Ξεφυλλίστε το 8ο τεύχος!
Διαβάστε το περιοδικό ηλεκτρονικά και αν σας αρέσει μοιραστείτε το link με τους φίλους σας.
(http://issuu.com/e-bookmarks/docs/bookmarks08-web)
Αλέξης Ζορμπάς και Ζόμπις
από τον Γιάννη Πλιώτα
Στην Αγγλία μάλλον είναι δύσκολο για κάποιον συγγραφέα να εκδοθεί, ακόμα κι αν έχει γράψει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Μια κλασική περίπτωση που το αποδεικνύει είναι το προ τριετίας πείραμα του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Λάσμαν, ο οποίος υπόβαλε προς έκδοση σε δεκαοχτώ εκδοτικούς οίκους και ατζέντηδες, βιβλία της Τζέιν Όστεν. Όπως δεν άργησε να διαπιστώσει, τα μυθιστορήματά της Όστεν παρότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο και έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο, σήμερα δεν θα έβρισκαν εκδότη.
Ο Λάσμαν δακτυλογράφησε και έστειλε τα αρχικά κεφάλαια από το «Αβαείο του Νορθάνγκερ» και την «Πειθώ», αλλάζοντας μόνο τοπωνύμια και ονόματα προσώπων. Οι απορριπτικές απαντήσεις έπεσαν σαν βροχή. Ο οίκος «Μπλούμσμπερι» του Χάρι Πότερ επισήμαινε ότι «παρ’ ότι διαβάσαμε τη δουλειά σας με ενδιαφέρον, δεν ταιριάζει στον κατάλογό μας», ενώ και οι ατζέντηδες της Ρόουλινγκ τον πληροφόρησαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προωθήσουν το έργο του.
Στη δεύτερη φάση του σχεδίου, ο Λάσμαν αποφάσισε να γίνει θρασύς. Επέλεξε το «Περηφάνια και Προκατάληψη», παράλλαξε ελάχιστα τα ονόματα των ηρώων και το έστειλε με τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις» («First Impressions» ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε δώσει ο Όστεν στο βιβλίο της). Φρόντισε μάλιστα να παραθέσει αυτούσιο τον πιο διάσημο πρόλογο της βρετανικής λογοτεχνίας: «Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως όταν ένας άνδρας είναι ελεύθερος κι έχει αξιόλογη περιουσία, χρειάζεται και μία σύζυγο». Καμία έκπληξη. Οι απορριπτικές επιστολές έφτιαξαν και πάλι μια μικρή στοίβα στο γραφείο του Λάσμαν. Πάνω πάνω αυτή από τις εκδόσεις «Πένγκουιν», οι οποίες εκδίδουν στην Αγγλία τα έργα της Όστεν: «Οι “Πρώτες εντυπώσεις” φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο ανάγνωσμα».
Μόνον ο Αλεξ Μπόουλερ από τον οίκο «Τζόναθαν Κέιπ» αντιλήφθηκε τη λογοκλοπή. Στην απάντησή του έγραψε: «Οι πρώτες εντυπώσεις μου από το βιβλίο σας είναι δυσπιστία, ενόχληση και φυσικά στιγμές γέλιου. Θα σας συμβούλευα να επιστρέψετε στη βιβλιοθήκη το αντίτυπο του «Περηφάνια και Προκατάληψη», που στοιχηματίζω βρίσκεται δίπλα στη γραφομηχανή σας, και να προσπαθήσετε την επόμενη φορά ο πρόλογός σας να διαφοροποιείται κάπως από αυτόν της Όστεν».
Προχωρώντας σε πιο πρόσφατα νέα, το «Περηφάνια και Προκατάληψη» συνεχίζει να είναι δημοφιλές ανάγνωσμα για όλες τις ηλικίες, ακόμα και για όσους αρέσκονται να ξεριζώνουν κεφάλια απέθαντων στις οθόνες των υπολογιστών τους. Πέρσι κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική το βιβλίο «Pride and Prejudice and Zombies», μια παρωδία στηριγμένη εξ ολοκλήρου στο κείμενο του κλασικού μυθιστορήματος. Ο εικονοκλάστης συγγραφέας Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ αποφάσισε να συνδυάσει τη ρομαντική εποχή της Όστεν με στοιχεία από ταινίες τρόμου και φυσικά ζόμπι. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό το απίθανο μυθιστόρημα, που διαβάστηκε πολύ από εφήβους και σύντομα ακολουθήθηκε από το εξίσου προβοκατόρικο «Sense and sensibility and sea monsters». Τα βιβλία αυτά θα τα δούμε μεταφρασμένα και στη χώρα μας, ενώ είναι βέβαιο ότι η ανάμειξη ακραία διαφορετικών λογοτεχνικών υλικών θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Πάντως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε στο εξωτερικό το prequel των βιβλίων του Σεθ, με τίτλο «Pride and Prejudice and Zombies: Dawn of the Dreadfuls». Οι πιστοί προσέλθετε.
* Όπως καταλαβαίνετε ο τίτλος του editorial αποτελεί μια πρόταση για όποιον θέλει να δοκιμάσει την τύχη του σε αντίστοιχο ελληνικό φόντο.
βιβλίο επισκεπτών 08
Filioque – του Δημήτρη Μουζάκη*
Η σκόνη που έχω σήμερα στον αυχένα είναι από τη στέκα του Καρούζου. Οι κρούσεις που έχουν πραγματοποιηθεί επί των τοιχωμάτων μιας του ρήσης –ρήση το τραπέζι του μπιλιάρδου, μπίλια, εννοείται, το κεφάλι μου- είναι περισσότερες από τις σκέψεις που μπορώ να καταγράψω. Ας διασώσω κάποιες, αφού αναφέρω τη ρήση:
Ο ποιητής έχει όλα του ποιηματογράφου. Ο ποιηματογράφος δεν έχει τίποτα του ποιητή.(1)
Σκέφτομαι έτσι, για αρχή, ότι τόσο ο ποιητής όσο και ο ποιηματογράφος συνθέτουν ποιήματα. Γνωρίζω, άραγες, κάποιον ορισμό του ποιήματος; Όχι ο αγράμματος, ο ενδεής κι απαίδευτος, ορισμό του ποιήματος δε γνωρίζω. Καθότι αυτάρεσκος, δεν παραιτούμαι: επιθυμώ να σκαρώσω έναν. Ποίημα, λοιπόν, είναι κάθε λεκτική σύνθεση που, όταν ολοκληρωθεί, ο συνθέτης της ομολογεί στον εαυτό του πως αυτό που συνέθεσε είναι ποίημα (ή, έστω, διερωτάται). Έχω την αίσθηση πως αν ο συνθέτης λέξεων διακατέχεται από μια γνήσια, ανυπόκριτη βεβαιότητα πως η σύνθεσή του δε συνιστά ποίημα, δεν πρόκειται ποτέ να τη φανερώσει στην ανθρωπότητα ως ποιητική σύνθεση. Πρόκειται, λοιπόν, για μια σύνθεση με την οποία ουδέποτε θα ασχοληθούν άνθρωποι, επομένως ουδέποτε θα σχηματιστεί άποψη για την ποιητική της αξία, πέραν αυτής του συντάκτη της και του Θεού της ποίησης.
Όρισα, λοιπόν, το ποίημα στο επίπεδο των προθέσεων του συντάκτη. Τοιουτοτρόπως συμπεριέλαβα στα άπαντα της παγκόσμιας ποίησης όλα τα ποιήματα που συνετέθησαν υπό τη σκέπη του «τώρα συνθέτω ποίημα» ή «ίσως είναι ποίημα αυτό που τώρα συνθέτω». Σύμφωνα με τη ρήση του Καρούζου, άλλα από αυτά τα ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών και άλλα ποιήματα ποιηματογράφων. Όλα τους, δε, διαθέτουν τον ιστό που απέκτησαν κατά την αυλάκωση του ορισμού μου: τα συνέχει η (ασθενική, έστω) πεποίθηση του συνθέτη τους, η απαραίτητη για να παρουσιασθούν στην ανθρωπότητα ως ποιήματα.
Ερχόμαστε στο κρίσιμο ερώτημα. Πώς ξέρουμε ποια ποιήματα είναι ποιήματα ποιητών (για να τα στολίσουμε με δαφνόφυλλα και να τʼ αγαπάμε ως δια χειρός των όλα κατεχόντων) και ποια ποιήματα ποιηματογράφων (για να τα πτύουμε απαξιωτικώς και να τα μισούμε ως δια χειρός των τίποτα κατεχόντων);
Ούτε ξέρω τρόπο ούτε μπορώ να σκαρώσω. Σχεδίασα έναν ορισμό για το ποίημα προσπαθώντας να διατηρήσω την πληθυσμιακή ακεραιότητα του συνόλου των ποιημάτων. Αποδέχτηκα ότι όλα τα ποιήματα είναι ποιήματα, στη βάση του ότι συνετέθησαν ως τέτοια, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι ότι όλα τα τραγούδια είναι τραγούδια επειδή συντίθενται ως τραγούδια (και όχι ως συνηχήσεις απώθησης σκύλων, μυοκτονίας ή απεντόμωσης). Από εκεί και πέρα, αδυνατώ να ξεχωρίσω ποιητές από ποιηματογράφους.
Μέσα στην απελπισία του αδιεξόδου, προκύπτει το εξής ερώτημα: είμαι υποχρεωμένος να αποδεχθώ το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ας αναρωτηθώ κατάτι ευστοχότερα. Τι λόγους έχω να αποδέχομαι το διαχωρισμό των ποιητών από τους ποιηματογράφους; Ένας λόγος ενδεχομένως είναι το πρόσωπο που πραγματοποίησε το διαχωρισμό: ο Νίκος Καρούζος. Από μόνο του το γεγονός αυτό φρονώ ότι για σημαντική μερίδα ανθρώπων συνιστά απόδειξη, αποτελεί απολύτως αντισεισμικό οίκο αυθεντίας. Σε εμένα δεν επαρκεί. Άλλος λόγος θα μπορούσε να είναι η συμπεριφορά της ιστορίας απέναντι στα ποιήματα: άλλα τα απαθανατίζει και άλλα τα απαλείφει, περιορίζει την ύπαρξή τους στο ότι, απλώς, κάποτε συνετέθησαν. Θα μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ισχυριστεί ότι τα μεν εγράφησαν από ποιητές και τα δε από ποιηματογράφους. Σουρωτήρι και ο λόγος αυτός. Μπάζει από παντού: α) Δεν είναι ενιαία η τοποθέτηση των ανθρώπων απέναντι στα ποιήματα που απαθανατίζει η ιστορία, β) Οι μηχανισμοί απαθανατισμού δεν εξασφαλίζουν σε καμία περίπτωση την έκφραση της λαϊκής αποδοχής, την ισότιμη προβολή όλων των ποιημάτων ή την εφαρμογή κάποιων κοινώς αποδεκτών συνιστωσών αισθητικής, γ) Η ιστορία δεν έχει γραφτεί για τα ποιήματα που συντίθενται σήμερα, επομένως δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα ως προς το αν θα τους αποδοθεί κύρος ποιητή ή απαξίωση ποιηματογράφου, δ) Από πουθενά δεν προκύπτει κάποιο «κοσμικό», «μεταφυσικό» αλάθητο της ιστορίας. Ένας τρίτος λόγος θα μπορούσε να είναι η αποδοχή μιας υπεριπτάμενης ποιητικής ιδέας ή προτύπου, προφήτες της οποίας είναι μόνον οι ποιητές και όχι οι ποιηματογράφοι, έστω κι αν αδυνατούμε ημείς οι θνητοί να διατυπώσουμε το σύνολο των κανόνων που γρήγορα, άμεσα και αδιαμφισβήτητα θα εφαρμοζόταν, απομονώνοντας σαφώς τις δύο ομάδες. Είναι, πράγματι, πειρασμός, φύσει εκπορευόμενος ίσως, να πνευματοποιεί κανείς το σωματικό του ρίγος, να παράγει μια μεταφυσική υπόσταση τοποθετημένη εκτός χωροχρόνου, χαρακτηριζόμενη από πλασματική τελειότητα και αφθαρσία. Κάπως, έτσι, άλλωστε, φθάνουμε και στο filioque της Ποίησης: το Άγιο Πνεύμα (η ποίηση) εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα (το Θεό της Ποίησης) ή και τον Υιό; Στα θεολογικά συγκλονιζόμαστε αιώνες τώρα δίχως να αμφιβάλλουμε για το πρόσωπο του Υιού. Στα ποιητικά, μαίνονται τα χειρότερα: ούτε καν ξέρουμε τον Υιό. Διεκδικούν ποιητές και ποιηματογράφοι.
Δε βρίσκω να μου προσφέρει τίποτα ο διαχωρισμός ποιητών και ποιηματογράφων. Τον εγκαταλείπω στο αίνιγμά του. Προσπαθώ να βυθιστώ σε ύπνο ηδύ και δια τούτο ενθυμούμαι τον Μάρκο Αυρήλιο: Σήμερα ξέφυγα από καθετί βασανιστικό ή μάλλον έδιωξα καθετί βασανιστικό˙ γιατί δεν ήταν έξω αλλά μέσα μου, στη φαντασία μου.(2) Στρατιές ποιητών, αναγνωστών και θεωρητικών της λογοτεχνίας ερίζουν γύρω από εκφράσεις όπως «τούτο είναι ποίημα, κείνο δεν είναι ποίημα», «κείνος είναι ποιητής, τούτος δεν είναι ποιητής», υπό τας επιταγάς μιας αποπροσανατολισμένης αίσθησης του υπηρετείν την υπεριπτάμενη Ποίηση. Λες και η συγγραφή ποιήματος ταυτίζεται με την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος: χρειάζεται άδεια (εκ Θεού, κράτους ή θεοκρατούμενου κράτους;) και ο παραβάτης φυλακίζεται ως απειλών τη δημόσια υγεία.
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν ορίζαμε γενναιόδωρα πως ποίημα είναι ό,τι γράφεται με την αυτή πρόθεση, αποφορτίζοντας τη λέξη από το μεταφυσικό κίνδυνο της βλασφημίας, ταυτίζοντας τους ποιηματογράφους με τους ποιητές και, εν τέλει, συμφωνώντας σε έναν εφαρμόσιμο, κυριολεκτικό ορισμό;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν αποφλοιώναμε την ποιητική πράξη από την ανάγκη προσδιορισμού φυλετικής ανωτερότητας κάποιων στιχοπλόκων έναντι κάποιων άλλων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν στοχεύαμε σε ένα ευρύ, πεπαιδευμένο περί τα ποιητικά κοινό, το οποίο θα επιλέγει μόνο του τα ποιήματά του, δίχως την προληπτική διαλογή των «επαϊόντων», τουτ’ έστιν ακαδημαϊκών, περιοδικαρχών και άλλων ηγεμόνων;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν μετουσιώναμε το σεβασμό απέναντι στην ποιητική τέχνη σε σεβασμό απέναντι σε όλους εκείνους που την υπηρετούν και όχι σε εκείνους που καταλαμβάνουν το θώκο μιας-συχνότατα αμφίβολης ποιοτικά-αναγνώρισης, αναγνωρισιμότητος και δημοφιλίας;
Μήπως-διερωτώμαι-θα ήταν καλύτερα αν τοποθετούσαμε όλα τα ποιήματα στο ίδιο ράφι, αναγνωρίζοντας πως πρωτεύει η συγκίνηση που δυνητικά μπορούν να προκαλέσουν στον άνθρωπο εντός του ευρέος χωροχρόνου και όχι η όποια συγκυριακή, υψηλή ή χαμηλή δημοτικότητά τους;
Μήπως δε διαφέρουμε από τους καννιβάλους όταν είτε ως μονάδες είτε ως σύνολο λοιδωρούμε έναν άνθρωπο που έγραψε στίχους;
Στην αγκαλιά, πια, του Μορφέα, δε διερωτώμαι διόλου.
1. Καρούζος Νίκος, 1998: 115. Πεζά Κείμενα, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία
2. Μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου
* Ο Δημήτρης Μουζάκης είναι ποιητής.
συνέντευξη 08: Andrew Nicoll
Andrew Nicoll
συνέντευξη στη Στέλλα Πεκιαρίδη
Ο Andrew Nicoll κατέφυγε στη συγγραφή για να ξεπεράσει την κρίση των 40 του χρόνων. Το αποτέλεσμα ήταν το Βραβείο του Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα στη Σκοτία για το 2009 και η μετάφραση του πρώτου του μυθιστορήματος σε 13 γλώσσες. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου του «Ο Καλός Δήμαρχος» είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε μαζί του, μεταξύ άλλων, τι είναι τελικά αυτό που έκανε την ιστορία του ξεχωριστή.
***
Απόσπασμα από το βιβλίο του Andrew Nicoll “Ο Καλός Δήμαρχος”:
“Γυρίζει για να βγάλει ένα σάντουιτς από το καλαθάκι της, κάθε της άρθρωση κινείται, η μέση και ο ώμος και ο αγκώνας και ο καρπός και τα δάχτυλα, κάθε καμπύλη και γραμμή και γωνιά της, ως την τελευταία άκρη του δαχτύλου της που τώρα, για μια στιγμή μόνο, αγγίζει το καπάκι του καλαθιού και το σπρώχνει κι αυτό αρχίζει να γέρνει. Και αυτή είναι η στιγμή που διαρκεί αιώνια. Αυτή είναι η στιγμή που ο Καλός Τάιμπο Κρόβιτς ίπταται έξω από το χρόνο, τόσο ψηλά πάνω από τους χτύπους του ρολογιού, όσο ψηλά βρίσκεται πάνω από την πλατεία. Γιατί το καλαθάκι με το φαγητό της κυρίας Στόπακ αρχίζει και κινείται. Πέφτει από το χείλος του σιντριβανιού. Γλιστράει μέσα στο νερό τόσο αργά, σαν το σιρόπι το χειμώνα, και ο Τάιμπο αρχίζει να τρέχει. Περνάει την πορτούλα δίπλα στον ιστό της σημαίας, πηδάει από την κορυφή των τεσσάρων ξύλινων σκαλοπατιών μέσα στο μικρό, άσπρο δωμάτιο με τους κουβάδες και τις σκάλες και τα ξεσκονόπανα και τους σωρούς από γκρεμισμένους σοβάδες, παλεύει με την κλειδαριά και τελικά βγαίνει στην πίσω σκάλα του Δημαρχείου, καθώς η πόρτα κλείνει με δύναμη ξοπίσω του, έπειτα τσακίζεται και τρέχει και κατεβαίνει σαν πέτρα τρεις ορόφους, αυτόν με το Τμήμα Αδειοδοτήσεων για Καταστήματα Αναψυχής, με το Γενικό Γραμματέα και το Μηχανικό του Δήμου και με το Τμήμα Πολεοδομίας, φτάνει στο μωσαϊκό έξω από το γραφείο του, περνάει τη γυάλινη πόρτα και, προτού εκείνη προλάβει να παλινδρομήσει στο μεντεσέ της, διασχίζει το χοντρό μπλε χαλί και ξανακατεβαίνει, κατεβαίνει τα πράσινα μαρμάρινα σκαλοπάτια που βγάζουν στην κεντρική είσοδο και στην Πλατεία Δημαρχείου όπου ακριβώς, πλάι στο σιντριβάνι, η κυρία Στόπακ στρέφεται αγανακτισμένη για να ψαρέψει το μουσκεμένο της δοχείο μέσα από το νερό.“
***
Ύστερα από ένα μικρό διάστημα που εργάστηκε ως ξυλοκόπος, ο Andrew Nicoll αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αρθρογραφία. Οι μικρές του ιστορίες έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Ο Andrew Nicoll ζει στη Σκοτία. Είναι 46 ετών, παντρεμένος και πατέρας 3 παιδιών.
***
Αληθεύει πως γράψατε το βιβλίο στο τρένο καθώς πηγαίνατε στη δουλειά;
Ναι. Δεν είχα πρόθεση να γράψω βιβλίο. Δεν παύω να πιστεύω πως το γράψιμο είναι μια μορφή προσιτής ψυχοθεραπείας. Ξεκίνησα στα 40 μου γράφοντας κάποια διηγήματα, κάποια από τα οποία εκδόθηκαν. Μια νύχτα είδα στο όνειρό μου το δημαρχείο της πόλης μου και μόλις σηκώθηκα έγραψα περίπου 6 σελίδες με αφορμή αυτό. Κάθε μέρα που ταξίδευα με το τρένο η ιστορία μου έπαιρνε σταδιακά μορφή.
Ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του βιβλίου είναι η ατμόσφαιρα παραμυθιού που το διακρίνει. Το είχατε εξ αρχής κατά νου αυτό το αποτέλεσμα;
Στο όνειρό μου ήξερα ήδη ότι θα υπάρξει αυτή η μεταμόρφωση, με ένα μεταφυσικό τρόπο. Η μεταμόρφωση που συντελείται στην εξέλιξη της ιστορίας ήταν μέρος του ονείρου. Όταν ξεκινάς να πεις μια ιστορία, πρέπει να το κάνεις αυτό. Αυτή είναι η γοητεία της αφήγησης. Δεν πρόκειται για ντοκιμαντέρ.
Το λέτε εξάλλου και στο βιβλίο πως το θέμα δεν είναι τι συμβαίνει στη ιστορία αλλά η ίδια η ιστορία, το ταξίδι σε αυτήν.
Ακριβώς. Έχω ένα φίλο στρατιωτικό στον οποίο διάβαζα την ιστορία καθώς ήμασταν στο αυτοκίνητο. Και μου είπε ακριβώς αυτό: «Έχεις σελίδες ολόκληρες στις οποίες δεν συμβαίνει τίποτα, κι όμως αγωνιώ για το τι θα ακολουθήσει στην επόμενη σελίδα». Το θέμα είναι να πεις την ιστορία, δεν είναι τα γεγονότα, αλλά το τι συμβαίνει σε αυτούς τους ανθρώπους εσωτερικά, πώς εξελίσσονται τα συναισθήματά τους.
Το σύμπαν του βιβλίου είναι εύληπτο γιατί κάθε σελίδα είναι γεμάτη εικόνες. Ο αναγνώστης βουτάει σε αυτό αμέσως. Θεωρείτε ότι η επαγγελματική σας εμπειρία έχει ενδυναμώσει την παρατηρητικότητα και την περιγραφική σας τεχνική;
Ζω κοντά στη θάλασσα και η παρατήρηση της φύσης και του τοπίου είναι κάτι φυσιολογικό για μένα. Η δημοσιογραφία, βέβαια, σε εκπαιδεύει ώστε να βλέπεις τα πράγματα γύρω σου. Από την άλλη πλευρά, το να γράφει κανείς σε εφημερίδες είναι εντελώς διαφορετική διαδικασία από το να γράφει ένα βιβλίο. Πρέπει να κόβει διαρκώς υλικό και να γίνεται όσο το δυνατόν πιο σύντομος. Είναι ακριβώς η αντίστροφη διαδικασία από τη συγγραφή.
Στο βιβλίο εκφράζετε την ιδέα πως είναι δυνατό κάποιος να εκτιμά την ομορφιά χωρίς απαραίτητα να την κατανοεί. Ποιος είναι ο ρόλος της ομορφιάς στις μέρες μας;
Η ομορφιά σήμερα έχει συνδεθεί με τη σεξουαλική διαθεσιμότητα. Βλέπεις μικρά κορίτσια να φοράνε μπλουζάκια με τη στάμπα «Pornstar», για παράδειγμα, και απορείς πώς είναι δυνατό μια μητέρα να ενθαρρύνει το παιδί της να ντυθεί έτσι. Παράλληλα υπάρχει μια ομοιομορφοποίηση των προτύπων της ιδανικής ομορφιάς. Στο βιβλίο, όμως, υπάρχουν χαρακτήρες όπως η αγία Βαλπουρνία που είναι εξαιρετικά άσχημη εξωτερικά, αλλά έχει απίστευτο χιούμορ ή η Μάμα Τσέζαρε που δεν συνειδητοποιεί ότι είναι εξίσου όμορφη με την καλλονή φίλη των νεανικών της χρόνων.
Όσον αφορά την έννοια του «καλού». Γιατί ο Τάιμπο, ένας από τους πρωταγωνιστές αποδέχεται τα συγχαρητήρια του κόσμου για το γεγονός ότι είναι καλός δήμαρχος, αλλά έρχεται σε δύσκολη θέση όταν τον αποκαλούν καλό άνθρωπο;
Είναι αρκετά επίκαιρο το θέμα. Ακούω ότι στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη συζήτηση για θέματα διαφθοράς και αναξιοπιστίας των πολιτικών. Το πρόβλημα του Τάιμπο ήταν η εικόνα που θα δείξει κι έτσι κορόιδευε και τον ίδιο του τον εαυτό. Όλοι ήξεραν τι συνέβαινε, μόνο ο ίδιος δεν το παραδεχόταν. Η καλοσύνη είναι κάτι που εμένα προσωπικά με ενδιαφέρει. Είναι ένα ιδανικό που προσπαθώ να μεταδώσω και στους γιους μου εξηγώντας τους ότι το σημαντικό είναι να βοηθάνε τον άλλο, όχι να το παίζουν ψευτοπαλληκαράδες. Η δύναμη του καθενός κρύβεται στη γενναιοψυχία, και όχι στον εκφοβισμό.
Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές που φανερώνουν την εξοικείωσή σας με την αρχαία ελληνική παράδοση, όπως ονόματα ηρώων, η περιγραφή της Καρυάτιδας, το όνειρο της πρωταγωνίστριας να βρει έναν άντρα που θα της διαβάζει Όμηρο και πολλά άλλα. Ποια είναι ακριβώς η επαφή σας με τον ελληνικό πολιτισμό;
Σήμερα το πρωί ξύπνησα πολύ νωρίς και περπάτησα ως το λόφο της Ακρόπολης. Ένιωσα δέος. Είπα «εδώ ξεκίνησαν όλα». Έχω διαβάσει αρχαία ελληνική φιλοσοφία, τα ομηρικά έπη, Ηρόδοτο. Θεωρώ ότι είστε πολύ τυχεροί άνθρωποι, θα ‘πρεπε να νιώθετε περήφανοι. Όταν ήταν πολύ μικρός ο ένας μου γιος καθώς τον πήγαινα στο σχολείο του έλεγα ιστορίες από την Οδύσσεια. Ήταν τόσο προσηλωμένος και γοητευμένος που επέμενε πάντα να ολοκληρώσω την ιστορία και είχε ένα σωρό απορίες για τους ήρωες.
Παρότι το βιβλίο αφηγείται μια ιστορία αγάπης, μπορεί να διαβαστεί και από αναγνώστες που δεν έχουν ιδιαίτερη αδυναμία στο είδος. Εκτός από το βασικό στόρι περιγράφεται παράλληλα μια κοινωνική ζωή στην Ντοτ, σε μια πόλη όπου «τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται». Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ένα μείγμα μαγικού ρεαλισμού, σουρεαλισμού και ωμού ρεαλισμού. Ήταν στις προθέσεις σας αυτό;
Αν δουλεύεις σε μια εφημερίδα, βλέπεις πολλά πράγματα. Μαθαίνεις ιστορίες ανθρώπων. Η μορφή αυτή, ωστόσο, ήταν και ένας από τους λόγους που δεν κατάφερνα να εκδώσω το βιβλίο για δύο χρόνια. Δεν ήξερα πώς ακριβώς να το περιγράψω. Κάποιοι το εκλάμβαναν ως ιστορία αγάπης και διαβάζοντάς το διαπίστωναν προς μεγάλη τους έκπληξη ότι δεν ήταν ένα κλασικό ρομάντζο. Ήταν πολύ δύσκολο να τους δώσω να καταλάβουν ότι είναι ένα βιβλίο για τη ζωή. Ένιωθα σαν ηλίθιος υποψήφιος σε εκπομπή ριάλιτι που προσπαθούσε να πείσει τους κριτές ότι είναι ο Μάικλ Τζάκσον. Τελικά, με τη βοήθεια από την ατζέντη μου, δέκα ημέρες πριν από τη διορία που είχα θέσει στον εαυτό μου, έλαβα τη θετική απάντηση από τον εκδοτικό.
Είχατε προτάσεις για οπτικοποίηση του βιβλίου στον κινηματογράφο ή το θέατρο;
Ξέρετε, υπάρχει ένα βασικό εμπόδιο σε αυτό. Δυσκολεύει τον αναγνώστη το θέμα της μεταμόρφωσης της ηρωίδας. Άλλοι πιστεύουν ότι γίνεται πράγματι σκύλος, άλλοι το εκλαμβάνουν μεταφορικά. Εγώ προσωπικά δεν θεωρώ πως γίνεται σκύλος. Ωστόσο, ένα βιβλίο ολοκληρώνεται πάντα από τον αναγνώστη. Ο συγγραφέας του αφήνει περιθώρια να συμπληρώσει τα κενά μόνος του. Από την άλλη πλευρά, σε ένα κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο ο δημιουργός πρέπει να διαλέξει εκδοχή, να αποφασίσει ο ίδιος για το θεατή. Δεν υπάρχει μέση λύση. Αν παρακαμφθεί αυτό το πρόβλημα και μου γίνει πρόταση, μετά χαράς θα δεχθώ. Θα μπορούσα μάλιστα να προτείνω και τον Τομ Χανκς για το ρόλο του κεντρικού ήρωα!
Έχοντας κερδίσει το Βραβείο του Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα, ποια σχεδιάζετε να είναι τα επόμενα συγγραφικά σας βήματα;
Έχω τελειώσει το δεύτερο βιβλίο μου, το οποίο θα εκδοθεί τα Χριστούγεννα και έχω στα σκαριά το τρίτο. Μάλλον θα ταξιδεύω ακόμη συχνότερα με το τρένο από εδώ και στο εξής.
προδημοσίευση: ένα χαμόγελο στο σκοτάδι
Δημήτρης Στρεμμένος
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι και άλλες ιστορίες
Χαραμάδα, 2010
Απόσπασμα από το διήγημα “ένα χαμόγελο στο σκοτάδι”
…μπήκε μέσα της με βία. Σκαρφαλωμένος πάνω της σαν άγριο θηρίο έτοιμο να την κατασπαράξει, μούγκριζε και βρυχόταν. Με το ένα χέρι του κρατούσε σφιχτά τις παλάμες της πίσω από το κεφάλι, ενώ με το άλλο πίεζε με δύναμη το στήθος της. Προσπαθούσε να ρουφήξει από μέσα της όλο της το “είναι”, τη ζωντάνια, τα όνειρα, την ψυχή της ίσως. Δάγκωνε, έγλειφε, ζούλαγε το κορμί της θέλοντας να το σπάσει. Κι αυτή, σαν άψυχη κούκλα, είχε αφεθεί στη βία του.
Συνέχιζε να μπαινοβγαίνει μέσα της, πότε γρήγορα, έντονα, και άλλοτε πιο αργά, σχεδόν ερωτικά. Εκείνη παρέμενε παθητική. Με μάτια ορθάνοιχτα να τον κοιτούν και στόμα μισόκλειστο, σαν κάτι να ήθελε να πει μα δεν προλάβαινε. Έμοιαζε χαμένη σ’ ένα όνειρο δίχως τέλος, δίχως ξύπνημα.
Ένα μυρμήγκιασμα διέσχισε τη σπονδυλική του στήλη. Δάχτυλα σφίχτηκαν, τένοντες τραβήχτηκαν κι ένα μουγκρητό ικανοποίησης συνόδεψε την ολοκλήρωσή του.
Τελείωσε μέσα της, πλημμυρίζοντας τον κόλπο της με τα ερωτικά του υγρά. Έμεινε για λίγο ακόμα χωμένος στο σώμα της, στραγγίζοντας από το μυαλό και την καρδιά του κάθε τύψη και αγωνία της καθημερινότητας. Τη φίλησε στο μέτωπο, μετά στα μάτια, κι έπειτα ξάπλωσε στο πλάι της ανασαίνοντας βαριά. Ήρεμος, ανακουφισμένος.
Ξαπλωμένος στο πλευρό της, ονειρεύτηκε ότι ήσαν ζευγάρι, από χρόνια ερωτευμένοι. Ότι είχε κάνει έρωτα στη γυναίκα του και όχι σε μιαν άγνωστη που έφερε στο σπίτι του γυρνώντας από το ξενύχτι. Ένιωσε μια θαλπωρή, μια ζεστασιά που κατέκλυσε το γυμνό του κορμί. Το όνειρό του γέμισε από λόγια. Λέξεις που δήλωναν ότι τον αγαπούσε και ότι και αυτός την αγαπούσε κι ένα χαμόγελο φανερώθηκε στα χείλη του, ενώ ακόμα κοιμόταν. Ήταν ευτυχισμένος στα χέρια του Μορφέα.
Το όνειρο διέκοψε η σειρήνα ενός περιπολικού. Πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι κι έτρεξε προς το παράθυρο. Είδε το αυτοκίνητο της αστυνομίας να πλησιάζει βουίζοντας και τρέχοντας σαν δαιμονισμένο. Έκλεισε τα μάτια περιμένοντάς το να σταματήσει μπροστά από την πολυκατοικία του, εκείνο όμως συνέχισε ακάθεκτο, ουρλιάζοντας μέσα στη νύχτα καθώς κυνηγούσε κάποιον άγνωστο εχθρό. Απέμεινε να κοιτά έξω από το παράθυρο μέχρις ότου η σειρήνα του έπαψε να ακούγεται και τα φώτα της χάθηκαν από τα μάτια του.
«Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου», αναφώνησε υψώνοντας το βλέμμα προς τον ουρανό ή καλύτερα προς ένα μικρό κομμάτι ουρανού. Είχε βγάλει το σώμα του αρκετά έξω από το παράθυρο, προκειμένου να μπορέσει, ανάμεσα στις πολυκατοικίες που υψώνονταν τριγύρω του, τα μακρόστενα γεμάτα βρεγμένα ρούχα μπαλκόνια και τις πολύχρωμες τέντες, να δει τον νυχτερινό ουρανό.
Ένα μικρό, σκούρο μπλε, κομμάτι, με τριγωνικό σχήμα, στην πιο απομακρυσμένη γωνία τού οποίου φιλοξενούσε ένα μικρό αστέρι. Δεν ήταν παρά ένα μικρό φωτάκι, μονάχο στον ουρανό όσο κι εκείνος στη γη. Το δικό του αστέρι, το δικό του κρυφό μέρος ενός απέραντου διαστήματος, γεμάτου αστέρια και πλανήτες, κομήτες και νεφελώματα, γαλαξίες και μαύρες τρύπες. Δεν θυμάται πόσα ατελείωτα βράδια είχε κάτσει στο παράθυρό του, ισορροπώντας στο κενό, παρέα με τον μικρό φωτεινό φίλο του.
Έκλεινε το δεξί του μάτι και το έβαζε ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρά του. Το κρατούσε ανάμεσά τους σαν πολύτιμο πετράδι, ένα μικρό διαμάντι ίσως. Άλλες φορές πάλι, το έκλεινε στη γροθιά του θέλοντας να το λιώσει, να το κάνει μέρος του εαυτού του. Αντίθετα, όταν ο καιρός ήταν άσχημος κι ο ουρανός συννεφιασμένος κρατούσε το παράθυρο κλειστό και το παντζούρι κατεβασμένο. Φοβόταν να κοιτάξει τον «ουρανό του» χωρίς το «αστέρι του», το σημείο αναφοράς της ύπαρξής του.
Ήταν αργά το βράδυ. Η αγαπημένη του ώρα. Η πόλη είχε από καιρό κουρνιάσει στην άγνοιά της, δίχως τύψεις και δισταγμούς. Η σιωπή είχε απλωθεί παντού, μουδιάζοντας τα όνειρα και τις αισθήσεις. Ένιωθε τώρα ο μόνος κάτοικος αυτής της πόλης. Του άρεσε αυτή η σκέψη της μοναξιάς, αποζητούσε τη μοναξιά. Ταξίδευε με τα μάτια στην άδεια λεωφόρο που περνούσε μπροστά από το διαμέρισμά του, πλημμυρισμένη στο φως των δημόσιων προβολέων. Αυτό το κίτρινο φως, το γεμάτο αρρώστιες, που σου φέρνει στο νου εμετό, βλέννες και πύον, ανάμικτα με αηδία και πόνο. Το σιχαίνεται αυτό το φως. Ξεκόλλησε με μανία ένα κομμάτι μάρμαρο από το γείσο του παραθύρου του και το εκσφενδόνισε με δύναμη προς την πιο κοντινή λάμπα. Αστόχησε, αλλά ως δια μαγείας, η λάμπα έσβησε. Θα κάηκε μάλλον.
(συνεχίζεται… στο βιβλίο)
σούπερ-ήρωες 08
από τη Νόρα Δημοπούλου
Ο Σίσυφος
«Ο, τι κακό και να σου συμβεί, ποτέ να μην ξεχνάς: υπάρχουν και χειρότερα»
Ο Σίσυφος είναι ένας τύπος με ορισμένες ιδιορρυθμίες. Κατ’ αρχάς σιχαίνεται τις διακοπές. Όχι τις δικές του, κάθε άλλο. Τις διακοπές των άλλων σιχαίνεται… Τις περισσότερες φορές είναι η αιτία για να βρεθεί στο δρόμο. Ακόμα μια φορά στο δρόμο απ’ όπου ξεκίνησε, και ξανά απ’ την αρχή. Το ίδιο βάσανο πάλι και πάλι. Περιπλανώμενος από δω και από κει, έρμαιο των τραμπούκων της παιδικής χαράς. Αυτά όμως ήταν παλιά. Τότε που ακόμα δεν είχε καν όνομα.
Μια άλλη παραξενιά του, είναι η αγάπη του για τις αναγνώσεις και τις δυνατές απαγγελίες της Κυβέλης. Τα δύσκολα, βαθυστόχαστα βιβλία είναι η αδυναμία του. Και κάπως έτσι εξάλλου πήρε και το όνομά του. Αυτό όμως δεν είναι κάτι που του συνέβη και πολύ παλιά. Η Κυβέλη είναι η τωρινή και αποκλειστική του αγάπη, η καλλίτερη αφεντικίνα που είχε ποτέ. Είναι στ αλήθεια ένας πολύ τυχερός γατούλης ο Σίσυφος.
Για χάρη της μπορεί να κάνει τα πάντα. Να γρατζουνίσει την δασκάλα που δεν της έβαλε καλό βαθμό, να φέρει ημιθανές στα πόδια της όποιο ποντίκι της γυαλίσει(ακόμα κι’ αν τα ψιλοσυμπαθεί τελικά), να μπλεχτεί στα πόδια της ενοχλητικής Μολδαβής οικονόμου, να κοιμάται πάνω στα κρύα πόδια της τις νύχτες…Τα πάντα;
Ναι, τα πάντα. Έτσι είναι η πραγματική αγάπη για έναν χνουδωτό γατούλη με ευαισθησίες. Μα τα μουστάκια του, θα κάνει ό,τι του ζητήσει. Από τη μέρα που η Κυβέλη τον μάζεψε από το δρόμο, της ορκίστηκε αιώνια αφοσίωση και υποταγή. Κι αν θέλει θα κάθεται συνέχεια στο μπαλκόνι. Ακόμα κι αν κάνει κρύο. Ακόμα κ αν φοβάται τα παλιόσκυλα του ακαλύπτου. Ακόμα κι αν η γατίσια καρδία του σπάει σε μικρά κομματάκια σε σχήμα κροκέτας. Είναι χωρίς αμφιβολίες ο πιο τριχωτός σουπερ ήρωας που γνωρίσαμε.
Αλλά για μισό λεπτό… Γιατί ο Σίσυφος είναι συνέχεια κλεισμένος στο μπαλκόνι; Και ποιος στο καλό είναι ο Πάτροκλος; Η συνέχεια επί των σελίδων.
Ο Σίσυφος στο Μπαλκόνι
Πέτρος Τατσόπουλος
Μεταίχμιο, 2009
ημερολόγιο ανάγνωσης 08
από τον Χαράλαμπο Γιαννακόπουλο
Τετάρτη. Είναι δυο-τρεις εβδομάδες τώρα, μπορεί και λίγο παραπάνω, που έχω βρεθεί μπερδεμένος και αμήχανος ανάμεσα σε πολλά βιβλία (μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές, τουριστικούς οδηγούς και δοκίμια) που τα διαβάζω συγχρόνως και το ένα πιάνω για ν’ αφήσω το άλλο χωρίς να το έχω προηγουμένως τελειώσει και χωρίς κανενός τελικά την ανάγνωση να κατορθώνω να ολοκληρώσω. Ξεφυλλίζοντας νοερά τα, έτσι κι αλλιώς, μη καταγεγραμμένα ως επί το πλείστον αναγνωστικά μου χρονικά εύκολα διαπιστώνω πως δεν είναι δα και η πρώτη φορά που μου συμβαίνει κάτι τέτοιο και γι’ αυτό δεν ανησυχώ ιδιαιτέρως – για να μην πω ότι την απολαμβάνω κιόλας λίγο τούτη την αναγνωστική αναρχία. Παρατηρώ όμως, με σχετική αμηχανία, ότι όλο και συχνότερα, σε σχέση με το παρελθόν, αφήνω βιβλία μισοτελειωμένα για να πιάσω στο χέρι μου κάποια άλλα που τα είχα κι εκείνα μισαρχινισμένα ή που μια διάθεση της στιγμής με έκανε να τα κατεβάσω αίφνης από το ράφι της βιβλιοθήκης μου ή από τον πάγκο κάποιου βιβλιοπωλείου.
Έτσι είχα ήδη στο κομοδίνο μου, που σημαίνει έτοιμο προς ανάγνωση, μεταξύ πολλών άλλων βιβλίων και το πιο πρόσφατο βιβλίο τού Εδουάρδο Γκαλεάνο «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε κατά τα τέλη του 2009 από τις εκδόσεις Πάπυρος σε μετάφραση της Ισμήνης Κανσή. Όταν όμως ξεφυλλίζοντάς το λίγο πιο προσεκτικά απ’ όσο είχα κάνει μες στο βιβλιοπωλείο διαπίστωσα τον ιδιότυπο τρόπο σύνθεσής του, σκέφτηκα πως θα ήταν ίσως καλύτερα να διαβάσω προηγουμένως ένα άλλο βιβλίο του ουρουγουανού συγγραφέα, πιο συμβατικό ενδεχομένως, και κατόπιν να βυθιστώ στους πρισματικούς του καθρέφτες. Σημειώνω εδώ, για όποιον δεν έχει διαβάσει το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ότι οι «Καθρέφτες» αποτελούνται από εξακόσιες περίπου μικρές ιστορίες που, βαλμένες σε χρονολογική και θεματική σειρά, επιχειρούν να ανασυστήσουν την ελλείπουσα συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας από τη στιγμή της πρώτης της εμφάνισης επί της γης έως σήμερα.
Παρασκευή. Εμπιστευόμενος, λοιπόν, την τύχη, αφού δεν γνώριζα καθόλου τον συγγραφέα και επίτηδες δεν θέλησα, για την ώρα, να μάθω κάτι γι’ αυτόν, παράγγειλα στα τυφλά, μέσω internet, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» του ιδίου (εκδόσεις Κέδρος, μετάφραση Μελίνας Παναγιωτίδου) το οποίο λίγες μέρες αργότερα έφτασε στην πόρτα μου για να στρωθώ αμέσως στο διάβασμα και να διαπιστώσω πως και αυτό το βιβλίο μοιάζει να είναι συνθεμένο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως και οι «Καθρέφτες»! Μικρές ιστορίες ως επί το πλείστον, μικρά δοκίμια, ανέκδοτα, αφορισμοί, σχόλια, πεζά ποιήματα συνθέτουν όλα μαζί ένα βιβλίο που, προφανώς, υπερβαίνει τις γνωστές κατηγοριοποιήσεις και που διαρκώς αγνοεί και υπερβαίνει τα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και δημοσιογραφίας, χρονικού και αυτοβιογραφίας, αφήγησης και στοχασμού.
Στη μία σελίδα διαβάζουμε, φερ’ ειπείν, την ιστορία ενός γέρου που διαρρήκτες τού έκλεψαν, κατά λάθος, την κασέλα όπου φυλούσε την ερωτική αλληλογραφία τού πολυτάραχου παρελθόντος του και βάλθηκαν, στη συνέχεια, αφού ήρθαν έτσι τα πράγματα, να του ταχυδρομούν στη διεύθυνση του σπιτιού του μία επιστολή κάθε εβδομάδα· λίγες σελίδες παρακάτω βρίσκουμε μια συλλογή μικρών αγγελιών από ουρουγουανές εφημερίδες του 1840: «Πωλείται νέγρα ημίαιμος, της φυλής Καμπίντα έναντι 430 πέσος. Έχει γνώσεις ραπτικής και σιδερώματος», «Πωλείται νεαρά τροφός, λεχώ. Δίδεται άνευ του νεογνού και διαθέτει άφθονον και καλόν γάλα»· και ακόμη πιο κάτω μια σειρά σκέψεων για την ευημερία των αριθμών και των οικονομικών δεικτών και τη δυστυχία των ανθρώπων κι ένα καίριο ερώτημα: «Πού ακριβώς μπορεί να εισπράξει κανείς το Κατά Κεφαλήν Εισόδημα;».
Τα θέματα αυτού του γοητευτικού, ευκολοδιάβαστου και συγχρόνως στοχαστικού, «Βιβλίου των εναγκαλισμών» είναι άλλοτε η πολιτική πρακτική των ηγετών και των κρατών και άλλοτε η σύγχρονη κοινωνία και οι άνθρωποι που ζουν και πεθαίνουν σε αυτήν, άλλοτε η θρησκεία και άλλοτε ο έρωτας, κάποτε τα όνειρα, συχνότερα η ιστορία των λαών της Λατινικής Αμερικής και τα προσωπικά βιώματα του ίδιου του συγγραφέα – πάνω απ’ όλα η καθημερινή ζωή των ανθρώπων με τις αλλεπάλληλες ήττες και τη διαρκή ομορφιά της. Και ό,τι τελικά χαρίζει ενότητα σε αυτές τις διαφορετικές ιστορίες και τους ποικίλους στοχασμούς είναι, απ’ τη μία, το ύφος του Εδουάρδο Γκαλεάνο, που χαρακτηρίζεται από μια ρέουσα και απολαυστική προφορικότητα (που διατηρείται και στην ελληνική του μετάφραση) και από ένα έξοχο χιούμορ, και από την άλλη, και κυρίως, η βαθιά ανθρωπιστική ματιά και διάθεσή του.
Τρίτη. Και το νέο βιβλίο του Γκαλεάνο, οι «Καθρέφτες, Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία», που κυκλοφόρησε το 2008 στα ισπανικά και το 2009 στη γλώσσα μας, έχει παρόμοια δομή με το «Βιβλίο των εναγκαλισμών» με μία όμως σημαντική διαφορά: την απρόσμενη ενότητα και συνάφεια που χαρακτηρίζει ολόκληρο το βιβλίο. Γιατί παρόλο που το θεματικό εύρος των «Καθρεφτών» εκτείνεται χρονικά από τη δημιουργία του σύμπαντος έως την εποχή μας και καλύπτει τοπικά κάθε περιοχή της γης και κάθε ανθρώπινη ομάδα, ούτε στιγμή ο αναγνώστης δεν χάνεται μέσα στο πολυποίκιλο και τεράστιο αυτό υλικό· από τη μία επειδή διατηρείται και στις εξακόσιες σύντομες αυτές ιστορίες (αποκλειστικά ιστορίες σε αυτό το βιβλίο) ένας κοινός αφηγηματικός τόνος και από την άλλη επειδή η οπτική γωνία παραμένει σε κάθε περίπτωση η ίδια. Ο Γκαλεάνο αφηγείται την ιστορία της ανθρωπότητας όπως τη βίωσαν και τη βιώνουν οι ηττημένοι και συντριμμένοι από τον βηματισμό της ιστορίας, εκείνοι που ποτέ δεν παίρνουν τον λόγο – αλλά κάποτε παίρνουν τα όπλα.
Διαβάζουμε λοιπόν την ιστορία του κόσμου όπως θα την αφηγούνταν, αν είχαν τη δυνατότητα, οι καταπιεσμένοι και τρομοκρατημένοι των αιώνων: εκείνοι που έχτισαν τις πυραμίδες, οι γυναίκες της Αφρικής με τα ακρωτηριασμένα γεννητικά όργανα, οι γυναίκες της Ιαπωνίας με τα παραμορφωμένα πόδια, οι γυναίκες των μουσουλμάνων με τα καλυμμένα πρόσωπα, οι γυναίκες της Δύσης, οι δούλοι από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας, τα παιδιά που εργάζονται, τα παιδιά που κακοποιούνται, τα παιδιά που υφίστανται τις ποικίλες εκπαιδευτικές πρακτικές των ενηλίκων, οι Εβραίοι κάποτε και οι Παλαιστίνιοι σήμερα, οι μαύροι, οι ομοφυλόφιλοι, οι τσιγγάνοι, οι μουσουλμάνοι της Ισπανίας. Σε αυτή την προγραμματική και, ασφαλώς, ιδιοσυγκρασιακή στόχευση του συγγραφέα υπέρ των αδυνάτων έγκειται και η μόνη, ίσως, αδυναμία ενός κατά τ’ άλλα εξαιρετικού βιβλίου, καθώς είναι υπεύθυνη για την έλλειψη από τους «Καθρέφτες» του απολαυστικού χιούμορ του «Βιβλίου των εναγκαλισμών» αλλά και για τη διατύπωση ορισμένων αφελών ως και εξοργιστικών απόψεων, χαρακτηριστικών μιας μερίδας της αριστεράς που αποφεύγει συστηματικά να σκέφτεται με τους όρους του παρόντος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Εγώ γράφω για όσους δεν μπορούν να με διαβάσουν. Οι κάτω, εκείνοι που περιμένουν εδώ και αιώνες στην ουρά της ιστορίας, δεν ξέρουν να διαβάζουν ή δεν έχουν τι να διαβάσουν.
Όταν αποκαρδιώνομαι, μου κάνει καλό να θυμάμαι ένα μάθημα αξιοπρέπειας της τέχνης που πήρα χρόνια πριν σε ένα θέατρο της Ασίζης, στην Ιταλία. Είχαμε πάει με την Ελένα να δούμε ένα θέαμα παντομίμας και δεν υπήρχε ψυχή. Εκείνη κι εγώ ήμαστε οι μοναδικοί θεατές. Όταν έσβησαν τα φώτα, προστέθηκαν ο ταξιθέτης και η ταμίας. Κι όμως, εκείνο το βράδυ, οι ηθοποιοί, πολυπληθέστεροι από το κοινό, δούλεψαν σαν να έδρεπαν τη δόξα μιας πρεμιέρας σε κατάμεστη αίθουσα. Εκτέλεσαν το έργο τους δοσμένοι ολότελα, ολόθυμα, ψυχή τε και σώματι· και ήταν αριστούργημα.
Τα χειροκροτήματά μας αντήχησαν στην ερημιά της αίθουσας. Χειροκροτήσαμε, ώσπου κατακοκκίνισαν τα χέρια μας.”
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, «Το βιβλίο των εναγκαλισμών» (μτφ. Μελίνα Παναγιωτίδου), εκδ. Κέδρος]
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ: “Συμβουλευτείτε οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια. Ρωτήστε ποια ήταν η πρώτη χώρα που κατήργησε τη δουλεία. Η εγκυκλοπαίδεια θα σας απαντήσει: η Αγγλία.
Η αλήθεια είναι ότι μια ωραία μέρα η Βρετανική Αυτοκρατορία, παγκόσμια πρωταθλήτρια του δουλεμπορίου, άλλαξε γνώμη όταν κάνοντας λογαριασμό συνειδητοποίησε πως η αγοραπωλησία ανθρώπων δεν απέφερε πλέον κέρδη. Το Λονδίνο ανακάλυψε το 1807 πως η δουλεία ήταν κάτι κακό, αλλά επειδή η είδηση δεν έπεισε κανένα, αναγκάστηκε να την επαναλάβει δυο φορές, τριάντα χρόνια αργότερα.
Είναι επίσης αλήθεια πως η Γαλλική Επανάσταση είχε ελευθερώσει τους σκλάβους στις αποικίες, όμως το διάγγελμα, που ονομάστηκε αθάνατο, απεβίωσε λίγο αργότερα, δολοφονημένο από τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Η πρώτη πραγματικά ελεύθερη χώρα υπήρξε η Αϊτή. Κατήργησε τη δουλεία τρία χρόνια πριν από την Αγγλία, μια νύχτα που τη φώτιζε ο ήλιος της φωτιάς, καθώς γιόρταζε την πρόσφατα κερδισμένη ανεξαρτησία της, και ξανάπαιρνε το ξεχασμένο ινδιάνικο όνομά της.”
[Eduardo Galeano, «Καθρέφτες, μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία» (μτφ. Ισμήνη Κανσή), εκδ. Πάπυρος]
λογοτεχνική πόλη: σητεία
από τη Δήμητρα Δερμιτζάκη
Διανύουμε περίοδο οικονομικής κρίσης, εγχώριας, παγκόσμιας, γεγονός; Δεν γνωρίζω, δεν προτίθεμαι να καταπιαστώ με αυτό το θέμα. Ωστόσο πολύ θα ήθελα να πάρω μια απάντηση, για το αν διανύουμε περίοδο πολιτισμικής κρίσης. Εγχώριας. Με αφορμή μια πρόσφατη επίσκεψη στην γενέτειρά μου, την Σητεία Κρήτης, μού γεννήθηκε η απορία. Πόσοι από εμάς τους νέους ανθρώπους, γνωρίζουμε την παράδοση της ιδιαίτερης πατρίδας μας, αλλά και όσους έχουν συμβάλλει σημαντικά στην διάδοσή της; Προσωπικά μέχρι πρότινος γνώριζα ελάχιστα.
Η πόλη της Σητείας βρίσκεται στο ανατολικότερο άκρο της Κρήτης, στον νομό Λασιθίου και πιθανώς ταυτίζεται με την κλασική και ελληνιστική «Ητεία» ή «Ήτιδα» ή «Σηταία» , πατρίδα του φημισμένου Μύσωνα ενός από τους επτά σοφούς της αρχαιότητας αλλά και του Βιτσέντζου Κορνάρου, ποιητή του Ερωτόκριτου. Το όνομα του Βιτσέντζου Κορνάρου έχει πλέον ταυτιστεί με την πόλη της Σητείας , όπου προς τιμήν του έχουν οργανωθεί μια σειρά πολιτιστικών δρώμενων, με στόχο την πολιτιστική αναβάθμιση της Σητείας, τα λεγόμενα «Κορνάρεια». Τα «Κορνάρεια» ξεκινούν αρχές Ιουνίου και διαρκούν έως τα τέλη Αυγούστου. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα και στους ξένους επισκέπτες να έρθουν σε επαφή με τον πολιτισμό του τόπου.
Στις 26 Μαρτίου συμπληρώνονται 457 χρόνια από την γέννηση του ποιητή του Ερωτόκριτου. Ο Βιτσέντζος Κορνάρος γεννήθηκε το 1553 στο χωριό Τραπεζούντα της επαρχίας Σητείας. Εκεί συνέθεσε και τον Ερωτόκριτο. Τα στοιχεία αυτά τα γνωρίζουμε από το ίδιο το έργο του ποιητή.
«Βιτσέντζος είν’ ο Ποιητής, κι’ εις τη γενιά Kορνάρος,
που να βρεθεί ακριμάτιστος, όντε τον πάρη ο Xάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί’ καμε κι’ εκόπιασε ετούτα που σας γράφει.»
Έζησε στην πόλη της Σητείας έως τα 35 χρόνια του ,όπου η οικογένειά του διατηρούσε μεγάλη περιουσία. Είχε δύο αδέρφια ,τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Ανδρέα Κορνάρο. Ο ποιητής και ο αδερφός του Ανδρέας έχουν χαρακτηριστεί ως «ζευγάρι ευγενικό ημιθέων» , «Δίδυμο φως» και «Κάστορας και Πολυδεύκης στον ουρανό της Κρήτης» από τον Ιταλό ποιητή Basile που για κάποιο διάστημα διέμενε στην Κρήτη. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί τους αποδόθηκαν ένεκα της ενασχόλησης και των δύο αδερφών με την λογοτεχνία.
Μετά το 1585 ο Βιτσέντζος Κορνάρος εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (τότε «Κάστρο» ή «Χάνδακα» ) όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του, το οποίο χρονολογείται περίπου το 1613. Κατά την διάρκεια της ζωής του στο Ηράκλειο, παντρεύτηκε την Μαριέττα Zeno με την οποία απέκτησε δύο κόρες την Κατερίνα και την Ελένη. Υπήρξε μέλος του συμβουλίου των ευγενών του «Χάνδακα». Σε όλο το διάστημα της ζωής του ανέλαβε διάφορα τοπικά αξιώματα.
Οφείλω ωστόσο να κάνω έστω μία σύντομη αναφορά στο δημιούργημά του. Ερωτόκριτος είναι ο τίτλος της έμμετρης μυθιστορίας του ποιητή. Οι φιλόλογοι διαφωνούν ως προς την χρονολόγηση του έργου. Όμως αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Ερωτόκριτος είναι ένα έργο που αποτελείται από 10010 δεκαπεντασύλλαβους στίχους και χωρίζεται σε πέντε μέρη με αλφαβητική ονομασία στο πρότυπο των ομηρικών επών. Η ομοιοκαταληξία είναι ανά δύο στίχους , εκτός από μερικές περιπτώσεις που είναι τετραπλή, όταν ο ποιητής θέλει να τονίσει μια εικόνα ή όταν περιγράφει μια σκηνή με μεγάλη διάρκεια.
Τα πρόσωπα του έργου που πρωταγωνιστούν είναι ο Ηρακλής, ο Βασιλιάς της Αθήνας. Υποτίθεται ότι το έργο εξελίσσεται κάποτε στην αρχαιότητα, αλλά στην πραγματικότητα αφορά μια Παναθήνα και Πανελλάδα χωρίς συγκεκριμένο χωροχρόνο, χάρη στην ιδιοφυία του Κορνάρου. Ο Ηρακλής και η γυναίκα του, η Βασίλισσα Αρετή, έχουν μια κόρη την Αρετούσα. Ο Πεζόστρατος, σύμβουλος του βασιλιά Ηρακλή, έχει ένα γιο, τον Ερωτόκριτο. Ο Ερωτόκριτος νομοτελειακά ερωτεύεται την Αρετούσα. Τα παιδιά ερωτεύονται και αποφασιστικά ο Πεζόστρατος ζητάει το χέρι της Αρετούσας επισήμως από τον Ηρακλή, που θυμώνει με τον σύμβουλό του, παρότι τον αγαπάει, γιατί προορίζει την κόρη του για το διάδοχο του Βυζαντίου και όχι για έναν κοινό θνητό. Για προληπτικούς λόγους λοιπόν ο Ηρακλής, εξορίζει τον Ερωτόκριτο και φυλακίζει την Αρετούσα που απαντάει αρνητικά στο βασιλικό συνοικέσιο. Όμως έρχονται δυσκολίες στο Βασίλειο του Ηρακλή καθώς εισβάλλουν από τον βορρά οι Βλάχοι. Ο Ηρακλής τα βρίσκει δύσκολα, ώσπου παρουσιάζεται ένας μαυριδερός πολεμιστής που νικάει σε μια μεσαιωνική μονομαχία τον Άριστο, τον αρχηγό των Βλαχών και σώζει το βασίλειο της Αθήνας. Ο πολεμιστής αυτός που είναι ο Ερωτόκριτος μεταμορφωμένος από ένα μαγικό μαντζούνι σε Μαυριτανό πολεμιστή, τελικά παντρεύεται την Αρετούσα, αφού πρώτα την δοκιμάζει για να δει αν εξακολουθεί να τον αγαπάει.
Η γλώσσα του Κορνάρου είναι άκρως ποιητική, γεμάτη εικόνες που αναπαριστούν ολοζώντανα και τα πιο λεπτά συναισθήματα των ηρώων. Το έργο είναι πλούσιο σε ιστορικά στοιχεία από όλες τις εποχές του ελληνισμού. Αυτό το γεγονός μαζί με την πολύ προσεκτική επιλογή των ονομάτων, κάνει το μύθο του έργου και τους ήρωες, να κινούνται σε έναν χώρο πάνω από κάθε συγκεκριμένη ιστορική εποχή. Ο Ερωτόκριτος λοιπόν ως έργο μιας άλλης πιο συγκροτημένης εποχής, μπορεί να συνεισφέρει και να διαφυλάξει για το μέλλον, λίγα σπέρματα σωστής έκφρασης και ψυχικής καλλιέργειας.
***
Βιτσέντζος Κορνάρος
Οι πιο ασφαλείς πληροφορίες για την καταγωγή του Κορνάρου είναι αυτές που δίνει ο ποιητής στο τέλος του έργου του : αναφέρει το όνομα Βιτσέντζος, το οικογενειακό όνομα Κορνάρος, τόπο γέννησης τη Σητεία και το Κάστρο (Ηράκλειο), όπου παντρεύτηκε:
Κ’ εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ’ έχου
μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου
Βιτσέντζος είν’ ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος
που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
εκεί ‘καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Κάστρον επαντρέυτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση,
το τέλος του έχει να γενή όπου ο Θεός ορίση
*
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν·
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη·
αυτάνα μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
σ’ μιά Κόρη κ’ έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.
Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις-ε καιρόν κιανένα,
ας έρθει για ν’ αφουκραστεί ό,τ’ είν’ εδώ γραμμένα·
να πάρει ξόμπλι κι [α]ρμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
πάντα σ’ αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,
εις μιάν αρχή [α’ βασανιστεί], καλό το τέλος έχει.
Αφουκραστείτε, το λοιπόν, κι ας πιάνει οπού’χει γνώση,
για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
ξένη λογοτεχνία 08
Andrew Nicoll
Ο Καλός Δήμαρχος
Μτφ. Φωτεινή Πίπη
Διόπτρα, 2009
Με τον Καλό Δήμαρχο ο Nicoll συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό δημιουργώντας προσδοκίες για τα επόμενα βήματά του. Πρόκειται για μια καλογραμμένη ιστορία που το κύριο θέλγητρό της δεν είναι η πλοκή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται η αφήγηση. Με βασικό πυρήνα μια ερωτική ιστορία ο συγγραφέας κατορθώνει να χτίσει ένα συναρπαστικό μυθιστορηματικό σύμπαν. Κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο στις εκτενείς περιγραφές του, προκαλεί το γύρισμα μιας ακόμη σελίδας και αδιαμφισβήτητα εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Φτιάχνει ένα μυθιστόρημα γλυκό και όχι γλυκερό, το οποίο αποπνέει ευαισθησία και ιδιαίτερο χιούμορ. Εξαιρετικό εύρημα αποτελεί η επιλογή του παντογνώστη αφηγητή, που δεν είναι άλλος από το άγαλμα της πολιούχου αγίας της πόλης όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Η Αγία Βαλπουρνία, όπως ονομάζεται, ανήκει στους ήρωες βιβλίων που δεν ξεχνάει κανείς εύκολα και συχνά κλέβει τη δόξα του ζευγαριού των πρωταγωνιστών. Ο Καλός Δήμαρχος είναι ένα γοητευτικό παραμύθι για την αγάπη , αλλά πολύ περισσότερο ένα μυθιστόρημα για την αφήγηση.
Στέλλα Πεκιαρίδη
Ντανίλο Κις
Κλεψύδρα
Μτφ.: Μαρία Κεσίνη
Κέδρος, 2009
Η «Κλεψύδρα» του Ντανίλο Κις είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της αυτοβιογραφικής τριλογίας του συγγραφέα, τα «Πρώιμα βάσανα» και το «Κήπος, στάχτες» είναι τα προηγούμενα. Λέγεται πως πρόκειται για το αριστούργημά του.
Το βιβλίο περιέχει τις σημειώσεις ενός τρελού, του εβραίου, συνταξιούχου σιδηροδρομικού υπάλληλου, Ε.Σ. (Έντουαρντ Σαμ) που ποικίλουν από τα πραγματικά επεισόδια του παρελθόντος και του παρόντος του ως κρίσεις τρέλας και εντελώς φανταστικές ιστορίες. Παρακολουθούμε με συχνά ασύνδετα μεταξύ του κείμενα την πορεία του λίγους μήνες πριν τον στείλουν δια ασήμαντο αφορμή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο πόνο και οργή, μα ταυτόχρονα και μικροεπεισόδια της καθημερινότητας. Τελικά η ιστορία είναι συγκινητική κι ας μη μας αφήνει ο συγγραφέας ούτε μια στιγμή να ξεχάσουμε πως ο αφηγητής και πρωταγωνιστής του είναι ένα άτομο αναξιόπιστο, ένας άντρας με πιστοποιητικό από τρελάδικο.
Το μυθιστόρημα είναι κλασικό δείγμα μεταμοντερνισμού με δυσκολίες στην πρώτη ανάγνωση, ειδικά αν αυτή είναι η πρώτη επαφή με το έργο του συγγραφέα. Ο Ντανίλο Κις είναι σέρβος, εβραϊκής καταγωγής – η οικογένειά του υπέστη τον κατατρεγμό των Εβραίων κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο (ο πατέρας του έχασε τη ζωή του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ενώ ο ίδιος και η μητέρα του σώθηκαν εξόριστοι, χάρη στην ορθόδοξη καταγωγή της μάνας) – και φυσικά επιστρατεύει τις τραγικές μνήμες του παρελθόντος για να γράψει, αλλά δε μένει εκεί. Είναι ίσως από τους λίγους Βαλκάνιους συγγραφείς που κατόρθωσε να ακολουθήσει την τέχνη των καιρών του, τα έργα του δεν είναι μόνο ιστορικά ντοκουμέντα, είναι λογοτεχνία.
Κατερίνα Μαλακατέ
Σκοτ Γουέστερφελντ
Uglies
Μτφ: Καίτη Οικονόμου
Μεταίχμιο, 2009
Είμαι στον δρόμο, τον βλέπω, χριστέ μου είναι κούκλος, μπαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο, τον ακολουθώ, πάει στον τομέα της ελληνικής λογοτεχνίας, έτσι μου είσαι; θα πάω και εγώ στις καινούργιες εκδόσεις. Τέλεια, από εδώ μπορώ να τον παρακολουθώ άνετα και να κάνω ότι χαζεύω και κανένα βιβλίο. Το παίζω σοφιστικέ και μου πάει. Το μάτι μου πέφτει στο ‘Uglies’, μια όμορφη κοπέλα για εξώφυλλο, παράξενος αγγλικός τίτλος σε ελληνική έκδοση· αρχίζω να το ξεφυλλίζω. Χμ είναι νόστιμο. Ιπτάμενα οχήματα, κρατικός έλεγχος και μυστικοί πράκτορες με υπεράνθρωπες δυνάμεις, ανάγνωση ταυτότητας μέσω του οφθαλμού, έξυπνα σπίτια που μιλάνε αν τα ρωτήσεις. Ψώνιο! Και μέσα σε όλα αυτά μία κοινωνία που χωρίζει τους πολίτες της σε ωραίους και άσχημους με μία υποχρεωτική αισθητική -και όχι μόνο- επέμβαση που υποβάλλονται όλοι στα δεκαέξι τους εκτός από ορισμένους που αντιδρούν, δεν θέλουν να την κάνουν και για να την αποφύγουν το σκάνε. Θα έχουν τους λόγους τους. Σταματάω το ξεφύλλισμα, σηκώνω το βλέμμα, ο λόγος που με έβαλε στο βιβλιοπωλείο έχει μάλλον από ώρα γίνει καπνός και εγώ πάω ολοταχώς προς το ταμείο. Τουλάχιστον δεν θα γυρίσω μόνη μου στο σπίτι. Και πολύ καλά έκανα. Εκτός από μία πλοκή που σε έχει συνεχώς σε αναμμένα κάρβουνα και ένα καλοστημένο ιδιαίτερα πειστικό μέλλον ο κύριος Σκοτ δεν χάνει την ευκαιρία να θέσει τις απόψεις του για την ανθρώπινη ομορφιά, πως επηρεάζει και ορίζει τις ανθρώπινες σχέσεις, κερνώντας μας που και που σφηνάκια σύγχρονων προβληματισμών για το μέλλον. Αλλά στο τέλος μας τα χαλάει. Η ιστορία δεν τελειώνει και συνεχίζεται στο δεύτερο επεισόδιο, συγνώμη βιβλίο ήθελα να γράψω, το οποίο τιτλοφορείται ‘Pretties’ (οι άλλοι, καταλαβαίνεις…) και κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 2010. Εντάξει μας χωρίζουν μόλις λίγες μέρες αλλά ακόμα και αυτό το άτιμο το ‘lost’ το κατεβάζω και το βλέπω όλο μαζί σε ένα σαββατοκύριακο. Θα με φάει η αγωνία.
Δέσποινα Παναγιωτοπούλου
ελληνική λογοτεχνία 08
Χάρης Βλαβιανός – Χρήστος Χρυσόπουλος
Το διπλό όνειρο της γραφής
Πατάκης, 2010
Το, δοκιμιακού τύπου, έργο που έγραψαν από κοινού ο (κατά κύριο λόγο ποιητής) Χάρης Βλαβιανός και ο (κατά κύριο λόγο πεζογράφος) Χρήστος Χρυσόπουλος είναι ένα μικρό σε σχήμα και έκταση βιβλίο, που ήδη με την προσεγμένη του αισθητική και το γοητευτικό του εξώφυλλο σε προκαλεί να το πάρεις στα χέρια σου και να το ξεφυλλίσεις. Αρχίζεις να το διαβάζεις διστακτικά, φοβούμενος ότι θα είναι ίσως δυσνόητο, κουραστικό, ανιαρό. Διαπιστώνεις σύντομα ότι όχι μόνο δε βαριέσαι, αλλά ότι πραγματικά απολαμβάνεις την ανάγνωσή του. Η διαίρεσή του σε τριάντα κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων χωρίζεται ξανά σε μικρότερες αριθμημένες παραγράφους επιτρέπει να θιγούν με οργανωμένο τρόπο διάφορα ζητήματα περί γραφής και κάνει την πρόσληψή τους από τον αναγνώστη ευκολότερη.
Το βιβλίο θέτει πολλά και διάφορα ερωτήματα γύρω από τη συγγραφή (υπάρχει έμφυτο ταλέντο ; είναι η λογοτεχνία προσομοίωση της πραγματικής ζωής ; τι ακριβώς είναι στις μέρες μας μια μεταμοντέρνα σύνθεση ; πόσο πρωτότυπο μπορεί να είναι ένα βλέμμα ; γιατί κάποιος επιχειρεί να γράψει ; είναι ο αναγνώστης συνένοχος στο ‘’έγκλημα’’ ; τι είναι αυτό που καθιστά κάποιον συγγραφέα ; ) Ο λόγος είναι μονοφωνικός και δε ξεχωρίζεις πότε ‘’μιλάει’’ ο ποιητής και πότε ο πεζογράφος (αν βέβαια έχεις μελετήσει αρκούντως το έργο του ενός ή του άλλου διακρίνεις – ή νομίζεις ότι διακρίνεις - συχνά τον τρόπο σκέψης του).
Και, τελικά, σε αφορά αυτό το βιβλίο, αν δε καταγίνεσαι και ο ίδιος επαγγελματικά με τη συγγραφή, αν δεν είσαι κι εσύ πεζογράφος, ποιητής, ή έστω κριτικός λογοτεχνίας ; Η απάντηση είναι ναι, από τη στιγμή που είσαι τουλάχιστον αναγνώστης. Διαβάζοντάς το, θα ανακαλύψεις πράγματα που ξέρεις κι άλλα που δε φανταζόσουν ποτέ, θα επανεξετάσεις ενδεχομένως τον τρόπο που προσλαμβάνεις τον γραπτό λόγο και τα κίνητρα που έχεις για να το κάνεις, θα μπεις έστω στη διαδικασία να γίνεις ένας αναγνώστης πιο συνειδητοποιημένος, πιο επαρκής, μια και στην ‘’τέχνη χρειάζεται ειλικρίνεια, όχι αληθοφάνεια’’ (Κ.Μάλεβιτς).
Το βιβλίο φυσικά δε δίνει απαντήσεις, θέτει μονάχα ερωτήματα και προσφέρει τροφή για σκέψη (και έναυσμα για περαιτέρω μελέτη, για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται). Κάτι που υποτίθεται ότι πρέπει να κάνει ούτως ή άλλως η ‘’υψηλή τέχνη’’.
‘’Λίγο πριν πεθάνει, η Γερτρούδη Στάιν κοίταξε τους φίλους που έκλαιγαν γοερά γύρω από το κρεβάτι της και είπε – Λοιπόν, ποια είναι η απάντηση ;
Kαι βλέποντας ότι όλοι σώπαιναν, πρόσθεσε – Καλά, τότε ποια είναι η ερώτηση ; ’’
Μαρία Τσουκανά
Η τελική λήθη
Κωστάκης Ανάν
Βαβέλ, 2008
1. Πόσο δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί η ανανέωση ενός είδους, το οποίο αφού πέρασε μέσα από σελίδες δόξας έφτασε στο να μοιάζουν σήμερα οι κύριοι εκφραστές του με κατεστημένο χειρότερο εκείνου που γέννησε την εξέγερσή τους; Σε μία χώρα, όπου η σάτιρα κατάντησε συνώνυμο της χυδαιότερης τηλεοπτικής προπαγάνδας, ο Ανάν πετυχαίνει το ακατόρθωτο δημιουργώντας μια ολοκαίνουρια, ακαταμάχητα φαρμακερή γραφή, που δε κάνει παρά το στοιχειώδες: δε σέβεται τίποτα και κανέναν, ούτε καν τον ίδιο της τον εαυτό και τα εκφραστικά του μέσα. Όπως και στο «Και ύστερα Ήρθες και μ’ Έλυσες», ο πολυ(α)μήχανος συγγραφέας κατασκευάζει ένα εφιαλτικό λογοτεχνικό σύμπαν, κωμικό στα όρια της κατάθλιψης και σαρκαστικό σε βαθμό κακουργήματος. Οι μικρές και -φαινομενικά μονάχα- αυτόνομες ιστορίες του μυστηριώδους «βαβελίστα», σημαδεμένες από την αναρχική εικονογράφηση του alter ego του, έρχονται να μας υπενθυμίσουν πως η πλάκα είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Προσωπικά τρέμω στην ιδέα του τι μας επιφυλάσσει ακόμα αυτός ο άνθρωπος.
Γιάννης Αντάμης
2. Θα τον λατρέψεις ή θα τον μισήσεις. Αδιάφορος σίγουρα δεν θα σου φανεί. Ιστορίες καθημερινότητας δοσμένες με πικρό, ιδιαίτερο χιούμορ. Αθυρόστομος ώρες ώρες, ο συγγραφέας επιτίθεται στη ρουτίνα και τη ξεφτιλίζει, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως πίσω απ’ τον μεγαλύτερο κυνικό, βρίσκεται «ένας ακόμα ευαίσθητος άνθρωπος που δεν θέλει να τον πιάνουν συνέχεια μαλάκα».
Δημήτρης Γκιούλος
Δημοσθένης Βουτυράς
Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες
Τόπος, 2009
H επιλογή δεκατριών μαύρων διηγημάτων του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958) από τον Βάσια Τσοκόπουλο είναι ένα μικρό, «σκοτεινό» δείγμα από το μεγάλο εύρος της θεματολογίας του συγγραφέα.
Ο Βουτυράς πρωτοεμφανίστηκε με το ακατέργαστο γλωσσικά αφήγημα Λεωνίδας Λαγκάς, που τράβηξε, όμως, την προσοχή του Παλαμά και του Ξενόπουλου. Δυο χρόνια αργότερα, η επιχείρηση του πατέρα του χρεοκόπησε. Ο άτυχος επιχειρηματίας αυτοκτόνησε κι από τότε ο Βουτυράς ξεκίνησε μια κούρσα συγγραφής εκατοντάδων διηγημάτων, στην προσπάθειά του να βιοποριστεί εκφραζόμενος καλλιτεχνικά.
Αποτέλεσμα αυτού του αγώνα δρόμου ήταν να κυριαρχήσει λογοτεχνικά στην εποχή του και να διχάσει τους κριτικούς. Ο Βουτυράς ήταν για κάποιους ψυχογράφος, ιμπρεσιονιστής, ρεαλιστής με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, αλλά για κάποιους άλλους ένας ασήμαντος λογοτέχνης, όπως για τον κακεντρεχή εκείνο κριτικό, που έγραψε: «Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλος συγγραφέας που να έχει μεγαλύτερα ελαττώματα»Ή. Είναι πάντως γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι ο Βουτυράς διακρίθηκε όσο κανείς άλλος στην εποχή του στο εξωτερικό, μεταφράστηκε σε πολλές χώρες και ανθολογήθηκε σε σημαντικά ευρωπαϊκά περιοδικά.
Η εν λόγω ανθολογία μάς ταξιδεύει· απ’ το κατάστρωμα του πλοίου όπου ένας παπάς πετιέται στη θάλασσα για να ξορκιστεί η φουρτούνα, στο στοιχειωμένο χωριό, κι από κει στα φαντάσματα των Ελλήνων και Τούρκων πολεμιστών. Έπειτα περνά μέσα από την πόλη, που μυρίζει μούχλα και τα παιδιά της μοιάζουν με γέροντες, συνεχίζοντας στην τρέλα, στην παραίσθηση, στο έγκλημα. Ταξίδι απόκοσμο.
Τα διηγήματα είναι γραμμένα σε γλώσσα εντυπωσιακά απλή για τα δεδομένα της εποχής (1920-1927). Μια γλώσσα που ρέει αβίαστα και δημιουργεί μέσω των σκοτεινών περιγραφών, των ξεθωριασμένων μορφών και των συμβολικών αντικειμένων, ατμόσφαιρα φόβου και μυστηρίου. Οι στατικές και κινούμενες εικόνες που κοσμούν το γλωσσικό κάδρο του Βουτυρά, μετατρέπουν τον αναγνώστη σε μάρτυρα μιας σχεδόν μεταφυσικής εμπειρίας.
Μπορώ, πλέον, να δω τον Βουτυρά μες στην ταβέρνα που σύχναζε, πίνοντας ρετσίνα με τους φίλους του, να αφηγείται σκοτεινές ιστορίες στο φως των κεριών. Τριγύρω τα φαντάσματα παρατηρούν συνεπαρμένα τις διηγήσεις του.
1. Βλ. Δημοσθένης Βουτυρας, Άπαντα, τόμος Ά, εκδ. Δελφίνι, Αθήνα, 1994
Βαγγέλης Μπέκας
Δημήτρης Στρεμμένος
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι και άλλες ιστορίες
Χαραμάδα, 2010
Ένα χαμόγελο στο σκοτάδι λέγεται το συγγραφικό ντεμπούτο του Δημήτρη Στρεμμένου από την Πάτρα και πρόκειται για ένα μικρό λογοτεχνικό χαμόγελο αισιοδοξίας. Δέκα διηγήματα στο σκοτάδι για το σκοτάδι που δεν περιμένουν ένα happy end για να λυτρωθούν, παρά μόνο τη μυρωδιά και το άγγιγμα του θανάτου.
Πολύ καλή και πλήρης δουλειά δοσμένη με ιστορική και γεωγραφική ακρίβεια (σαν να έχει υπάρξει εκτενής ιστορική μελέτη) σε έναν τομεά που δεν “τραβάει” τους Έλληνες λογοτέχνες τόσο πολύ. Ένα νώθο τένο του Έντγκαρ Άλαν Πόε ίσως ετοιμάζεται να ανατείλει με αφορμή αυτό το συγγραφικό ντεμπούτο. Ίσως λίγο παραπάνω από όσο θα έπρεπε -τουλάχιστον σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια- πομπώδης γλώσσα, η οποία δεν “δένει” τόσο με το ύφος και το χαρακτήρα του βιβλίου, που σίγουρα θα απολαύσουν οι λάτρεις του είδους.
Δημήτρης Γκιούλος