνητών για να τους οδηγήσει στη (μη) λύση του αστυνομικού αινίγματος προδιαθέτουν τον αναγνώστη για τα καλύτερα. Δεν είμαι, ωστόσο, καθόλου σίγουρος ότι οι προσδοκίες του δικαιώνονται στη συνέχεια, όταν βλέπει το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης να καταναλώνεται σε έναν κυκεώνα σατιρικής αναβάπτισης τίτλων, ονομάτων και τοπωνυμιών. Θα ήμουν υποκριτής, εάν ισχυριζόμουν πως δε γέλασα ή πως δεν προβληματίστηκα διαβάζοντας το Μύθο του Ηρακλή Σπίλου – το πρόβλημα είναι ότι δε κατάφερα, ούτε σε μια σελίδα του, να τα κάνω αυτά τα δύο ταυτόχρονα. Και δυστυχώς, κάπου εκεί –νομίζω- ότι βρίσκεται, αν όχι ο ορισμός, τουλάχιστον η συνταγή της επιτυχίας της σάτιρας.

του Γιάννη Αντάμη

Ευγενία Φακίνου
Για να δει τη θάλασσα
Καστανιώτης
(Στείλε ΒΑ 14 στο 54160)

Το μυθιστόρημα της Φακίνου στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ιδέα, την οποία, πιστεύω,  θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί καλύτερα. Ίσως όμως να μην ήθελε να δώσει μεγαλύτερη έκταση.
Μια γυναίκα, μετά από μια χειρουργική επέμβαση, χάνει τη μνήμη της. Όχι γενικά τη μνήμη, αλλά τη μνήμη του εαυτού της. Δεν θυμάται ποια είναι, ούτε τ’ όνομά της. Θυμάται όμως τον άντρα της, την αδελφή της, θυμάται χρονολογίες, γεγονότα, ιστορίες, διαβάσματα, ακόμα και το τηλέφωνο του σπιτιού της, δεν θέλει όμως  να γυρίσει εκεί πριν επανεύρει τον εαυτό της. Δεν έχει ξεχάσει ούτε να μαγειρεύει. Μια μέρα, τριγυρίζοντας στην Αθήνα, βρίσκεται στην κουζίνα μιας μικρής ταβέρνας στον Κολωνό, της οποίας ο ιδιοκτήτης ψάχνει για μαγείρισσα. Έτσι, αρχίζει να μαγειρεύει επαγγελματικά για τη λιγοστή, τακτική πελατεία που την αποτελούν κυρίως τεχνίτες, εργάτες, μάστορες της γύρω περιοχής. Τα φαγητά, προπάντων οι μυρωδιές, αρχίζουν κάτι να της θυμίζουν: μια σχολική εκδρομή, τη γιαγιά της στη Σύμη, μια ταινία που είδε. Όλη η ελληνική κουζίνα ( κεφτεδάκια, ντολμαδάκια, σπανακόρυζο κ.λπ.) παρελαύνει φανερώνοντας τις μαγειρικές της ικανότητες και ενθουσιάζοντας τον ιδιόρρυθμο ιδιοκτήτη της ταβέρνας και την πελατεία του.
Όχι μόνο οι γεύσεις κι οι μυρωδιές αλλά σιγά-σιγά και τα πρόσωπα που περνούν από την ταβέρνα αρχίζουν να της θυμίζουν κάτι. Μια παλιά ταινία, ένα λογοτεχνικό ήρωα, ένα λαϊκό ζωγράφο… Θα ξαναβρεί άραγε τη μνήμη της; Θα «γνωρίσει» τον εαυτό της; Μήπως η συνείδηση του εαυτού μας ενυπάρχει στο περιβάλλον που μας διαμόρφωσε, στη φύση, στα ακούσματα, στις μυρωδιές, στα διαβάσματά μας, στα πρόσωπα που συναντήσαμε και μόνο αυτά μπορούν να μας επαναφέρουν τη χαμένη μας γνώση;
Το «Για να δει τη θάλασσα» είναι βιβλίο που διασώζει πολλά στοιχεία της αθηναϊκής γειτονιάς, της ελληνικής κουζίνας, του ελληνικού τρόπου ζωής. Στέκεται αξιοπρεπώς ως μυθιστόρημα και μπορεί να χαρίσει ευχάριστες ώρες ανάγνωσης.

της Κίκας Ολυμπίου